ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΥΘΕΝΑ

Όπως πολλοί άλλοι (πόσοι είναι άραγε;) έτσι κι εγώ, θα ήθελα να είμαι σαν τον Ρόμπινσον Κρούσο. Ναυαγός σε ένα νησί, να γράφω λίστες με τις προμήθειες από το βυθισμένο πλοίο, να φτιάξω ψάθινη ομπρέλα, να έχω ένα τουφέκι για πιστό σύντροφο, και να ανακεφαλαιώνω τη ζωή μου καθισμένος σε έναν βράχο, αγναντεύοντας τον ορίζοντα για ένα πλοίο που κάποτε θα έρθει για να με πάρει.
Να φτιάξω ένα δικό μου ριψοκίνδυνο καταφύγιο, στην άκρη του πουθενά, και να ξεχάσω τα πάντα για μένα, για όλους, κι όλοι να με ξεχάσουν, και κάθε ημέρα μου να είναι ακριβώς αυτό που φαντάστηκα για αυτήν. Να γράψω όλες τις ιστορίες που θέλω να γράψω.

Ίσως κάποτε να βρω κι έναν άλλο ναυαγό, σε κάποιο διπλανό νησί, και να κάνουμε παρέα. Θα έχουμε τόσα πολλά να πούμε για τις ζωές μας...

Έχω επισκεφτεί το σπίτι του αληθινού Ρόμπινσον Κρούσο, στη Σκωτία, στο Upper Largo, στα ψαροχώρια του Fife. Έχει ένα άγαλμά του πάνω από την πόρτα, να κοιτάει με το κυάλι μακριά (ή έτσι το θυμάμαι). Το αληθινό του όνομα ήταν Αλεξάντερ Σέλκιρκ. Όταν τον βρήκε ένα πλοίο για να τον πάει πίσω στην πατρίδα του, οι ναύτες δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί του, γιατί από τη μοναξιά τόσα χρόνια είχε ξεχάσει να μιλάει.
Ήταν εξαίρετος ναυτικός, και με τις γνώσεις του, στη διαδρομή, τους βοήθησε να συλλάβουν ένα ισπανικό πλοίο, στο οποίο τον έκαναν καπετάνιο. Γύρισε πίσω στην πατρίδα πλούσιος από αυτό το κατόρθωμα. Κι όμως, όταν επέστρεψε, τελικά έφτιαξε το σπίτι του μέσα σε μια σπηλιά κι έμεινε εκεί μέσα για δεκαπέντε χρόνια.
Όταν τον ρώτησε ο δοκιμιογράφος που έγραψε για τη ζωή του από την οποία επηρεάστηκε ο Ντιφόου κι έγραψε το γνωστό βιβλίο, ο Σέλκιρκ απάντησε: «ο πολιτισμένος κόσμος δεν μπορεί, με όλες τις απολαύσεις του, να μου δώσει πίσω τη νηφαλιότητα και την ηρεμία της απομόνωσής μου...»Τελικά γύρισε πίσω στη θάλασσα, στα σαρανταπέντε του, μπαρκάροντας με ένα πολεμικό πλοίο, και πέθανε στο ταξίδι επειδή ήπιε νερό μολυσμένο από μια τροπική ασθένεια.

Ο Σάκλετον ναυάγησε στην Ανταρκτική, το πλοίο του, το Endurance, παγιδεύτηκε στους πάγους και καταστράφηκε, κι ο Σάκλετον έκανε το μεγαλύτερο κατόρθωμα που ξέρω: έφυγε με τους συντρόφους του με μια αυτοσχέδια βαρκούλα από τους πάγους έτοιμοι να συναντήσουν τον θάνατό τους, και ανέλπιστα κάποτε έφτασαν σε ένα παγωμένο ορεινό νησί, το Elephant Island, και τους άφησε εκεί, γιατί δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. 
Ο ίδιος διέσχισε τα παγωμένα βουνά περπατώντας μισοπεθαμένος, μέχρι την άλλη άκρη του νησιού, κι από εκεί με μια βάρκα διέσχισε χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα στον παγωμένο ωκεανό, αντιμετωπίζοντας κύμματα είκοσι μέτρων στα πιο δύσκολα νερά του κόσμου, από ένα θαύμα βρήκε μια στεριά στη South Georgia, και γύρισε στον πολιτισμό με τα πόδια συναντώντας έπειτα από αμέτρητες περιπέτειες μερικούς φαλαινοθήρες, κι έφτασε σχεδόν μέχρι τη Χιλή, σε ένα απίστευτο ταξίδι. 
Εκεί, έπειτα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, κατάφερε να βρει ένα πλοίο, και γύρισε πίσω στο παγωμένο νησί και έσωσε όλους τους συντρόφους του. 
Όταν γύρισε στην πατρίδα του, αμέσως οργάνωσε ακόμη μια αποστολή στην Ανταρκτική με το πλοίο Quest, με σκοπό να εξερευνήσει όλες τις ακτές της ανεξερεύνητης παγωμένης ηπείρου. Σχεδόν όλοι οι σύντροφοί του από το προηγούμενο ταξίδι, τον ακολούθησαν σε αυτή τη νέα αποστολή!Στη διαδρομή, έξω από το Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Σάκλετον έπαθε καρδιακό έμφραγμα, αλλά αρνήθηκε να ματαιώσουν την αποστολή και να επιστρέψουν στη Βρετανία. Συνέχισαν για τους πάγους, ώσπου η καρδιά τού Σάκλετον κατέρρευσε λίγο πριν φτάσουν, πέθανε στις 5 Ιανουαρίου του 1922, τελείως φτωχός, στην άκρη του κόσμου, μαζί με καλούς φίλους και γενναίους συντρόφους. 
Το σώμα του γενναίου εξερευνητή Σάκλετον θάφτηκε στον καταυλισμό του Grytviken, στο παγωμένο νησί της South Georgia, στον νότιο Ατλαντικό, και ο τάφος του είναι ακόμη και σήμερα εκεί, σημαδεμένος με έναν μονόλιθο που έχει πάνω του χαραγμένο ένα εννιάκτινο αστέρι.Χρόνια πριν, όταν ετοίμαζε ακόμη την άτυχη αποστολή του Endurance για την Ανταρκτική, ο Σάκλετον είχε δημοσιεύσει αυτή τη θρυλική αγγελία, «Men Wanted»: 
«Ζητούνται άντρες: για πολύ επικίνδυνο ταξίδι. Μικροί μισθοί, πίκρες, θλίψεις, βάσανα, φριχτό κρύο, μακριοί μήνες στο απόλυτο σκοτάδι, συνεχής κίνδυνος, περιπέτεια εξασφαλισμένη, επιστροφή εξαιρετικά αμφίβολη. Τιμή και αναγνώριση σε περίπτωση επιτυχίας... Σερ Έρνεστ Σάκλετον» 
O εξερευνητής Κάπταιν Ρόμπερτ Σκοττ και οι σύντροφοί του έφτασαν στην Ανταρκτική με σκοπό να πατήσουν στον Νότιο Πόλο, αλλά ο εξερευνητής Αμούνδσεν και οι Νορβηγοί τούς είχαν προλάβει, έπειτα από έναν πολύμηνο αγώνα. Ο Σκοττ είχε κάνει την άκρη του κόσμου τον σκοπό της ζωής του. Επιστρέφοντας από τον Πόλο, αυτός και οι τέσσερις σύντροφοί του που είχαν απομείνει ζωντανοί, έπρεπε να διασχίσουν σχεδόν χίλια μίλια με τα πόδια μέσα στους πάγους, στις πιο αντίξοες συνθήκες που θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί άνθρωπος. Είχαν ήδη διασχίσει την απόσταση αυτή και έπρεπε να τη διασχίσουν πάλι στην επιστροφή, και να προλάβουν πριν έρθει ο Απρίλιος και αρχίσει ο μεγάλος ανταρκτικός χειμώνας που θα έφερνε αβάσταχτη παγωνιά και απόλυτο σκοτάδι. 
Οι ήρωες αυτοί, έπεσαν πάνω σε φριχτές χιονοθύελλες και παγωμένους ανέμους, έχοντας λιγοστό φαγητό και προμήθειες, καταπονημένοι και αποκαρδιωμένοι. Ένας από τους συντρόφους του Σκοττ, που είχε τραυματιστεί και είχε πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια, δεν μπορούσε να συνεχίσει, και δεν ήθελε να καθυστερεί τους φίλους του, και, όταν κατασκήνωσαν μέσα σε μια χιονοθύελλα, βγήκε από τη σκηνή μέσα στη θύελλα και απομακρύνθηκε. Τα τελευταία του λόγια ήταν, όπως τα κατέγραψε ο Σκοττ στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνω έξω, και μπορεί να αργήσω λίγο να γυρίσω...» Εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.
Όλοι τους πέθαναν μέσα σε εκείνο το αντίσκηνο από την παγωνιά, ενώ απείχαν μόλις δώδεκα μίλια από την επόμενη αποθήκη τροφίμων και καυσίμων. 
Μισό χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1912, μια ομάδα διάσωσης στάλθηκε για να ανακαλύψει τον Σκοττ στους πάγους. Βρήκαν τον Σκοττ και τους ηρωικούς φίλους του στο αντίσκηνό τους καλυμμένο από χιόνι, παγωμένους μέσα στους υπνοσάκκους τους. Βρέθηκε το ημερολόγιο του Σκοττ, στο οποίο έγραφε μέχρι την τελευταία στιγμή, και έθαψαν τα σώματά τους τυλιγμένα με τη σκηνή, κάτω από το χιόνι, κι έτσι οι θλιμμένοι εξερευνητές είναι ακόμη και σήμερα εκεί, άθικτοι, παγωμένοι μέσα στην καρδιά της Ανταρκτικής. 
Τα τελευταία λόγια που έγραψε ο Σκοττ στο ημερολόγιό του μέσα στη μοιραία χιονοθύελλα, στη μέση του πουθενά, ήταν τα εξής: 
«Αν ζούσαμε, θα διηγούμουν μια καταπληκτική ιστορία, που θα συγκλόνιζε την καρδιά κάθε ανθρώπου... Θέλω να μιλήσω για τη γενναιότητα των συντρόφων μου, που με ακολούθησαν εδώ στην άκρη του κόσμου, και πέθαναν δίπλα μου μέσα στην απόλυτη παγωνιά... Το χέρι μου έχει παγώσει τελείως και δεν μπορώ να γράψω άλλο...»

Στο αστροσκάφος Voyager που έφυγε για να χαθεί για πάντα στο διάστημα, μέσα στον δίσκο που μεταφέρει, για να διαβαστεί από όποιον κάποτε το ανακαλύψει στο Σύμπαν, υπάρχει κι ένα μήνυμα στα ελληνικά:
«Οίτινες, ποτ’ έστε, χαίρετε. Ειρηνικώς, προς φίλους εληλύθαμεν φίλοι…»

ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ

«Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε, και το τέλος όλης μας της εξερεύνησης θα είναι να ξαναγυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά…»
(Τ. Σ. Έλλιοτ)
«Δεν είναι νεκρό αυτό που αιώνια μπορεί να περιμένει, κι έπειτα από το πέρασμα παράξενων αιώνων ακόμη κι ο θάνατος μπορεί να πεθάνει…»
(Χ. Φ. Λάβκραφτ)
Είναι νύχτα πάλι, και κάθομαι στη βιβλιοθήκη μαζί με το φάντασμα του Μάρκου Αυρήλιου. Η γκριζογάλαζη φιγούρα του τρεμοπαίζει δίπλα μου, αλλά μπορώ να δω το καθαρό βλέμμα του να λάμπει, κι ακούω την ψιθυριστή γεροντική φωνή του καθώς πίνουμε τσάι από κούπες κινέζικης πορσελάνης, που κροταλίζουν μελαγχολικά από τα κουταλάκια μας καθώς ανακατεύουμε τον Χρόνο. Τον ακούω να μου λέει:
«Κι αν ακόμη ζούσες τρεις χιλιάδες ή τριάντα χιλιάδες χρόνια, θυμήσου πως κανείς δε χάνει άλλη ζωή απ' αυτήν που ζει τώρα, ούτε ζει άλλη απ' αυτήν που χάνει. Λοιπόν, το πιο μεγάλο χρονικό διάστημα ή το πιο μικρό είναι ίσα. Το Παρόν ανήκει σε όλους. Το να πεθάνεις σημαίνει να χάσεις το Παρόν, που είναι ένα χρονικό διάστημα άπειρα μικρό. Κανείς δε χάνει το Παρελθόν ούτε το Μέλλον, γιατί κανείς δεν μπορεί να χάσει κάτι που δεν έχει. Θυμήσου πως όλα τα πράγματα περιστρέφονται ακούραστα γύρω στις ίδιες τροχιές
-και πως για τον θεατή είναι το ίδιο αν τα βλέπει έναν αιώνα, ή δύο, ή όλη την αιωνιότητα...»
Ποιος μπορεί να μιλήσει στ’ αλήθεια για το πεπρωμένο των ανθρώπων που χάθηκαν και για τους άμετρους Χρόνους που άφησαν πίσω τους; Οι γνώσεις, τα όνειρα, η ροή της πληροφορίας, οι αναμνήσεις, τα οράματα, οι φαντασιώσεις, τα περιστατικά, οι εικόνες, τα πάντα, μπερδεύονται και φτιάχνουν το πιο περίτεχνο αραβούργημα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ένας άνθρωπος με τη φτωχή του φαντασία. Ποιος μπορεί να αποδείξει ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μέσα στην κοσμική δίνη του Χρόνου, που γεννά και καταστρέφει πρόσωπα και φωνές, μνήμες και ιστορίες; Όλα χάνονται και όλα έρχονται και όλα φεύγουν και όλα έρχονται και θα ξανάρχονται ξανά και ξανά. Τίποτε δε χάνεται. Κάποιος ατέρμων νους το θυμάται. Το ξαναζεί. Το αναπολεί. Το ονειρεύεται. Ταξιδεύει στη Μοναξιά του Χρόνου.
Το φθινόπωρο του 1883 ο Φρήντριχ Νίτσε γράφει με ένα χέρι που δεν υπάρχει πια:
«Αυτή η αργή αράχνη που γλιστρά στο φως του φεγγαριού κι αυτό το ίδιο το φως του φεγγαριού, ακόμη κι εσύ κι εγώ, που σιγοψιθυρίζουμε μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού, που συζητούμε για πράγματα αιώνια, δεν έχουμε ήδη υπάρξει στο παρελθόν; Και δεν θα ξανασυναντηθούμε άραγε άλλη μια φορά στο μεγάλο δρόμο, σ' αυτόν τον τεράστιο τρεμάμενο δρόμο, και δεν θα ξανασυναντιόμαστε αιώνια; Αυτά σου έλεγα, όλο και πιο χαμηλόφωνα, γιατί οι πιο βαθιές και οι πιο κρυφές μου σκέψεις μου προκαλούσαν τρόμο!...»
Τον 3ο αιώνα π.Χ. ο φιλόσοφος Εύδημος γράφει: «Αν πιστέψουμε τους Πυθαγόρειους, τα ίδια πράγματα αναπαράγονται με κάθε ακρίβεια και με κάθε λεπτομέρεια, ξανά και ξανά. Και 'σεις θα ξαναβρεθείτε μαζί μου και θα σας επαναλάβω αυτήν τη θεωρία και το χέρι μου θα ξαναπαίξει με τούτο το ραβδί πάνω στο χώμα, και ούτω καθ’ εξής, ξανά και ξανά...»
O μεγάλος ψυχολόγος Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποκάλυψε στους μαθητές του ότι έβλεπε συχνά όνειρα στα οποία αντάμωνε με σοφούς άλλων εποχών σε πανέμορφους κήπους, και μιλούσε μαζί τους για ζητήματα της εξέλιξης της ανθρώπινης ψυχής. Ο Γιούνγκ δεν πίστευε ότι η ζωή κάθε άνθρώπου τερματίζεται με τον θάνατό του. Έλεγε ότι η ψυχή ζει σε διαφορετικά πλαίσια, μακριά από τους νόμους του Χώρου και του Χρόνου:
«...Αν καλλιεργήσουμε τις ψυχικές μας δυνατότητες, θα μπορέσουμε να ζήσουμε δύο ζωές. Μια με το σημερινό ζωντανό κόσμο και άλλη μια με το παρελθόν, με τον κόσμο του Χθες. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν με την ψυχή τους, πέρα από τον κόσμο του Σήμερα. Αυτό που ονομάζουμε θάνατο, δεν είναι παρά η προσωποποίηση του φόβου μας για το Μέλλον, που φέρνει όλες τις αλλαγές που μας ξυπνούν από το λήθαργο των παλιών εαυτών. Δεν πιστεύω ότι θα πεθάνω. Πιστεύω ότι θα έχω μια συνέχεια της ζωής μου, και ξέρω πολύ καλά ότι με τη σκέψη μου θα μπορέσω να επικοινωνήσω με άτομα που ίσως ακόμη δεν έχουν γεννηθεί. Αργά ή γρήγορα, οι άνθρωποι θα πιστέψουν στον Κόσμο των Ονείρων και στη ζωή που συνεχίζεται μετά το θάνατο. Όταν θα γίνει αυτό, η ανθρώπινη υπόθεση θα αλλάξει καθοριστικά, γιατί θα οδηγηθούν στο να εκμεταλλευθούν αυτά τα μυστικά για την εξέλιξη της ψυχής...»
Ο Χρόνος είναι ψέματα.
Ο Χρόνος δεν υπάρχει. Το Παρελθόν συνεχίζει να ζει μέσα στο Παρόν και να διατρέχει συνεχώς το Μέλλον. Εμείς είμαστε εδώ αλλά και αλλού, ταυτόχρονα, και όλοι οι Χρόνοι υπάρχουν ο ένας μέσα στον άλλον, ατέρμονα, κι όλα αυτά που υπήρξαν και όλα αυτά που υπάρχουν και όλα αυτά που θα υπάρξουν, υπάρχουν τώρα, αυτή τη στιγμή, αυτή τη μοναδική στιγμή, όλα μαζί, έξω από τον Χρόνο. Κι όλα είναι ένα, το ένα μέσα στο άλλο, κι όλα είναι κάτι άλλο.
Η θέα από το παράθυρο του 2ου ορόφου στις 18:30΄ το απόγευμα στις 28 Φεβρουαρίου 1931 όπως την έβλεπε κάποτε ο Χάουαρντ Λάβκραφτ, ίδια είναι με τη θέα μιας συννεφοκόκκινης κοιλάδας από την κορυφή ενός λόφου ονειρικού σε όνειρο που είδε ο ίδιος τη νύχτας της 14ης Δεκεμβρίου 1917, ίδια είναι με τη γκραβούρα που χάραξε το χέρι του Ντορέ σε σελίδα της Μπαλάντας του Αρχαίου Ναυτικού του Κόλλεριτζ, ίδια είναι με την ανάμνηση που έρχεται και ξανάρχεται στον νου μου για έναν κήπο παιδικό γεμάτο μικρά αγάλματα στο σούρουπο, για ένα πύργο στη φουρτουνιασμένη παραλία πριν από χρόνους αμέτρητους, ίδια είναι με τη θέα απ’ το παράθυρο ενός τραίνου που ταξιδεύει σε ένα δειλινό του 2038 για μια πόλη μακρινή. Ο Χρόνος είναι ψέματα.
Όλα τα βιβλία γράφηκαν την ίδια στιγμή, μια ανείπωτη, απερίγραπτη στιγμή, που πλέει ατέρμονα στη θάλασσα της αιωνιότητας, που δεν άρχισε ποτέ και δεν τελείωσε ποτέ. Κανένας άνθρωπος δεν τα διάβασε.
Ποτέ δεν παραδόθηκε η Ρώμη στους βαρβάρους, ποτέ δεν ξεψύχησε ο Πόε φτωχός και μεθυσμένος στη Βαλτιμόρη, γιατί το 1849 είναι ένας τόπος απρόσιτος που τον ονειρεύονται τα βιβλία, είναι ένας τόπος που ταξιδεύει ατέλειωτα στο παράξενο ημίφως του γαλαξία. Το πρόσωπο του Ηράκλειτου είναι ζωγραφισμένο πάνω στο δίσκο της πανσελήνου, ήταν εκεί ακόμη και τότε που αυτός ονειρευόταν τις φωτιές μέσα στη νύχτα σε μια έρημη εξοχή της Ιωνίας, αλλά κρύβεται και μέσα σ’ ένα καθρέφτη όταν κοιτάχτηκε μέσα σ' αυτόν μια κρύα νύχτα ενός αιωνόβιου χειμώνα ο Ρότζερ Μπέηκον, και μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα του Τζων Ντη, που του την έδωσε ένα απόγευμα ένας άγγελος που πετούσε έξω απ’ το παράθυρό του, ο ίδιος άγγελος που ονειρεύτηκαν ο Μπλέηκ κι ο Σβέντενμποργκ, εκείνος ο άγγελος που διακρίνεται σε μια σταγόνα νερού που στάζει από τη βρύση ενός σπιτιού που χάθηκε στην άβυσσο του Χρόνου μιας Θεσσαλονίκης που δεν υπάρχει πια παρά μόνο μέσα στις μνήμες μου, αλλά δεν τον είδε κανείς, «άγγελε, που είσαι όλο χαρά, ευτυχία και φως μονάχα, ξέρεις την αδικία, τις θλίψεις, τα ντροπιάσματα, την άγνοια και την πλήξη;» γράφει ο Μπωντλαίρ γι’ αυτόν, αιώνες μακριά απ’ οπουδήποτε, έχοντας το ίδιο χαμένο βλέμμα που είχε για λίγο η Γκοζίμα στις 22:17’ μιας Κυριακής, όταν ο Νίτσε της φώναξε «σ’ αγαπώ», κι όταν την ίδια στιγμή ένα ελάφι στο Κεμπέκ κοιτούσε τις κορυφές των δέντρων που έπαιζαν με τον άνεμο μέσα στη νύχτα, τον ίδιο άνεμο που φύσηξε απ’ το ανοιχτό παράθυρο και κυμάτισε τις κουρτίνες μέσα στο δωμάτιο του Χάουαρντ Λάβκραφτ ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1937, κι αυτός δεν το ’ξερε ότι σε πέντε μέρες θα πεθάνει.
Ο Χρόνος είναι ψέματα.
Άνθρωποι που χάθηκαν μέσα στους καιρούς. Παντού ξανασυναντιούνται. Ηλιοβασίλεμα λουσμένο μ’ αναμνήσεις, μια ερημική παραλία μ’ έναν ύποπτο άνεμο, ένα υπόγειο δωμάτιο και ψιθυριστές ιστορίες, κάποιος παίζει μια ανήκουστη μελωδία στο πιάνο, δεν θα την ακούσει ποτέ κανείς, κάποιος βαδίζει μόνος κι είναι νύχτα, δεν τον βλέπει κανείς, εκείνο το εγκαταλειμμένο σπίτι που κάποτε πρέπει να το εξερευνήσουμε είναι και θα είναι στοιχειωμένο στους αιώνες των αιώνων. Ένα όνειρο που το ξέχασα, σήμερα το ονειρεύεται κάποιος άλλος. Κάποιος βγαίνει μέσα από το σκοτάδι και πυροβολεί τον Ιούλιο Βερν, οι σφαίρες τον αφήνουν κουτσό, δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στα ταξίδια που ήθελε και το μόνο που μπόρεσε ήταν να γράψει γι' αυτά, και πόσοι άνθρωποι άραγε ταξίδεψαν μέσα από αυτά τα γραπτά; Η Καρδιά του Σκοταδιού και η Ουλαλούμη, το
Xanadu και ο Ιπτάμενος Ολλανδός, ο Τζακ Λόντον βάζει το ρεβόλβερ στον κρόταφο, ένα τραγούδι από ένα μακρινό τόπο, κάποιος ουρλιάζει τα βράδια στις γειτονιές, ένας γέρος με τρελό βλέμμα ψάχνει στα σκουπίδια απέναντι από το σπίτι μου, ο Αλμπέρ Καμύ στρίβει τη γωνία για το δυστύχημα, ένας προδότης στο εκτελεστικό απόσπασμα, μια παρέα παιδιών κυνηγά μια γάτα, τα μάτια της κοιτούν με αγωνία τον ουρανό, ένας φτωχός ποιητής πουλάει στο καφενείο τα ποιήματά του για τον Λόρκα, τον θυμάμαι ακόμη, κορίτσια που γελούν ανέμελα, ένα τηλέφωνο που χτυπά αλλά κανείς δεν το σηκώνει, ένας στρατιώτης στη σκοπιά σημαδεύει το φεγγάρι, από τον ουρανό κατεβαίνει η Νέα Ιερουσαλήμ, προσγειώνεται χωρίς κανείς να τη δει. Κάποιος βγαίνει μέσα από το σκοτάδι και πυροβολεί τον Ιούλιο Βερν…
Η χαμένη αλληλογραφία του Λάβκραφτ, το χαμόγελο του συνταγματάρχη Τσέρτσγουορντ, ο Ρεμπώ λαθρέμπορος όπλων στην Αβησσυνία, μια θολή ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρόμπερτ Τσέημπερς, ένας παλιός δίσκος του Ντοκ Γουάτσον του τυφλού βάρδου, η φυματίωση του Χανκ Γουίλιαμς, μια ταινία με τη θλίψη του Μπόρχες, παλεύει ο Χουντίνι με τις αλυσίδες στον βυθό ενός ποταμού, ο Μπέλα Λουγκόσι τρελάθηκε και πίστευε πως είναι ο Ντράκουλα, ένα σημείωμα που έγραψε ο Σκοττ μέσα σ’ ένα αντίσκηνο στην Ανταρκτική, ένα σκουριασμένο σπαθί που κάποτε το χάιδεψε ο Σαλαντίν, ένα σκιτσάκι του Φώτη Κόντογλου, κι ένα παράξενο όνειρο του Φραντς Κάφκα.
Ο Μέλβιλ στο Μόμπυ Ντικ γράφει σελίδες επί σελίδων για να περιγράψει την τρομερή λευκότητα της φάλαινας, ο Καρυωτάκης δίπλα στο κύμα κάπου στην Πρέβεζα οπλίζει το πιστόλι, κι ο Κουράνις ακόμη βασιλεύει στη Σελεφαΐς και στη Σεράνιαν, κοιμάται ο Κθούλου κι ονειρεύεται στο βυθισμένο παλάτι του στο βυθό του Ειρηνικού, κι ένας ζωγράφος που ταξιδεύει από πίνακα σε πίνακα δεν έχει να πληρώσει το ρεύμα, φτωχός ο Βιλλιέ ντε Λιλ Αντάμ γράφει τα διηγήματά του πάνω στις χαρτοπετσέτες ενός καπηλειού, κανείς δεν είδε το απερίγραπτο βλέμμα του κύκνου που πέταξε πάνω από τις καλαμιές προς τα δυτικά χθες το βραδάκι, πριν την αρχή του Χρόνου ένας άνθρωπος γυμνός ανακαλύπτει έκθαμβος τη φωτιά και μια μάγισσα τραγουδά μέσα στις φλόγες μιας πυρράς που δεν την άναψε ακόμη η Ιερά Εξέταση.
Ένα τραίνο παλιό παίζει ρυθμούς πάνω στις ράγες του σιδηρόδρομου και νανουρίζει τον δεκανέα Χίτλερ σ’ ένα ταξίδι προς τη Βιέννη, κι η Ιρλανδία είναι ελεύθερη, στην Ελλάδα κανείς δεν άκουσε ακόμη για τον Όμηρο, κι ο Γκυ ντε Μωπασάν γράφει την τελευταία γραμμή του Χόρλα, ένα πλάσμα αόρατο τον παρακολουθεί, ο Κόνγουεη ακόμη ψάχνει για τη Σάνγκρι-Λα, κι ο καπνός από το τσιγάρο μου ίδιος είναι μ’ εκείνον που σκέπασε τη βιβλιοθήκη στην Αλεξάνδρεια.
Ένα από τα πιο παράξενα βιβλία που έχουν γραφεί ποτέ πάνω στο ζήτημα του Χρόνου είναι το An Experiment with Time του J. W. Dunne (1875-1949), που εξετάζει ίσως τις πιο συγκλονιστικές παραμέτρους πάνω στο ανεξάντλητο μυστήριο του Χρόνου. Ο Dunne υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ένα συνειδητό υποκείμενο δεν έχει μόνο συνείδηση του πράγματος που παρατηρεί, αλλά και ενός υποκειμένου Α που παρατηρεί, αλλά και, κατά συνέπεια, ενός άλλου υποκειμένου Β που έχει συνείδηση του Α, και, κατά συνέπεια, ενός άλλου υποκειμένου Γ που έχει συνείδηση του Β. (Δοκίμασες ποτέ να μην σκεφτείς τίποτε, χωρίς να σκέφτεσαι ότι δεν πρέπει να σκεφτείς τίποτε, και άρα, χωρίς να σκέφτεσαι ότι δεν πρέπει να σκεφτείς πως δεν πρέπει να σκεφτείς τίποτε;...) Ο Dunne προσθέτει ότι αυτά τα αναρίθμητα ενδόμυχα υποκείμενα, δεν ανήκουν στις τρεις διαστάσεις του Χώρου (στις τρεις κατευθύνσεις), αλλά στις αναρίθμητες διαστάσεις του Χρόνου.
(Ο Λάιμπνιτς έγραφε: «Αν το πνεύμα έπρεπε να ξανασκέφτεται την κάθε σκέψη του, θα αρκούσε να αντιληφθεί μία μονάχα αίσθηση, για να τη σκεφτεί, και για να σκεφτεί ύστερα τη σκέψη, και ύστερα τη σκέψη της σκέψης, και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον...» Σημείωσε ότι είναι κάποιες σκέψεις του για τη φύση του Θεού...)
Η διαδικασία που πρότεινε ο Dunne για την απόκτηση ενός άπειρου αριθμού Χρόνων είναι η εξής: θεωρεί δεδομένο ότι το Μέλλον υπάρχει ήδη με όλες τις λεπτομέρειές του. Προς αυτό το προϋπάρχον Μέλλον κυλά ο απόλυτος ποταμός του Κοσμικού Χρόνου, η θνητή ζωή μας. Αυτή η ροή απαιτεί έναν καθορισμένο Χρόνο. Θα έχουμε, λοιπόν, έναν δεύτερο Χρόνο, εντός του οποίου πρέπει να κυλήσει ο πρώτος, έναν τρίτο Χρόνο, για να κυλήσει ο δεύτερος, και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον. Σ' αυτούς τους παράλληλους Χρόνους, κατοικούν αδιάκοπα τα αδιόρατα υποκείμενα που αναπαράγει αυτός ο πολλαπλασιασμός. Υποκείμενα που βρίσκονται το ένα μέσα στο άλλο, παρατηρώντας τους Χρόνους που τους αναλογούν, αλλά όλα βρίσκονται το ένα μέσα στο άλλο.
Αμέτρητα βυθισμένα πλοία, μαζί με όλους τους πνιγμένους ναύτες τους και τις άγνωστες ιστορίες τους, μια λίμνη γαλήνια δίπλα σ’ ένα γαλάζιο βουνό πριν αρχίσει η μέτρηση του Χρόνου, ένας μαυροντυμένος φίλος τραγουδά το Santa Lucia, η Ρώμη φλέγεται, χαράματα, ο Φίλιπ Ντικ γράφει το τελευταίο του διήγημα, ο ίδιος δεν το ξέρει, ο Λάβκραφτ ζεσταίνει νερό για τσάι, ο θάνατος βαδίζει αργά και έρχεται, όλο έρχεται, σε λίγο θα ‘ναι εδώ, ποιος ξέρει από ποια πόρτα θα μπει. Την τελευταία στιγμή πόθησε το χαμόγελο μιας γυναίκας, ένα κρασί που έπινε μαζί με φίλους καρδιακούς, τη μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή, ένα βιβλίο γαλλικής ποίησης, ακόμη κι ο Νερβάλ είναι νεκρός, στρώσαμε την κληρονομιά μας πάνω σε νεκρούς, που δεν το ήξεραν, ακόμη και την τελευταία στιγμή…
Πριν ξεψυχήσει, ο Έντγκαρ Πόε ψιθύρισε: «Κύριε, βοήθησε τη φτωχή μου ψυχή…»
Το Κοράνι γράφει: «…Ο Κύριός σου δε σε εγκατέλειψε. Δε σε βρήκε ορφανό και σου έδωσε στέγη; Δε σε βρήκε διψασμένο και σου έδωσε νερό;…» Θυμήσου, Κύριε, τον Άρθουρ Μάχεν, που περπάτησε πάνω στους λόφους του ονείρου κι έγραψε κάποτε σε μια σελίδα ημερολογίου (κι είναι σαν να το έχουμε γράψει όλοι μας):
«Ενώ εγώ βρίσκομαι εντελώς μόνος, μέσα στο μικρό δωμάτιό μου, χωρίς φίλους, έρημος. Συνειδητοποιώντας ως το βάθος της καρδιάς μου την ολοκληρωτική μου αδεξιότητα. Κι όσες φορές σκέφτηκα να δοκιμάσω να χειριστώ τον υπέροχο λόγο της Λογοτεχνίας, περιπλανιέμαι αμήχανος μέσα στον κόσμο της φαντασίας, χωρίς να ξέρω που πηγαίνω. Αναζητώ ψηλαφώντας το δρόμο μου, όπως ένας τυφλός, και χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο, όπως ένας τυφλός. Κανείς δε με βοηθά, δεν έχω κανένα φίλο, κανένα να με συμβουλέψει, κανένα να με παρηγορήσει…»
Οι Θεοί με μάτια πύρινα τριγυρνούν στην πόλη,
μια σκιά σ’ ένα παράθυρο αγναντεύει τους δρόμους,
άνθρωποι που εξαφανίστηκαν το βράδυ, καθώς γύριζαν στο σπίτι…
Ο Dunne υποστηρίζει ότι η αιωνιότητα μας ανήκει από τώρα, κάτι που μας το αποδεικνύουν τα όνειρα κάθε νύχτας. Σ' αυτά, συγχέονται το άμεσο Παρελθόν και το άμεσο Μέλλον. Όταν είμαστε ξύπνιοι, διατρέχουμε τον διαδοχικό Χρόνο με σταθερή ταχύτητα, στο όνειρο περιπλανιόμαστε σε ζώνες του Χρόνου που μπορεί να είναι αχανείς.
Ο Dunne μάς διαβεβαιώνει με τον πιο υπέροχο τρόπο ότι:
«Ο θάνατος θα μας διδάξει τον σωστό χειρισμό της αιωνιότητας. Θα ξαναβρούμε όλες τις στιγμές της ζωής μας, και θα τις συνδυάσουμε όπως μας αρέσει. Ο Θεός, οι φίλοι μας, ο Ιούλιος Καίσαρ και ο Σαίξπηρ, θα συνεργαστούν μαζί μας σ' αυτό το παιχνίδι...»
Ομολογώ ότι οι παραπάνω γραμμές είναι το πιο όμορφο και ελπιδοφόρο πράγμα που έχω διαβάσει ποτέ μου. Αν πρέπει να πιστέψουμε σε κάτι συγκεκριμένο σχετικά με τον θάνατο, ας πιστέψουμε σ’ αυτό. Υπονοεί, όπως εγώ το καταλαβαίνω, ότι πίσω από τα πάντα υπάρχει ένα θαυμάσιο, υπέροχο παιχνίδι, το οποίο κάποτε θα μας αποκαλυφθεί και θα γελάσουμε μαζί για όλα όσα νομίζαμε, και θ' αρχίσουμε πάλι να παίζουμε σαν τα παιδιά.
Αυτό το κείμενο που γράφω εδώ, δεν πρόκειται να σβηστεί ποτέ, θα υπάρχει για πάντα και για πάντα.
Τίποτε δεν πέθανε, ποτέ.
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ.
Κι όλα θα ζουν, για πάντα, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΝΩ

Υπάρχει ένα μεγάλο μυστικό στον κόσμο, και το μαθαίνουν μονάχα αυτοί που φεύγουν από τον κόσμο.

Ο χειμώνας απομακρύνεται, και παίρνει μαζί του τον Sir Arthur C. Clarke, τον Dr. Christopher S. Hyatt, και τον Gary Gygax. Πεπρωμένα που συνεχίζονται προς άγνωστη κατεύθυνση.
Όλος ο κόσμος επηρεάζεται από όλον τον κόσμο, πρέπει να κάνεις μια μεγάλη υπέρβαση για να επηρεάσεις εσύ τον κόσμο, εσύ μόνος σου, κι αυτό γίνεται διακριτό μόνο όταν φεύγεις. Όταν δηλαδή δεν έχει πια και τόση σημασία.

Συνεχίζουν να με συγκινούν τα βιβλία. Εκεί μέσα ζουν όλοι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Αλλά, μάλλον, δεν είναι πια άνθρωποι, είναι κάτι άλλο. Έχουν περάσει στον κόσμο των ιδεών, έγιναν κάτι για το οποίο μπορείς να συζητήσεις σήμερα το βράδυ, μαζί με τους δικούς σου ανθρώπους, χωρίς ποτέ να ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάς ακριβώς. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ιδεών, έτσι τις ξεχωρίζεις από όλα τα άλλα πράγματα του κόσμου: έχουν μια αρχή, το σημείο στο οποίο ήρθαν σε επαφή μαζί σου, και δεν έχουν τέλος, οι ιδέες είναι αυτό που δεν τελειώνει όταν εσύ θα τελειώσεις.
Μπορείς να ανιχνεύσεις την ιδέα, μπορείς να συζητήσεις για μια ιδέα, διερευνώντας την πορεία της, αλλά δεν μπορείς να συζητήσεις για την ιδέα αυτήν καθ' αυτήν.
Έχουν αυτό το κοινό με τους ανθρώπους: κανείς δεν ξέρει από πού ήρθαν και κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνουν, ούτε πώς...ούτε γιατί...

Μου αρέσει να φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε κοινό μεταξύ τους. Ο καθένας ζει μέσα στις σκέψεις του και στη φαντασία του, έχει παρασυρθεί στο δικό του μονοπάτι, κανείς δεν είναι στ' αλήθεια εδώ. Σκοντάφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον, βλέπουμε αυτό που θέλουμε να δούμε, καταλαβαίνουμε αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε, όταν θέλουμε, και συνεχίζουμε να βαδίζουμε στο πολύ ιδιωτικό μας μονοπάτι. Ο κόσμος καταστρέφεται πίσω μας έπειτα από κάθε μας βήμα. Κι ο κόσμος ξεπροβάλλει μπροστά μας έπειτα από το επόμενο μας βήμα. Βήμα στο βήμα υπογράφουμε με τον εαυτό μας τον χάρτη του κόσμου όσο μας αφορά. Κι όμως, τίποτε δεν μας αφορά. Είναι όλα στιγμιότυπα. Κι όλα δεν είναι παρά συνδέσεις που οδηγούν πίσω σ' εμάς. Ίσως αυτό σημαίνει ότι μας αφορούν τα πάντα.
Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αν θέλουμε. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Και όλα γίνονται, όλα συμβαίνουν, όλα συνέβησαν και όλα θα συμβούν. Η ιστορία του εαυτού μας είναι ένα συμβάν ανάμεσα σε όλα τα άλλα, και είναι ένα συμβάν που συμβαίνει μόνο για τον εαυτό του, ένα συμβάν στο οποίο συμβαίνουν όλα τα συμβάντα, αλλά και κανένα έξω από αυτό. Φυσικά, πρόκειται για μια παραδοξολογία, αυτό είναι η πραγματικότητά μας: μια διαρκής εκπαίδευση στο παράδοξο.
Είναι πολύ παράδοξο που μετατρέπουμε συνέχεια το παράδοξο σε κάτι συνηθισμένο, σε κάτι οικείο, σε κάτι δικό μας, ιστορικό, αναμνηστικό, ένα σουβενίρ της πραγματικότητας. Α, ναι...τί θα ήμασταν χωρίς τη μνήμη μας;
Ό,τι θυμόμαστε είναι δικό μας. Στην ουσία, αυτό που αποκαλούμε «εαυτό μας» δεν είναι παρά οι μνήμες μας. Απ' όσο ξέρω, μονάχα η φαντασία μάς οδηγεί έξω από τις μνήμες μας, δηλαδή έξω από τον εαυτό μας, δηλαδή έξω από τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

Άγιοι για μένα είναι οι άνθρωποι που αξίζουν να τους θυμόμαστε, που ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου θα χανόταν για εμάς αν τους ξεχνούσαμε, και, φυσικά, είναι οι άνθρωποι που βοηθούν τη φαντασία μας να φαντάζεται όλο και περισσότερα πράγματα, εκείνοι που μάς βοηθούν να απομακρυνόμαστε.
Ο μόνος άξιος αγώνας είναι αυτός που γίνεται για την προέκταση της πραγματικότητας. Αυτό πιστεύω.
Κι επειδή καμιά άλλη πραγματικότητα δεν ξέρουμε πέρα από τη δική μας, είναι εκείνος ο αγώνας που γίνεται για την προέκταση του εαυτού μας. Την προέκταση του κόσμου. Προς το Άγνωστο.
Στον αγώνα μας αυτό, με τις δράσεις του, τελικά προεκτείνονται και οι άλλοι άνθρωποι, μέσω της ιστορίας των ιδεών, όπως αυτή καταγράφεται στις μνήμες, όπως αυτή καλλιεργεί τη φαντασία, κι έτσι είναι που προεκτείνεται κι ο κόσμος προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Μεγάλος μυστικός πόλεμος γίνεται για αυτές τις κατευθύνσεις...

Ας μην σας αποπροσανατολίζει η απογοήτευση. Προεκτεινόμαστε προς τα πάνω. Πορεία προς τα Άνω. Όλα εξ Άνωθεν. Αλλιώς ξαναγυρίζουμε στα ίδια, όλα εδώ γύρω είναι...

O Sir Arthur C. Clarke θα μείνει αθάνατος μέσα από τα έργα του, και το πνεύμα του θα ταξιδέψει μαζί με τους πρωτοπόρους ταξιδευτές στο διάστημα κατά τη μετανάστευσή μας σε άλλους πλανήτες, όπως το ονειρευόταν πάντα, και θα μιλήσουμε για αυτόν στους εξωγήινους πολιτισμούς που κάποτε θα συναντήσουμε.
Ο Dr. Hyatt θα επιβιώσει μέσα από τις φράσεις που άρθρωσε, και που εισχώρησαν στον νου του καθενός στον οποίο δίδαξε μια επανάσταση που κάποτε θα γίνει χωρίς αυτόν, και το ίδιο μαγικά πολλοί άνθρωποι θα κάνουν αυτό που κάποτε αυτός θέλησε, χωρίς να τον γνωρίζουν.
Ο Gary Gygax ο εμπνευσμένος πατέρας των Role Playing Games, δημιουργός του Dungeons & Dragons και του TSR, ένας αφοσιωμένος συγγραφέας του Φανταστικού, θα συνεχίσει να αναπαράγει εξομοιώσεις της πραγματικότητας διδάσκοντας εμμέσως ότι η πραγματικότητά μας είναι ένα παιχνίδι ρόλων και εξομοιώσεων. Κάποιος ήδη παίζει τον ρόλο του, κι έτσι αυτός ποτέ δεν θα φύγει, αλλά θα συνεχίσει να παίζει εδώ το μεγάλο παιχνίδι...

«Ο κόσμος είναι ένα θλιμμένο μέρος, αλλά γιατί να μη νιώθει ο ίδιος τη θλίψη του και να τη νιώθω μόνο εγώ;...» αναρωτιόταν ο J. K. Chesterton, δικαίως.
Όλα τα νιώθω μόνο εγώ, και τίποτε δεν με νιώθει στ' αλήθεια.
Αλλά υπάρχουν ορισμένα συγκλονιστικά πράγματα που μπορούμε να νιώσουμε απόψε το βράδυ, και μάς περιμένουν -υπομονετικά ή καραδοκώντας, όπως το δει κανείς- για να τα νιώσουμε. Έρχονται από ψηλά. Να τα νιώσουμε, για πρώτη φορά. Να αρχίσουμε έτσι την Επαφή με κάτι έξω από εμάς, που μπορεί να γίνει δικό μας, που μπορεί να μας αλλάξει, να αλλάξει τον κόσμο.
Υπάρχει μια πύλη μέσα στη θλίψη, που οδηγεί πέρα από τη θλίψη, σε όλα τα μυστικά του κόσμου, αυτό έγραφε ένα αρχαίο κείμενο, ή εγώ το φαντάστηκα ότι το έγραφε. Τα κείμενα δεν γράφουν, οι άνθρωποι γράφουν.
Και οι άνθρωποι δεν γράφουν τίποτε αν δεν τους διαβάσεις.
Όλα έγιναν επειδή τα είδες.
Θα μπορούσες να μην έχεις δει τίποτε.
Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα έτσι, να μην είχες δει τίποτε.
Είναι τόσο κρίμα που πάντα βλέπεις τόσα λίγα...


ΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Ξαγρυπνώ μέχρι τα ξημερώματα, όλη τη νύχτα κυνηγάω τις ιδέες μέσα στο δάσος τους, είναι σκοτεινό και βαθύ, πυκνό και αφιλόξενο, δεν ξέρω κανέναν εκεί πέρα, είμαι μόνος μου, ακούω απόμακρες κραυγές αγωνίας, φτερουγίσματα, απαγγελίες ποιημάτων σε άγνωστες γλώσσες, ψιθύρους που λένε λόγια ανείπωτα, ποτέ δεν τα θυμάμαι, βλέπω φευγαλέες λάμψεις της πανσελήνου στα μικρά ξέφωτα, άστρα πέφτουν από τον ουρανό, κανείς δεν τα βλέπει, όλοι κοιμούνται, κι αυτά είναι δάση απάτητα, δεν ξέρω αν τα πάτησε ποτέ ανθρώπου πόδι ή αν είναι μόνο για τα πνεύματα, κι ακόμη και τα πνεύματα δεν έρχονται εδώ μαζί, κάτω από τα φυλλώματα που κρύβουν αιώνες μυστικών, κι αν θα πρέπει ποτέ να φοβάσαι κάποιο δάσος, αυτό πρέπει να φοβάσαι. Ποιος να χωθεί εκεί μέσα; Με τι καρδιά; Η καρδιά μας λαχταρά τα απλά πράγματα, λίγο φαγητό, λίγη ξεκούραση σε καλό μαξιλάρι, λίγο ύπνο, ένα φιλί, ένα καθαρό βλέμμα, ένα καλό βιβλίο, μια καλή είδηση, ένα δώρο, ένα παιχνίδι με τα λόγια, μια βόλτα σε ένα όμορφο μέρος, ένα μωρό, μια σοκολάτα, μια συντροφιά, μια θέα από ψηλά, ένα καλό ζευγάρι παπούτσια. Ακόμη κι η καρδιά πρέπει να εκπαιδευτεί να ονειρεύεται τα πιο μεγάλα πράγματα. Δεν είναι για εμάς. Πρέπει να μας μάθει κάποιος να τα θέλουμε, να τα ποθούμε. Κι έπειτα βρίσκεσαι σε τέτοια δάση απάτητα. Να εξερευνήσεις ποιο πράγμα; Πόσες σκιές μπορείς να αντέξεις να ψιθυρίζουν και να φτερουγίζουν στο ημίφως; Τι δουλειά έχω εγώ εδώ πέρα; Πού είναι το παιδί που ήμουν; Τί του κάνατε; Γιατί; Για να μάθω ποδήλατο με δύο ρόδες; Για να μάθω να γράφω το όνομά μου; Για να μου μάθετε σκοποβολή μ' εκείνο το παλιό τουφέκι; Για να δουλεύω και να αγοράζω πράγματα που θα σαπίσουν; Για να πεθάνω και να καταλήξουν τα απομεινάρια μου σ' ένα οστεοφυλάκιο; Ούτε τάφο δεν θα έχουμε εδώ που ζούμε.
Τώρα που γράφω, προηγουμένως ένας φίλος μου παλιός μου έστειλε ένα μήνυμα: «Καλό βράδυ! Πέτρος». Έχω να τον δω ή να του μιλήσω δέκα χρόνια! (Και πιο πριν, άλλα τόσα). Ποιος ξέρει τι θυμήθηκε από μένα μέσα στη νύχτα, και μου έστειλε αυτό το μήνυμα στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Δεν ήξερε τι να μου πει, έπειτα από τόσο καιρό. Καλό βράδυ! Για μια στιγμή θέλησα να του απαντήσω «Επίσης! Παντελής», αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να έμενε με την ιδέα ότι έστειλε αυτό το μήνυμα μέσα στη νύχτα, στο άγνωστο, απ' όπου κανείς δεν περιμένει απάντηση, κι έτσι δεν είπα τίποτε. Αναζητούσε κι αυτός τα χαμένα του χρόνια, που είχαν γίνει πρόσωπα, ιστορίες, παρελθόντα που όλοι ονειρευόμαστε να τους στείλουμε ένα μήνυμα και να μας απαντήσουν, να μας πουν τι γίνεται πίσω στον χρόνο, τον χρόνο που μας άφησε, τον χρόνο που απολιθωμένος κάπου μας άφησε όπως ήμασταν, τον χρόνο που μας ασπρίζει τα μαλλιά, όσα μείνανε, στα παρελθόντα που όλοι νοσταλγούμε, να πάρουμε μια απάντηση από το παρελθόν, ή έστω να στείλουμε πίσω στο παρελθόν μας ένα μήνυμα, «καλό βράδυ!». Ακόμη νύχτα είναι φίλε, δεν ξημέρωσε ποτέ, ακόμη μεθάμε και γελάμε με παράξενες ιστορίες και ονειρευόμαστε περιπέτειες, όπως όταν ήμασταν μικροί, σε όμορφα δειλινά που χάθηκαν για πάντα, αλλά που ζουν ακόμη μέσα στον λαβύρινθο του μυαλού μας, τριγυρνώντας σαν φαντάσματα μέσα στους διαδρόμους, συγκρουόμενα με τις ελπίδες και τα όνειρά μας, τα κατορθώματά μας, τις φαντασιώσεις άλλων εαυτών μας, που ποτέ δεν υπήρξαν αλλά ίσως κάποτε να υπάρξουν, σε μια άλλη ζωή, όταν εγώ δεν θα είμαι εγώ, εσύ δεν θα είσαι εσύ, αλλά και οι δύο θα είμαστε κάποιος άλλος, ίσως, κάποτε, κάπως, κάποιος. Έτσι ταξιδεύουν τα μηνύματα μέσα στη νύχτα, σταλμένα χωρίς λόγο, από μια κρυφή παρόρμηση, με αγωνία, προς άγνωστο πια παραλήπτη, αναπάντητα.
Σε λίγες μέρες έρχεται το 2008. Ποτέ μου δεν περίμενα ότι κάποτε θα ζω στο 2008. Πάντα ήταν από τις χρονολογίες που για τη γενιά μου συνδεόταν με την επιστημονική φαντασία. Πριν από τόσα χρόνια, δεν το ήξεραν οι παρέες μας ότι οι άνθρωποι θα είναι κολλημένοι σε κινητά τηλέφωνα, στο internet, σε οθόνες τηλεοράσεων και ηλεκτρονικών υπολογιστών, σαν ζόμπι από τις ταινίες του Ρομέρο, σαν νεκροζώντανοι που συνεχίζουν να κάνουν αυτοματικά αυτό που έκαναν όταν κάποτε ζούσαν, κι όλοι θα είναι τόσο μόνοι, τόσο απεγνωσμένοι, κι όλοι θα ακούνε τα λαϊκά που μισούσαμε, θα υπολογίζουν με το κομπιουτεράκι τους λογαριασμούς, θα στήνονται στις ουρές των τραπεζών, των λεωφορείων, των δημόσιων υπηρεσιών, των κινηματογράφων, των γάμων, των κηδειών, των τίγρεων. Κι όλοι κοιμούνται όρθιοι, χωρίς όνειρα, χωρίς ξυπνήματα, χωρίς καν κουβέρτες, μέσα στο κρύο.
Η Οδύσσεια του Διαστήματος ήρθε και πέρασε, από το 2001 ακόμη, κανείς δεν την κατάλαβε. Τώρα έρχεται το 2008. Ο κόσμος είναι αυτό που πάντα ήταν. Ένα ανελεύθερο μέρος, γεμάτο αδικία, παράνοια, ατιμία, λάθη, αλαζονεία, μίσος, φόβους, κι ο κόσμος ακόμη περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία…ποιανού πράγματος; Δεν ξέρουν καν για ποιο πράγμα μιλάνε. Βαρέθηκα να μιλούν οι άνθρωποι και να μην ξέρουν για ποιο πράγμα μιλάνε. Είναι καλύτερα να ξέρουν και να μη μιλούν για ποιο πράγμα ξέρουν, (όχι από μυστικισμό, απλά, έτσι, για ποικιλία).
Μετρώ τους νεκρούς μας, τις απώλειες. Χαμένοι φίλοι, χαμένοι συγγραφείς, χαμένα είδωλα, καλλιτέχνες, ήρωες, ακόμη και άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε ποτέ τίποτε γι' αυτούς αλλά θα θέλαμε τόσο πολύ να τους είχαμε γνωρίσει αν γνωρίζαμε κάτι γι' αυτούς, κι ακόμη κι αυτοί χάθηκαν, ναι, πρέπει να χάθηκαν πολλοί ακόμη κι απ' αυτούς. Όλοι αυτοί, οι νεκροί μας, δεν το είχαν φανταστεί ότι δεν θα ζήσουν το 2008. Έκαναν όνειρα για τις μακρινές χρονολογίες. Φανταζόντουσαν εξελίξεις, μελλοντικές περιπέτειες, νέους φίλους, νέα βιβλία, νέα τραγούδια, ταξίδια, ανέλπιστες ευκαιρίες, ήττες και θριάμβους, ένα καλύτερο σπίτι, ένα οποιοδήποτε μέλλον. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Δεν ξέρουμε ποια χρονολογία θα μείνει για εμάς φανταστική.
Ζούμε μέσα στη φαντασία μας, έτσι κι αλλιώς. Δεν ανησυχώ. Ξέρω τι συμβαίνει.
Ο Ηράκλειτος είχε ένα αγαπημένο φαγητό, είχε παιδική ηλικία, είχε όνειρα, αλλά όλοι ξέρουν πια γι' αυτόν μόνο το ποτάμι, και τη φωτιά. Ο Όμηρος δεν ήταν ο Οδυσσέας ή ο Αχιλλέας, αλλά όλοι ξέρουν πια μόνο τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, κανείς δεν ξέρει τίποτε για τον Όμηρο. Ο Ρόμπερτ Λουίς Στήβενσον πρέπει να είχε ένα τετραδιάκι με διευθύνσεις φίλων, σημειώματα, λίστες για ψώνια, και πρέπει να είχε ένα αγαπημένο πουκάμισο, μια πίπα, μια αγαπημένη κουβέρτα, ένα τατουάζ που του άρεσε πάνω στο δέρμα μιας ιθαγενούς στη Σαμόα, μια χιλιοειπωμένη προσευχή, δεν ήξερε ότι το μόνο που θα έμενε από αυτόν θα ήταν το Νησί των Θησαυρών και ο Δόκτωρ Τζέκυλ, οι Νέες Χίλιες Και Μία Νύχτες, και κάτι ποιήματα για τα παιδάκια. Ο Νταβίντσι δεν είχε μόνο τη Τζοκόντα, είχε και μάνα, και κανείς δεν μνημονεύει το χαμόγελό του.
Ζούμε μέσα στη φαντασία μας, έτσι κι αλλιώς.
Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε το 2008, μετά Χριστόν, κι ούτε που ξέρουμε τίποτε για το 2008 προ Χριστού. Έτσι, κάποτε κανείς πια δεν θα θυμάται τίποτε για το 2008 μας.
Δεν είμαι πια το παιδί που ήμουν κάποτε, 2008 αιώνες πριν. Είναι σαν να έχουν περάσει αιώνες, σαν να μην ήμουν εγώ ποτέ. Τώρα έχω παιδιά δικά μου. Και δεν μπορούν να παίξουν στις αλάνες που εγώ κάποτε έπαιζα. Έχουν χαθεί σε εναλλακτικούς χωροχρόνους, και τα παιδιά μου μπορούν να μάθουν για τις περιπέτειές μας σε αυτές τις αλάνες, μόνο μέσα από μένα. Θα τους μεταφέρω μια ζωή που δεν είναι δική τους, μέσα στη δική τους, όπως κάνουν όλοι οι γονείς. Κάποτε, σύντομα, δεν θα θυμούνται τίποτε από το 2008 μας, είναι μικρά ακόμη. Δεν θυμάμαι τι θυμόμουν όταν ήμουν στην ηλικία τους. Οι δυνάμεις του σκότους με κρατούν μακριά από την αληθινή ζωή μου, το ίδιο θα συμβεί και στα παιδιά μου, στα παιδιά μας. Και το φως που παράγουμε με την ελπίδα μας, δεν είναι ποτέ αρκετό, για να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του σκότους, δηλαδή την άλλη πλευρά του νομίσματός μας, την άλλη πλευρά του χρόνου, τη νύχτα, που όπως κατακλύζει τον κόσμο με εναλλαγές, έτσι κατακλύζει και το πνεύμα μας, με επίπονες εναλλαγές. Τη βαρέθηκα αυτήν τη νομοτέλεια. Νομίζω ότι εγκρίνω την ιδέα μιας ολοκληρωτικής ανατροπής της, και ό,τι είναι να γίνει ας γίνει, να τελειώνουμε. Ο καθένας ας μετρηθεί για την αξία του, ο κόσμος μας επίσης.
Το μυστήριο του χρόνου συνεχίζει να μου είναι ακατανόητο, είναι το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια, δεν ξέρουμε απολύτως τίποτε γι' αυτό. Το μυστήριο της ζωής μας, επίσης. Εννοώ της προσωπικής ζωής μας, όχι της ζωής γενικώς. Δεν καταλαβαίνω τίποτε. Όλα είναι κλειδωμένα για μένα, κι όλα επίπονα τα ξεκλειδώνω. Όλα τα βλέπω για πρώτη φορά, και όλα με εκπλήσσουν. Ξανά και ξανά. Μένω συνεχώς άναυδος από την όλη συνομωσία των πραγμάτων. Κι όλο ανακαλύπτω τα πιο σκοτεινά πράγματα, μου αποκαλύπτονται αλύπητα. Ξανά και ξανά.
Πώς μας την έφερε έτσι ο Χρόνος; Να μην μπορώ να δω τον εαυτό μου στο μέλλον, να μη θυμάμαι καλά τον εαυτό μου στο παρελθόν, και το παρόν μου να είναι ένα σκοτεινό δάσος γεμάτο ιδέες που ακόμη προσπαθώ να εξερευνήσω, κι εγώ κάποτε νόμισα ότι μπορείς να το διασχίσεις όλο το δάσος, πέρα ως πέρα, κι ακόμη παραπέρα, τι δουλειά έχω ακόμη μέσα στις σκιές του; Κι από την άλλη, πώς βρέθηκα εγώ εδώ πέρα, σ' αυτόν τον μελλοντικό κόσμο, ανάμεσα στους φαύλους και στους βαρβάρους, σ' έναν κόσμο χειρότερο, πώς βρεθήκαμε εδώ πέρα, εμείς, που παίζαμε με τα τόξα μαζί με τον Ρομπέν των Δασών, που καλπάζαμε μαζί με τον Ιβανόη, που βουτούσαμε στους βαθύτερους βυθούς μαζί με τον Κάπταιν Νέμο, και περνούσαμε πέρα από τους καθρέφτες μαζί με την Αλίκη, που ονειρευτήκαμε διαστημικές αποικίες, αθανασία, αιώνιους έρωτες, αχώριστες φιλίες, εμείς, που τραγουδούσαμε τα πιο επαναστατικά τραγούδια, που ονειρευτήκαμε ταξίδια μακρινά; κι εγώ που, όπως όλοι οι συγγραφείς, εγώ που έβλεπα τον παράδεισο σαν μια βιβλιοθήκη, ακόμη δεν την έχω τη βιβλιοθήκη, όλο τη φτιάχνω και όλο τη χάνω, όλο μου την παίρνουν, όλο μου διαφεύγει, σαν τον παράδεισο.
Σκέφτομαι ότι, κατά βάθος, όλοι μας ζούμε με την ελπίδα. Δεν έχουμε τίποτε άλλο. Έχουμε μόνο την ελπίδα και τη φαντασία μας, όλα τα άλλα είναι ψεύτικα. Αυτά είναι ακόμη αγνά, ίσως, είναι ακόμη δικά μας, αιώνια, όπως ήταν πάντα.
Και τώρα, λίγες μέρες πριν από το 2008 (ή λίγες μέρες μετά, τι σημασία έχει), προσπαθώ να αντικρίσω μπροστά μου τον χρόνο, και βλέπω καθαρά, βλέπω μονάχα τις ελπίδες μου, βλέπω μονάχα τις ελπίδες μας. Είναι τόσο εύθραυστες. Κι είναι τα πιο σημαντικά πράγματα του κόσμου, τα μόνα αληθινά πράγματα του κόσμου, τα μόνα αληθινά πράγματα σε έναν ψεύτικο κόσμο. Οι ελπίδες μας. Βλέπω μπροστά στον χρόνο μας, και βλέπω καθαρά, για πρώτη φορά, βλέπω καθαρά, βλέπω μόνο τις ελπίδες μας. Βλέπω τις ελπίδες μου. Βλέπω και τις δικές σου ελπίδες, όποιος κι αν είσαι εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές που τις έγραψα ένα βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, καθώς ψηνόμουν στον πυρετό, ολομόναχος, «πάνω στο τραπέζι του διαβόλου» (όπως έγραψε κάποτε ο Κόντογλου, και όπως, νομίζω, ο Μπέκφορντ). Τις βλέπω τις ελπίδες σου. Ποιος ξέρει πόσες ελπίδες έχουμε κοινές. Ποιος ξέρει τι μοιραζόμαστε εμείς οι δύο. Ποιος ξέρει πόσοι είμαστε.
Έτσι, χωρίς να τις γράψω, παρά μόνο να τις κοιτώ στον ορίζοντα, στέλνω κι εγώ το μήνυμά μου προς το άγνωστο, ανείπωτο, προς άγνωστο παραλήπτη, το μήνυμα με τις ελπίδες μου, κι εύχομαι οι ελπίδες σου, αναγνώστη, να είναι καλές ελπίδες, σαν τις δικές μου, κι όλες να έχουν έστω και μια μικρή ευκαιρία να γίνουν αληθινές, το 2008 που έρχεται, που ήρθε, που θα φύγει.
Να, φίλοι μου, κι έτσι νιώθω, εδώ στο καράβι των αιώνων μας και των ταξιδιών μας, πώς γι' ακόμη μια φορά, στρίβουμε τη γωνία, και πλησιάζουμε στο ύστατο σύνορο, κανείς δεν ξέρει τι μας περιμένει πίσω από εκεί, μόνο πλησιάζουμε, όλο και πιο μακριά, στην άκρη του γνωστού μας χρόνου, πλησιάζουμε, πάλι, στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Οι άνθρωποι το ονόμασαν έτσι, εκεί, στην άκρη της Μαύρης Αφρικής, γιατί δεν ήξεραν τι θα τους τύχει πιο πέρα, στον άγνωστο ωκεανό, κι είχε μεγάλες φουρτούνες εκεί πέρα, στο ακρωτήρι στην άκρη του κόσμου, και γι' αυτό το ονομάσαμε, εμείς οι άνθρωποι, το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος.
Αυτό γράφει ο χάρτης ακόμη, το 2008, κι έτσι παίρνουν κουράγιο οι ναυτικοί, και ξεγλιστρούν από το ακρωτήρι, και απομακρύνονται πέρα στον ωκεανό, μαζί με τις ελπίδες τους. Αφού ζούμε ακόμη, δεν μας πρόδωσαν. Κι αυτό σημαίνει, αν το καταλαβαίνω καλά, ότι δεν μας πρόδωσε ακόμη ο εαυτός μας. Αν υπάρχει μια αρετή αληθινά μεγάλη, είναι η γενναιότητα. Αυτήν την αρετή αν έχουμε, πάντα στο πλευρό μας, δεν θα φοβόμαστε τίποτε, όταν χαθεί στον ορίζοντα πίσω μας το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Κι από αυτό το κατάστρωμα, έχει τη μεγαλύτερη θέα που είδες στη ζωή σου. Είμαστε ακόμη εδώ, πάνω στην πλώρη, ζωντανοί, έπειτα από τόσα και τόσα. Τι να φοβηθούμε;

ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ
Μικρούλης εγώ, πάνω στην κερασιά εκεί σκαρφαλωμένος με τις ώρες
κρατιόμουν καλά από τα κλαδιά και κοίταζα πέρα, σε ξένες χώρες.
Είδα τους διπλανούς κήπους που ξανοίγονται μέσ' στα λουλούδια πέρα εκεί
κι άλλα πανέμορφα μέρη να φαίνονται που ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί.
Είδα τα νερά του ποταμού να κυλούν και τον γαλάζιο καθρέφτη τ' ουρανού
είδα ανθρώπους πρός την πόλη να περπατούν και τους μεγάλους δρόμους που οδηγούν αλλού.
Αν κατάφερνα ένα δέντρο πιο ψηλό να βρω
όλο και πιο μακριά θα μπορούσα να δω
εκεί που το ποτάμι με την θάλασσα γίνετ' ένα
στα πλοία που φεύγουνε για μέρη ξένα,
εκεί που οι δρόμοι, από κάθε χέρι,
μακριά οδηγούν στων ξωτικών τα μέρη
εκεί που τα παιδιά πάνε για ύπνο αργά
κι όλα τα παιχνίδια είναι ζωντανά.
(Ρόμπερτ Λουίς Στήβενσον)

ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Στον γρίφο του κόσμου, οι οθόνες των τηλεοράσεων χιονίζουν, η θλίψη των εικόνων που φεύγουν, όλο φεύγουν. O Μαλλαρμέ είπε ότι όλα γίνονται για να καταλήξουν σ’ ένα βιβλίο. Βιβλιοθήκες οι αναμνήσεις μου, ποτέ δεν θα τις εξερευνήσω όλες, θέλω να ζήσω στον Βορρά, μακριά, πολύ μακριά από οπουδήποτε, στις Εβρίδες νήσους ή στα Σέτλαντ. Στη Νήσο του Μαν, στην ιρλανδική θάλασσα, υπάρχει ένα μουσείο μαγείας σ’ έναν μικρό πύργο μέσα στην ερημιά, και πέρα από τις ακτές της Ιρλανδίας στον Ατλαντικό, στις Νήσους Άραν, στο Ίνισμόρ, στη μέση του πουθενά στέκει ένα άγαλμα του Aengus που κρατά δόρυ και δείχνει ψηλά πάνω στο βουνό, προς ένα κάστρο στα σύνορα του κόσμου και της μεγάλης θάλασσας, γαντζωμένο πάνω στους γκρεμούς απ’ όπου αγναντεύεις τα κύματα που σκάζουν εξακόσια μέτρα κάτω. Σε ένα γκρίζο βουνό, στη Θούλη, στην Ισλανδία, πάνω σε έναν βράχο καθόμασταν μαζί με τον γέροντα Σβέινμπιορν Μπεϊντέινσον με τη μεγάλη γενειάδα, και προσευχόμασταν στον Θωρ, με τραγούδια της νέας Edda που ο γέροντας συνέθετε τις νύχτες στο ερημητήριό του, γράφοντας σε ένα βιβλίο με εξώφυλλο από δέρμα φώκιας. Στο Άμπερφόιλντ, στην πύλη των Highlands, μέσα στη νύχτα βρήκαμε στην ερημιά τον τάφο του αιδεσιμότατου Ρόμπερτ Κερκ, που τον έκλεψαν τα ξωτικά επειδή έγραψε ένα βιβλίο προδίδοντας τα μυστικά τους, κι όμως αυτός ακόμη βρίσκεται εκεί θαμμένος από τον δέκατο πέμπτο αιώνα, στους πρόποδες του Fairy Hill.
Το Σύμπαν κρύβεται μέσα στα βιβλία. Γιατί διηγείται τα πάντα για τον εαυτό του στους εαυτούς μας; Πέρα μακριά, στο μαύρο διάστημα που κρέμεται από πάνω μας, η ελπίδα ταξιδεύει και δημιουργεί τα σύμπαντα. Υλοποιείται στις μικρότερες πιθανότητες, ανατινάζει τους ήλιους, δονεί τα pulsars, κατασκευάζει αστρικά όνειρα, γράφει ποιήματα με τους γαλαξίες και παίζει μουσική με τις τροχιές.
Στο άπειρο των κόσμων είναι γραφτό να δικαιωθούν όλες οι υποθέσεις, να ισχύσουν όλες οι πιθανότητες, να υλοποιηθεί αργά ή γρήγορα κάθε φαντασία και όλα εκείνα που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Στο άπειρο του χρόνου, καμιά ματαιότητα δεν θα παραμείνει, κανένα παρελθόν δεν θα σβήσει δίχως να επαναληφθεί ξανά και ξανά, καμιά προφητεία δεν θα μείνει ανεκπλήρωτη, κανένα ταξίδι δεν θα τελειώσει ποτέ. «Το ξέρω πως είμαι αθάνατος, καρδιά μου. Έτσι, μαζί περάσαμε τρισεκατομμύρια χειμώνες, κι άλλα τόσα καλοκαίρια, και μας περιμένουν ακόμη τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα. Ποιός από τους περαστικούς εαυτούς μου σου γράφει άραγε τώρα αυτές τις γραμμές;...» (Γουώλτ Γουίτμαν)
Πού είναι όλοι εκείνοι οι τόποι που ο άνεμος φέρνει κάτι από αυτούς μέχρι το παράθυρο μου και μέχρι την καρδιά μου; Γιατί είμαι έγκλειστος εδώ; Πού είναι η ουτοπία; Γιατί όλοι γύρω μου είναι τόσο τοπικοί και τροπικοί, και λένε ότι είναι άτοπο το όνειρο, και δεν το ξέρουν πως είναι άτροπος ο μυστικός πόθος της ψυχής; Ο Κόσμος δεν είναι η γειτονιά σας! Είναι απέραντος, πολύτροπος, άγνωστος, αχαρτογράφητος. Ακόμη κι εκείνα τα αμέτρητα μακρινά αστέρια που βλέπετε τη νύχτα (όταν δεν έχετε το κεφάλι σκυφτό), είναι μονάχα αυτά που μπορείτε να δείτε.
Φυσικά, εγώ δεν είμαι εγώ, πώς θα μπορούσα να είμαι μόνο εγώ και τίποτε άλλο; Το Σύμπαν ολόκληρο καθρεφτίζεται μεσ’ στην καρδιά μου και στον νού μου, κι αυτό είναι μυστικό, κι όμως το Σύμπαν δεν είναι ο μικρός μου νους, κι αυτό είναι φανερό.
«...Υπάρχουν κι άλλα πράγματα, Οράτιε, στον ουρανό και στη γη, που δεν τα ονειρεύτηκε ποτέ η φιλοσοφία μας...» απαντούσε ο Σαίξπηρ –ή, τέλος πάντων, ο Φράνσις Μπέηκον– χτυπώντας συγκαταβατικά στον ώμο έναν διαχρονικό Οράτιο, που πάντα νόμιζε ότι ο κόσμος και ο χρόνος είναι η γειτονιά του, ο δικός του μικρός νους, και τίποτε παραπάνω. Κι ίσως να ‘ναι ακριβώς έτσι, ο κόσμος μας να είναι ο κόσμος του Οράτιου κι όχι του ποιητή, γι’ αυτό και κάποιοι άνθρωποι θέλησαν να φύγουν μακριά από τη μετριότητα και την ανοησία, τη μισαλλοδοξία, τη λήθη και τη θλίψη, τις κακές μητριές του κόσμου μας που κυβερνούν τόσο ανελέητα τους ανθρώπους. «Οπουδήποτε! Αρκεί να είναι μακριά από αυτόν τον κόσμο…» αναφωνούσε ο Μπωντλαίρ.
Ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη, είδα τις βροχές όλες ίδιες, και παντού οι άνθρωποι νιώθουν καλύτερα αν τους δώσεις μια καλή κουβέντα κι ένα χαμόγελο. Τραγουδούν οι νεκροί στο φεγγάρι (εκεί πηγαίνουν), και καμιά φορά, μαζί με τους φίλους μου, ακούμε μέσα στη νύχτα τα τραγούδια τους στο ραδιόφωνο, στα βραχέα. Ό,τι αγαπάμε φεύγει, αλλά ξανάρχεται να μας βρει μεταμφιεσμένο, είναι πια ένα κομμάτι από τον εαυτό μας. Κλωνισμός. Είμαστε όλοι κλώνοι των αναμνήσεών μας. Κι ο νους μας είναι η χώρα των θαυμάτων, κι όμως δεν ξέρουμε τίποτε γι’ αυτήν.
Πώς είναι δυνατόν ένα μικρό σπιρτόκουτο με χρώματα λευκό, κόκκινο και μαύρο, που έχει πάνω του μία μικροσκοπική γκραβούρα με μια γέφυρα σ’ ένα ποτάμι και κάτι μαύρα δέντρα απόμακρα, να με κάνει να ονειρεύομαι; Ποιο είναι το τρομερό μυστικό ενός πράγματος που υπονοεί κάποιο άλλο, που συνεννοείται κρυφά με τον νου μας χωρίς την άδειά μας, δείχνοντας μας έτσι ότι όλα τα πράγματα υπάρχουν μέσα σε όλα τα πράγματα; Με ποιον άμετρο τρόπο, κάθε κίνηση και κάθε λέξη μου, αναπαράγεται συνεχώς μέσα στο νου των ανθρώπων που συναντώ;
Κι όλοι ψάχνουν για τον θησαυρό, αλλά κανένας δεν τον βρίσκει. Είσαι αθώος όταν ονειρεύεσαι –αυτό λέει εκείνο το τραγούδι του Tom Waits– κι όλοι οι μεγάλοι μουσικοί ονειρεύτηκαν τις μουσικές τους. Μερικοί δεν τις έπαιξαν ποτέ. Οι άνθρωποι πρέπει να κρίνονται από τα όνειρά τους (και όχι από τα έργα τους). Κι όμως, τελικά κανείς δεν ξέρει πού θα πάμε, αλλά όλοι θέλουν να μας οδηγήσουν –τι κρίμα που κανείς δεν θέλει απλά να πάμε για βόλτα. Μια εκδρομή στο Άγνωστο: για πικ-νικ στην άλλη άκρη του Σύμπαντος.
Έτσι κι αλλιώς, όλα είναι ψέματα, από πού ήρθε όλη αυτή η περιέργεια για την αλήθεια; Άλλωστε, εγώ ήθελα να φύγω. Ωραία περάσαμε, αλλά σκέφτομαι ποιος απ’ όλους θα θυμάται ποιον απ’ όλους. Να οι δύο τελεσίδικες ανθρώπινες τάξεις: αυτοί που τους ξεχνούν και αυτοί που τους θυμούνται.
Ωραία. Ας μιλήσουμε με γρίφους. Ταξίδεψα κι εγώ στη θάλασσα. Γιατί αυτό δεν με κάνει ναύτη; Ποιο είναι το μυστικό που κρύβουν τα μυστικά; Καμιά μαργαρίτα δεν είναι όλες οι μαργαρίτες, κι όμως είναι. Ποιος είναι αυτός που εκδίδει τα εισιτήρια; Μονάχα τους ελεγκτές έχω δει. Πουθενά δεν αναγράφεται ο προορισμός της αμαξοστοιχίας. Σταθμοί δεν υπάρχουν. Από πού ανέβηκαν όλοι αυτοί;…
Δεν επιθύμησα κανέναν κανόνα, αλλά τους θαύμασα όλους για τη γενναιότητά τους να συντηρούν άψογα τον εαυτό τους. Το παιχνίδι δεν είναι στημένο. Διότι δεν υπάρχει παιχνίδι. Υπάρχουν μόνο οι κανόνες του, όλοι τους αποστηθίζουν, τους υπακούν, άλλοι προσπαθούν να τους αλλάξουν, αλλά κανένας δεν παίζει…
Ναι, τα πράγματα εδώ γύρω δεν είναι αυτό που φαίνονται, αλλά πίσω από όλα τα πράγματα κρύβεται μόνο η θλίψη. Κι όμως, εξερευνώντας αυτή τη θλίψη, καταδυόμενος στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης τραγωδίας, κατανοώντας μέσα από τη θλίψη του την ίδια τη θλίψη του κόσμου, ο ονειροπόλος τελικά ανακαλύπτει χαρά. Είναι η ίδια η βαθιά χαρά της ύπαρξης, εκείνη που κινεί τον κόσμο και τα όντα. Η ώριμη χαρά της περιπέτειας, η γνώση πως η ζωή μας είναι μια μυστηριώδης περιπέτεια και πως κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει το επόμενο ξημέρωμα. Η ενατένιση του μυστηρίου του χρόνου.
Μέσα από αυτή τη χαρά, ο ονειροπόλος τραγουδά τον ολόδικό του εσπερινό και τον απευθύνει στη Ρέμβη, γίνεται ο εφευρέτης της Ελπίδας (
Esperanza). Μέσα από αυτήν τη θλίψη των όντων, οι άνθρωποι έφτιαξαν τη μουσική, την ποίηση, αναζήτησαν τον Θεό, εξερεύνησαν τ’ αστέρια. Μέσα από αυτήν τη θλίψη των όντων ένας αυτόχειρας δημόσιος υπάλληλος στην Πρέβεζα έγραψε τον Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων, και μέσα από αυτήν τη θλίψη των όντων ένας κουφός συνέθεσε την Ωδή στη Χαρά. «Εν τω κόσμω θλίψιν έξεται, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον…» Ο C. S. Lewis έγραφε: «Οι άνθρωποι γράφουν γιατί είναι μόνοι, και διαβάζουν για να μην είναι μόνοι…» Ευχαριστώ για την παρέα...


ΦΩΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΦΩΣ!

Το Somewhere Over the Rainbow τραγουδισμένο θλιμμένα από την Tori Amos με ανεπαίσθητο πιάνο, τα μικρότερα πουλιά πετούν ελεύθερα στον άνεμο από σκεπή σε σκεπή, γιατί να μην μπορούμε κι εμείς; Σε ένα μοναχικό αντίσκηνο μέσα στους πάγους, στη μέση του πουθενά, αργοπεθαίνει ο Σκοττ, ο αποτυχημένος εξερευνητής της Ανταρκτικής, και γράφει ένα σημείωμα μέχρι που παγώνουν τελείως τα χέρια του: «Θέλω να μιλήσω για τη γενναιότητα των συντρόφων μου, που κείτονται ακίνητοι δίπλα μου, εδώ, στην άκρη του κόσμου…»
Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει αρετή μεγαλύτερη από τη γενναιότητα (αν και κάθε αρετή περιέχει όλες τις άλλες). Εκτός και αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς: όπως εκείνος ο Ρώσος αστροναύτης που τον ξέχασαν έναν ολόκληρο χρόνο πάνω στον διαστημικό σταθμό, τον άκουγαν στον ασύρματο να μονολογεί τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας ολομόναχος στο διάστημα, έχοντας μόνο ένα μικρό φωτάκι να τον φωτίζει, κι όταν επιτέλους τον κατέβασαν στη Γη, όλος ο κόσμος είχε αλλάξει μορφή, και το σώμα του τσακίστηκε εξαιτίας της ξαφνικής μεγάλης βαρύτητας... Ποιος θα μας πει όλα τα μυστικά του κόσμου, και πώς θα αντέξουμε τη βαρύτητα;
Η καλή νεράιδα εξ ουρανού τραγουδά στον Πινόκιο, στην ξύλινη μαριονέτα που θέλει να γίνει άνθρωπος: «
When you wish upon a star, like dreamers do, makes no difference who you are...» Το σύνθημα παραμένει: Ad Astra Per Aspera. Οι αστρονόμοι κοιτούν προς τα άστρα αλλά δεν βλέπουν τίποτε πέρα από μαθηματικές και χημικές εξισώσεις, ορισμούς και περιορισμούς. Συχνά, βλέπετε, είναι κι αυτοί δημόσιοι υπάλληλοι, περιμένουν τη σύνταξη και παίρνουν δώρο Χριστουγέννων, τιμής ένεκεν του άστρου της Βηθλεέμ.
Κι όμως, ο φίλος αστρονόμος-ποιητής, καθηγητής Χρήστος Γούδης, μέσα στο έναστρο ημίφως έγραφε:
«Ο κόσμος της Αστρονομίας σκοτεινός, οι αστρονόμοι άλλωστε τη νύχτα συνευρίσκονται, για το όποιο υπερκόσμιο ή χθόνιο εγχείρημά τους, τη βοηθεία τεχνητών μεταβαλλόμενης γεωμετρίας αισθητηρίων οργάνων, κι εγχειριδίων παλαιόθεν διακοσμηθέντων υπό μοναχών, και δουλεμένων στα χυτήρια, της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.
Porto Leone, σου διάρπαξαν το λιοντάρι σου! Giordano Bruno, ad astra per aspera!... Οι θόλοι των εκκλησιών εδώ και χρόνια διαπλέκονται, στον ευσεβή πολύστροφο εγκέφαλό τους, με τον αντίστροφα της Γης περιστρεφόμενο, Θόλο Ουράνιο τον Μέγιστο, και τα βαριά υπερουράνια στοιχεία, Πλουτώνιο Αμερίκιο Καλιφόρνιο, με τους Αγγέλους της Κολάσεως, τα heavy metals, τους on the road σε Harley-Davidson οχούμενους Mexico City Moody Blues. Εκπρόσωποι του Σύμπαντος ελέω του Παλαιού των Ημερών, τονίζουν την αναγκαιότητα της παρουσίας της ‘’Ζωής’’ στα άστρα, για τα παιδιά κυρίως, αλλά και για τους υπέργηρους ενήλικες αστέρες. Όμως οι μαύρες τρύπες ελλοχεύουν, εκτός πεδίου οράσεως των αστρονόμων και λοιπών θνητών, γίνονται καθυστερημένα αισθητές κατά την πτώση. Εκεί παγώνει ο χρόνος κι ούτε το αλεξίπτωτο δεν προλαβαίνεις να ανοίξεις, όπως και το μυαλό θα ‘πρεπε να ‘τανε εκ των προτέρων ανοιχτό, για να σε σώσει…» (De Revolutionibus, από την ποιητική συλλογή του, Ιερή Συνεύρεση).
Έχει ειπωθεί ότι η Βασιλεία των Ουρανών (δηλαδή το διάστημα) βρίσκεται μέσα μας, κάτι που όλοι αποφεύγουν να το συζητάνε και την περιμένουν να προσγειωθεί ή να απαχθούν προς τους ουρανούς, γιατί αν είναι μέσα μας τότε εμείς έχουμε όλη την ευθύνη, μια ευθύνη που κανείς δεν τη θέλει… Φαντάζομαι τη Φαντασία μας σαν ένα φως που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας, μια δέσμη φωτός που φωτίζει σκοτεινούς και μακρινούς ορίζοντες, κι έτσι μπορούμε να ρίξουμε μια βιαστική ματιά προς τα εκεί, και κάτι να ψιθυρίσουμε από εκείνο το φως, πριν μας αντιληφθούν οι άλλοι και μας κρεμάσουν επί παραδειγματισμό.
Θυμάμαι τον Παράκελσο, που από τις πολλές περιπλανήσεις και τις διώξεις και τους χλευασμούς και τις δυσκολίες, έχασε το βροντερό γέλιο του, δεν είχε κανέναν φίλο, και μια ιστορία λέει ότι επειδή δεν είχε κανέναν για να του μιλήσει, είχε αρχίσει να συνομιλεί με τη σκιά του. Άναβε ένα κηροπήγιο, καθόταν μπροστά σε έναν τοίχο και συνομιλούσε με τη σκιά του σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλές φορές τον άκουγαν να φωνάζει μόνος του. Εκείνη την εποχή έγραψε το μεγαλύτερο αριστούργημα του, το Signa Rerum. Δυστυχώς, σώζονται μόνο τα τελευταία κεφάλαια του, γιατί ο Παράκελσος κάθε βράδυ έσχιζε μερικές σελίδες, τις έβαζε φωτιά και τις πετούσε από το παράθυρο «για να δουν λίγο φως μέσα στη νύχτα επιτέλους οι άνθρωποι...»
Σε κάποια από τις σελίδες που σώθηκαν, γράφει: «Ο άνθρωπος δεν είναι σώμα. Η καρδιά, το πνεύμα, είναι άνθρωπος. Κι αυτό το πνεύμα είναι ένα ολόκληρο άστρο, από το οποίο είναι φτιαγμένος. Το άστρο αυτό ταξιδεύει μέσα στο σύμπαν. Δεν ξέρουμε από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Αλλά αν ο άνθρωπος είναι τέλειος στην καρδιά του, τίποτε σε ολόκληρο το φως της φύσεως δεν μπορεί να του είναι κρυφό. Το πρώτο βήμα στη λειτουργία αυτής της επιστήμης, είναι να αποκτήσει το πνεύμα υπόσταση από το εσωτερικό στερέωμα, με τη Φαντασία.…»
Θυμάμαι τον άγιο μοναχό της εξερεύνησης του Αγνώστου, τον Ρότζερ Μπέηκον, έγκλειστο στο πιο βαθύ και σκοτεινό κελί της φυλακής για χρόνια και για χρόνια, επειδή τόλμησε να εφεύρει τους νόμους της οπτικής, και να πει τη θρυλική φράση «η εξουσία δεν έχει καμία απολύτως δύναμη αν δεν την υπολογίζουμε…» Ο Μπέηκον έγραψε τα σπουδαιότερα φιλοσοφικά του συγγράμματα, στο φως μιας αχτίδας ηλίου που έμπαινε για μία ώρα και σαράντα λεπτά κάθε ημέρα από μια μικρή τρύπα στο θεοσκότεινο κελί του. Τυφλώθηκε στην φυλακή. Κάποτε απελευθερώθηκε, αλλά ήταν πια ένας απογοητευμένος και εξαντλημένος τυφλός γέροντας. Πέθανε ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση του. Ξεψυχώντας είπε: «Μετανιώνω που έκανα τον εαυτό μου να υποφέρει τόσο πολύ, προσπαθώντας να πολεμήσω την αμάθεια των ανθρώπων...»
Οι Μοναχοί του τάγματος του, μετά τον θάνατο του, γεμάτοι από φρίκη μόλις ανακάλυψαν τις εργασίες του, κάρφωσαν τα έργα του πάνω σε σανίδες, αφήνοντας σκουλήκια και παράσιτα πάνω στις σελίδες «για να τις καταστρέψει ο Θεός». Ο ιερέας της περιοχής αρνήθηκε να του κάνει χριστιανική ταφή. Το σώμα του πετάχτηκε σε έναν ομαδικό τάφο ζητιάνων…
Κι όμως, εμείς θυμόμαστε το όνομά του, κι εκείνη η αχτίδα φωτός, φωτίζει μέχρι σήμερα, μέσα στο σκοτάδι, μέσα από μια μαύρη τρύπα στον τοίχο και της δικής μας φυλακής.
Κι ο Θερβάντες έγραψε τον Δον Κιχώτη περιμένοντας του δήμιου το τσεκούρι, σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι αιχμάλωτος των πειρατών στο Αλγέρι, στο φως μιας ίδιας ηλιαχτίδας που έμπαινε από μια τρύπα στον τοίχο του κελιού του. Δεν έχει τάφο…
Ποιος ξέρει τι άλλο θα καταφέρναμε, έστω μέσα από το κελί μας, αν υπήρχε περισσότερο φως... Ξεψυχώντας ο Γκαίτε, ο πιο σοφός άνθρωπος της εποχής του, λένε πως αναφώνησε: «
Licht! Mehr Licht!» («Φως! Περισσότερο Φως!»), και κάποιος ηλίθιος πήγε να ανοίξει τις κουρτίνες.
Άλλωστε η λέξη Φως περιέχεται στη λέξη
Σοφός, που διαβάζεται το ίδιο και ανάποδα, έτσι κι αλλιώς…

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ανοίγω μπροστά μου τον χάρτη.
Πλησιάζω κοντά του μια μικρή λάμπα και το χαρτί του γεμίζει σκιές. Το χέρι μου διατρέχει τις διαδρομές του, οι μακρινές αποστάσεις φαίνονται λίγα εκατοστά μακριά η μια από την άλλη. Οι άνθρωποι αόρατοι. Τα όνειρα τους επίσης. Μονάχα συμμετρίες και οριοθετήσεις.
Ένας χάρτης συχνά είναι μια πολύ απογοητευτική γεωμετρία. Δεν έχει προεκτάσεις, ούτε σημεία απόδρασης. Δεν διηγείται καμιά ιστορία. Είναι ένας αυστηρός κώδικας που καθορίζει με ακρίβεια κάθε σου βήμα. Μια ιχνογραφία των ορίων της πραγματικότητας. Όμως, ποιος είναι αυτός που ορίζει την ακριβή γεωμετρία της πραγματικότητας που ζει ο καθένας μας;
Ο καθένας μπορεί να έχει τον ολόδικό του χάρτη και να είναι χαρτογράφος και εξερευνητής της δικής του γεωγραφίας. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει ένα ταξίδι μέσα στον μεγάλο χάρτη που μας φιλοξενεί, και χαράσσοντας τις δικές του διαδρομές να μεταλλάξει αυτόν τον χάρτη σε κάτι πολύ καινούργιο. Ένα μικρό ταξίδι πάνω στον χάρτη, ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στο νου.
Ίσως έτσι να μπορέσουμε να ακούσουμε λίγες από τις μυστικές ιστορίες που ο χάρτης μας κρύβει πίσω από ονόματα και συντεταγμένες…
Οι χάρτες μας αποτελούν τις σύγχρονες ιερές βίβλους της κοσμικής επικοινωνίας, ξεπερασμένες μόνο από τον παντεπόπτη ναό της τηλε-όρασης (μιας δεύτερης όρασης, της όρασης από μακριά). Είναι στον χάρτη που φανερώνεται ότι οι τόποι και οι πόλεις τους επικοινωνούν. Μια κοντινή ή μακρινή πόλη δεν είναι χαμένη κάπου στον ορίζοντα, ξεκομμένη σε έναν άλλο κόσμο, κρυμμένη σε μια ξένη τοπογραφία. Η άλλη πόλη, όποια κι αν είναι αυτή κι όπου κι αν στέκει, επικοινωνεί με την πόλη που ζεις, επικοινωνεί με δρόμους, με ατέρμονα δίκτυα δρόμων και διαδρομών, κι είναι στο χάρτη που γίνεται φανερό αυτό, κι υπολογίσιμο σαν μια αστρολογία πόλεων, μ’ όλες τις πόλεις να σχηματίζουν αστερισμούς που ενώνονται με ατέλειωτες φλέβες και αρτηρίες.
Στην ιδεατή τους φανέρωση πάνω στους χάρτες, οι δρόμοι είναι επιθυμίες ή προτάσεις για ταξίδια. Ο χάρτης σου ξετυλίγει την αποκρυπτογράφηση των λαβύρινθων της απόστασης, οι δρόμοι φανερώνονται, οι δρόμοι κουλουριάζονται και ξετυλίγονται σαν φίδια, οι δρόμοι σιωπηλά απαιτούν να τους ταξιδέψεις. Τα οδικά σήματα, τα ονόματα των οδών, η οδοσήμανση και οι κάθε είδους πινακίδες των δρόμων, είναι οι τρισδιάστατοι μεσάζοντες επικοινωνίας με το δισδιάστατο κόσμο του χάρτη, κατοπτρικά σύμβολα που μετατρέπουν την τοπολογία σε ένα δίκτυο διαγραμμάτων. Οι οδοσημάνσεις είναι τα μαγικά σύμβολα που επικοινωνούν με το χάρτη, κι ο χάρτης είναι η μαγεία του νου για να μπορεί να καταλάβει την πόλη. Κοιτώντας τον χάρτη και τα οδοσήματα και βαδίζοντας ή οδηγώντας στους δρόμους, ξεχνάς ότι ο χάρτης αντιπροσωπεύει την πόλη, πιστεύεις πια ότι η πόλη αντιπροσωπεύει το χάρτη, ταξιδεύεις πάνω στον χάρτη, παντού γύρω σου απλώνεται ο χάρτης, και μέσα απ’ αυτήν την χωροταξική αλληγορία, μέσα απ’ αυτήν την αστική κρυπτανάλυση, μ’ αυτή τη χαρτογραφική μαγεία, μεταλλάσσεις την πόλη σε σύμβολο του νου, και τελικά την κατέχεις, την ελέγχεις, φτάνεις στο σημείο να πιστεύεις ότι μπορείς να την προβλέψεις. Κι έπειτα η μνήμη της πόλης γίνεται χάρτης μέσα στον νου, θυμάσαι την πόλη ως χάρτη, η πόλη μεταμορφώνεται στο χάρτη της.
Κι όμως, οι χάρτες είναι εφευρέσεις των χαρτογράφων, συγκριτιστικές σπουδές πάνω στην τοπολογία, μονοδιάστατοι τουριστικοί οδηγοί, γεωμετρικές έμμονες ιδέες. Μπορούμε να αντισταθούμε στο παγιωμένο και στείρο έργο των χαρτογράφων της πραγματικότητας, μπορούμε να φτιάξουμε τους δικούς μας χάρτες, ακόμη και χάρτες που να έχουν νόημα μόνο για εμάς και για κανέναν άλλον.
Ο συμβατικός χάρτης είναι προσωπική υπόθεση του χαρτογράφου, όχι δική μου. Μπορώ να φτιάξω δικούς μου χάρτες, και –έτσι γι’ αλλαγή– να μην έχω την πρόθεση να τους επιβάλλω σε κανέναν άνθρωπο, ούτε να είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω αποδεκτά δόγματα για να επιβάλλω τους χάρτες μου στην Ιστορία.
Φαντάζομαι χάρτες που θα περιέχουν πληροφορίες για τις ατμόσφαιρες των τόπων. Χάρτες πόλεων που μαζί με τους δρόμους τους θα καταδεικνύουν και τις έμμονες πορείες των πουλιών. Χάρτες που, μαζί με τα υπαρκτά σπίτια, θα περιέχουν και τα σπίτια που φαντάστηκα ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν. Χάρτες αληθινών τόπων που θα συμπεριλαμβάνουν τις ονειρικές προεκτάσεις αυτών των τόπων, έτσι όπως τις είδαν σε όνειρα τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων. Χάρτες που θα σκιαγραφούν ταυτόχρονα και το παρελθόν και το παρόν αλλά και το μέλλον, όπως χάρτες μίας πόλης που θα έχουν αχνά, κάτω από την παρούσα πολεοδομία, τα ίχνη της πολεοδομίας των περασμένων αιώνων, κι ακόμη πιο αχνά τα προβλεπόμενα ίχνη της πολεοδομίας του μέλλοντος, ίσως επιβάλλοντάς την.
Φαντάζομαι χάρτες που θα σημειώνουν προσωπικές πληροφορίες, όπως το καφενείο που μου αρέσει, τη γειτονιά που έπαιζα όταν ήμουν παιδί, η οποία δεν υπάρχει πια, το ατυχές μέρος ενός ερωτικού ραντεβού που οδήγησε σε απογοήτευση, ένα δρόμο που νομίζω ότι είναι στοιχειωμένος από το φάντασμα μιας γριάς που ακόμη ζει σ’ ένα εγκατελειμένο του σπίτι, όλα τα σπίτια από τα οποία μετακόμισα στο παρελθόν, το δρόμο της πόλης στον οποίο γεννήθηκα, την περιοχή στην οποία έχασα ένα αγαπημένο αντικείμενο, το μέρος από το οποίο έχω μία καλή θέα που την προτιμώ απ’ όλες τις άλλες, το πάρκο στο οποίο έγραψα ένα ποίημα (στο οποίο θα δοθεί ως όνομα ο τίτλος του ποιήματος), τις συνοικίες στις οποίες κατοικούν άνθρωποι που αντιπαθώ (με σχετικές προειδοποιήσεις για τους περιηγητές), τις διαδρομές στις οποίες μπορεί κανείς να συναντήσει πολλά από τα δέντρα που μου αρέσουν, και άλλα πολλά…
Φαντάζομαι χάρτες που θα αποκαλύψουν –ξεκάθαρα κατά τη μελέτη τους– την τοπολογία των συμπτώσεων. Χάρτες που θα σημειώνουν όλα τα σημεία των ατυχημάτων μέσα στην πόλη, στους οποίους θα γίνεται φανερή η σχέση τους ή η επανάληψη ατυχημάτων στο ίδιο σημείο ή στην ίδια περιοχή. Χάρτες που θα σημειώνουν τα μέρη στα οποία οι άνθρωποι αισθάνονται όμορφα ή άσχημα. Χάρτες θανάτων ή χάρτες γεννήσεων. Χάρτες της πόλης που θα υποδεικνύουν τα σημεία που συγκεντρώνονται οι επίδοξοι καλλιτέχνες ή οι όμορφες γυναίκες ή οι φαλακροί, οι πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, οι χαρτοπαίκτες, οι ζητιάνοι, χωρίς να είναι συνεννοημένοι γι’ αυτό. Χάρτες για κάθε τύπο ανθρώπων που υπάρχει ή που θα μπορούσε να επινοήσει κανείς.
Φαντάζομαι χάρτες της πόλης που θα αποκαλύπτουν τα σημεία επαφής της πόλης με άλλες πόλεις, αλλά και με άλλους κόσμους. Χάρτες που θα σημειώνουν τις διαδρομές ξένων οντοτήτων μέσα στις διαδρομές της καθημερινότητάς μας. Χάρτες που θα σημειώνουν τα ακριβή περάσματα των UFO και τις διαδρομές τους πάνω από συγκεκριμένες περιοχές. Χάρτες που θα καταγράφουν τις εμφανίσεις των φαντασμάτων της πόλης. Τα λαβυρινθώδη δίκτυα των φόβων και των ανασφαλειών, των κρουσμάτων ψυχασθένειας και των καλλιτεχνικών εμπνεύσεων, των εφιαλτών και των οραμάτων, καθώς και τα δίκτυα του ύπνου.
Φαντάζομαι χάρτες που θα ξεπερνούν τις προθέσεις των χαρτογράφων τους…
Έτσι, φαντάζομαι μια χαρτογραφική λογοτεχνία.
Φαντάζομαι και τον ύστατο πολυεπίπεδο χάρτη που θα περιέχει όλους τους χάρτες μιας τέτοιας χαρτογραφικής λογοτεχνίας...
Ένας χαρτογραφικός μυστικισμός, ένα αριστούργημα Αστυμαγείας. Το ύστατο Megapolisomancy…

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Όταν ήμουν μικρός, πολλές φορές άκουγα τους μεγάλους γύρω μου να λένε: «Το ύψιστον αγαθόν είναι η ελευθερία». Η φράση αυτή με προβλημάτιζε όποτε την άκουγα, ώσπου κάποια στιγμή κατάλαβα ότι σήμαινε πως «το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι ελεύθερος».
Μπορεί να ήμουν ακόμη μικρό παιδάκι, αλλά τότε κατάλαβα ότι εγώ δεν ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορούσα να βγω από το σπίτι μου χωρίς συνοδό, δεν μπορούσα να απομακρυνθώ προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεν μπορούσα να κοιμάμαι ό,τι ώρα ήθελα, δεν μπορούσα να παίξω όποτε και όσο ήθελα, ό,τι έλεγα στους άλλους ήταν πάντα λάθος και όλοι ήθελαν να με διορθώνουν, δεν μπορούσα να αποκτήσω ό,τι ήθελα, να φάω και να πιω ό,τι ήθελα, να εξερευνήσω τον κόσμο, να πετάξω, να γνωρίσω απαγορευμένα για μένα πράγματα, να αμφισβητήσω τους δασκάλους μου, κλπ, κλπ.
Ρωτούσα τους μεγάλους γύρω μου αν είναι σωστό να έχει κανείς το καλύτερο πράγμα στον κόσμο και να είναι ευτυχισμένος μ’ αυτό. Μου απαντούσαν, ναι, είναι σωστό. Τότε τους ρωτούσα γιατί εγώ να μην έχω την ελευθερία μου, αφού αυτό είναι το «ύψιστον αγαθόν» που μπορεί να έχει κανείς. Οι μισοί μου απαντούσαν ότι ήμουν ακόμη πολύ μικρός και οι κίνδυνοι στον κόσμο ήταν πάρα πολλοί, γι’ αυτό και έπρεπε να κάνω ό,τι μου λένε και να μην είμαι τόσο ελεύθερος. Οι άλλοι μισοί μου απαντούσαν ότι ήμουν ακόμη πολύ μικρός για να τα καταλάβω αυτά και θα έπρεπε να περιμένω να μεγαλώσω για να μου παραχωρηθεί το «ύψιστον αγαθόν». Έτσι κι εγώ, έκανα υπομονή περιμένοντας να μεγαλώσω (εντάξει, έκανα και μερικές «παρανομίες» για να πάρω μία γεύση από τη μελλοντική ελευθερία μου), υπακούοντας σε ό,τι μου έλεγαν οι μεγάλοι, περιμένοντας με καρτερία τη στιγμή που θα μπορώ κι εγώ το σκλαβάκι να απολαύσω το «ύψιστον αγαθόν».
Σήμερα, έχοντας σώας τα φρένας και το ώριμον της ηλικίας, καταγγέλλω τους μεγάλους ότι με εξαπάτησαν. Όχι μόνο συνεχίζω να μην είμαι ελεύθερος, αλλά όταν ήμουν μικρός ήμουν πολύ πιο ελεύθερος απ’ ότι είμαι τώρα, σε σημείο να νοσταλγώ συχνά την ελευθερία της παιδικής μου ηλικίας!

Κατ’ αρχήν, μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι η ελευθερία δεν είναι το «ύψιστον αγαθόν». Το ύψιστον αγαθόν είναι το χρήμα. Κι αν έχεις πολύ χρήμα, μόνο τότε είσαι ελεύθερος. Για τη δική μου παιδική λογική αυτό σημαίνει ότι είσαι όμηρος. Και με το χρήμα εξαγοράζεις την ελευθερία σου. Πληρώνεις τα λύτρα. Με λίγα λύτρα πληρώνεις απλώς το δικαίωμά σου να υπάρχεις και να αναπνέεις στην πραγματικότητα, με πολλά λύτρα πληρώνεις το δικαίωμά σου να περνάς καλά και να είσαι ωραίος και αξιοπρεπής στις βόλτες σου στην πραγματικότητα, και με πάρα πολλά λύτρα –ε, τότε διαμορφώνεις την πραγματικότητα. Τα πάντα εξαγοράζονται εδώ. Διότι η ελευθερία είναι τα πάντα, κι η ελευθερία εξαγοράζεται, γι’ αυτό και είναι το «ύψιστον αγαθόν», διότι είναι το «ακριβότερον αγαθόν», αφού στην πληρότητά της εξαγοράζεται με πάρα πολλά χρήματα. (Αυτό εξηγεί και την εμμονή μας με τους ηρωικούς προγόνους μας που αγωνίστηκαν για την ελευθερία υπό το λάβαρο που έγραφε «Ελευθερία ή Θάνατος» –φράση με εννιά συλλαβές που εξηγούν και τις εννιά ρίγες στη σημαία μας– κρατάμε τα ιδανικά τους σε μια νέα κοινωνία που έχει παραφράσει λίγο αυτή τη φράση στο νέο λάβαρο «Χρήμα ή Θάνατος». Όπως και τότε, έτσι και τώρα, το «ύψιστον αγαθόν» είναι ζήτημα επιβίωσης).
Δεν είμαι ελεύθερος τώρα που μεγάλωσα, παρ’ όλες τις παιδικές προσδοκίες μου. Δεν είμαι ελεύθερος γιατί είμαι δεσμευμένος από το χρήμα, από τις υποχρεώσεις μου, από το ρόλο που απαιτούν από εμένα οι άλλοι άνθρωποι, δεσμευμένος από το φόβο για τα πάντα, τις ενοχές για τα πάντα, δεσμευμένος σε μια προγραμματισμένη καθημερινότητα, σε έναν τόπο, σε μία γλώσσα, σε μία αντίληψη, δεσμευμένος από κοινωνικές επιταγές, θρησκευτικές επιταγές, οικογενειακές επιταγές, δεοντολογικές επιταγές, γεωγραφικές και κλιματικές επιταγές, τραπεζικές επιταγές. Κι όλα αυτά δεν είναι παρά η αδόκιμη εισαγωγή στην περιγραφή του δράματος της δέσμευσής μου.
Θα μου πείτε ότι είμαι ουσιαστικά ελεύθερος, στον «ελεύθερο χρόνο» μου. Τί ειρωνεία... Τι ειρωνική έκφραση: «στον ελεύθερο χρόνο μου». Για να την κατανοούμε καλύτερα, πρέπει να θυμόμαστε ότι η λέξη «δουλειά» είναι η λέξη «δουλεία» με τον τόνο μετατοπισμένο. Γιατί, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η δουλειά είναι αυτό ακριβώς: μισθωτή δουλεία. «Δουλεύω» σημαίνει είμαι δούλος. Πέντε χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και επίπονης εξερεύνησης του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των ιδεών, το μόνο ουσιαστικό που κατάφεραν ήταν να μετατοπίσουν έναν τόνο σε μία λέξη, για να μη νιώθουμε άσχημα. Κάποτε οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν δούλοι των ισχυρών. Μέσα σε πέντε χιλιάδες χρόνια κάτι άλλαξε: τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ακόμη δούλοι, αλλά τους έχει παραχωρηθεί λίγος «ελεύθερος χρόνος». (Και «διακοπές», δύο φορές το χρόνο: μία για τον Χριστούλη και μία για τον τουρισμό).
Τέλος πάντων, δεν θέλω να κατηγορηθώ εδώ για πολιτική σκέψη, αφού θεωρώ την πολιτική σκέψη ύποπτη διαδικασία, μιας και θεωρώ την πολιτική: εφαρμοσμένη συνωμοσιολογία. Προτιμώ να κατηγορηθώ για ελεύθερη σκέψη…
(Κι η ελεύθερή μου σκέψη, κοιτώντας το παιχνίδι γύρω μου, μου λέει ότι ο νόμος που εκπέμπεται είναι αυτός: «Θα δουλεύεις για να παράγεις τα προϊόντα που θα αγοράζεις με το χρήμα που θα παίρνεις από τη δουλειά σου. Όσο πιο καλά και υπάκουα παίζεις σ’ αυτό το φαύλο κύκλο, τόσο πιο ελεύθερος θα γίνεσαι, αφού θα σου παραχωρείται όλο και πιο πολύς “ελεύθερος χρόνος”…» Μάλιστα… Τώρα καταλαβαίνω την αληθινή έννοια της παράξενης φράσης «ο χρόνος είναι χρήμα»).


Παραπάνω έλεγα ότι όταν ήμουν μικρός και διψούσα για ελευθερία, πολλοί μεγάλοι μου έλεγαν ότι «ήμουν ακόμη πολύ μικρός και οι κίνδυνοι στον κόσμο ήταν πάρα πολλοί, γι’ αυτό και έπρεπε να κάνω ό,τι μου λένε και να μην είμαι τόσο ελεύθερος». Τώρα, ή εγώ δεν μεγάλωσα ακόμη, ή οι κίνδυνοι στον κόσμο συνεχίζουν –παρ’ όλο που μεγάλωσα– να είναι πάρα πολλοί, και πρέπει να κάνω ότι μου λένε και να μην είμαι και τόσο ελεύθερος. (Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, οι «μεγάλοι» του κόσμου το λένε και κάθε μέρα από την τηλεόραση).
Επειδή όμως πλέον είμαι αρκετά μορφωμένος, μπορώ πια να αναλύσω αυτή τη ρήση των μεγάλων, με φιλοσοφική πρόθεση. (Δεν είμαι μορφωμένος επειδή πήγα στα σχολεία και στα πανεπιστήμιά τους, τελικά μορφώθηκα μόνος μου. Αφού –αν θέλετε να συνεχίσουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– τα παιδάκια τα στέλνουν στο σχολείο για να μάθουν να ξυπνάνε το πρωί, να υπακούνε σε ανωτέρους, να πειθαρχούν, και να συμβιώνουν με τα άλλα παιδάκια κάνοντας ό,τι κάνουν τα άλλα παιδάκια με στόχο την ομοιογένεια. Αυτό δεν είναι μόρφωση, είναι «κοινωνική εκπαίδευση» για να φτιάχνει εργάτες και υπαλλήλους, στρατιώτες και μέλισσες, και κατ’ εξαίρεση «ειδικούς» σε προδιαγεγραμμένους τομείς. Ή, μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, είναι μόρφωση, γιατί η λέξη «μόρφωση» σημαίνει τη διαδικασία με την οποία κάτι «παίρνει μορφή». Και, στην περίπτωσή μας, η μορφή προέρχεται από κάποιο καλούπι ενός αόρατου εργοστάσιου. Χμ, κι αν η πρέσα δεν δουλέψει σωστά, τότε το προϊόν πρέπει να πάει στο «αναμορφωτήριο». Γι’ αυτό μάλλον μου αρέσει να λέω ότι μορφώθηκα μόνος μου, όσο μπόρεσα).
Αν αναλύσω, λοιπόν, εκείνη τη ρήση των μεγάλων, με φιλοσοφική πρόθεση, θα δω ότι ανάμεσα στη μικρότητα και στην ελευθερία στέκει ένα σοβαρό διαχωριστικό εμπόδιο: ο φόβος.
Όταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου συνήθιζε να λέει μία άλλη αινιγματική ρήση, που τότε δεν την καταλάβαινα: «Ο φόβος φυλάει τα έρημα…» Σήμερα, η ίδια φιλοσοφική πρόθεση (ή αλληγορική, αν προτιμάτε) με βοηθάει να την κατανοήσω. Αναφέρεται στα πρόβατα ή –γιατί όχι– στα μικρά παιδάκια. Εννοεί ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούμε πολύ αν τα πρόβατα μείνουν αφύλαχτα, («έρημα», δηλαδή μόνα τους, χωρίς φύλακα), αφού τα φυλάει ο φόβος τους. Φοβούνται και από μόνα τους, δεν χρειάζεται να τα φοβίζουμε εμείς συνεχώς…
Λοιπόν, ένα πρώτο μου συμπέρασμα καθώς μεγάλωνα, ήταν ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος γιατί φοβάται. Τί φοβάται; Μα, φυσικά, την ελευθερία. Φοβάται την ελευθερία. (Κι όταν δεν τη φοβάται αυτός, δεν πειράζει, τη φοβούνται οι άλλοι, στο πρόσωπό του… Αν το σκεφτείτε λίγο, θα δείτε ότι οι «ελεύθεροι» άνθρωποι συνήθως είναι ύποπτοι, «αναξιόπιστοι», «αμφιλεγόμενοι», «απειθάρχητοι», «άτακτοι», «ανεξέλεγκτοι», «ιδιόρρυθμοι», «τρελοί», «παράνομοι», ακόμη και «σατανικοί»). Φυσικά, αυτό ισχύει γιατί ο άνθρωπος, πάνω απ’ όλα, φοβάται το άγνωστο (την ύψιστη σύνοψη όλων των φόβων), δηλαδή τον θάνατο. Νομίζω πως –σε ανησυχητικά μεγάλο βαθμό– είμαστε όντα της συνήθειας. Αν είμαι κλεισμένος στο βολικό, γνωστό, ασφαλές κελί μου, που στο κάτω-κάτω το έχω συνηθίσει κιόλας, γιατί να βγω εκεί έξω στο άγνωστο, άβολο, ανασφαλές και ασυνήθιστο σύμπαν για χάρη της ελευθερίας μου;

Από την άλλη, στην παιδική μου σκέψη, ελευθερία σημαίνει να κάνω αυτό που θέλω. Αλλά για να κάνω αυτό που θέλω, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να ξέρω τι θέλω. Δηλαδή, όπως το καταλαβαίνω εγώ, να έχω όνειρα, να έχω οραματικό σκοπό. Απ’ όσο ξέρω, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν, δεν έχουν ιδιαίτερα όνειρα, δεν έχουν οραματικό σκοπό, είναι βολεμένοι στο μικρό κελί τους (και δεν ανησυχούν όσο βλέπουν και τους άλλους να είναι στα κελιά τους, οπότε δεν έχουν λόγο να αισθάνονται και ιδιαίτερα άσχημα, «αφού συμβαίνει σε όλους…») Η παράξενη αλήθεια είναι αυτή: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι. Ή έστω δεν ξέρουν καν γιατί να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι, δεν έχουν καν λόγο να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι. Απ’ ό,τι φαίνεται τους αρκεί να είναι «λίγο» ελεύθεροι, είναι ικανοποιημένοι με «λίγη» ελευθερία, όχι με «πολύ». Σαν να λέμε, είναι ευχαριστημένοι αν το κελί έχει ωραία θέα από τα κάγκελα, μια τηλεόραση κι ένα μπαρ, κι επισκέπτες από τα άλλα κελιά, και που και που, όταν θέλουν, ελεύθερα, να βγαίνουν και μια βόλτα στην αυλή.
Κάποτε, συζητώντας –κάτι σχετικό με όλα αυτά– με τον μουσικό Ζαν-Ζακ Μπουρνέλ (τον μπασίστα των Stranglers), θυμάμαι μου είχε πει: «Α, είναι πρόστυχο να είσαι ελεύθερος, ή ακόμη και να θέλεις να είσαι ελεύθερος. Ποιος είσαι εσύ για να απαιτείς να είσαι ελεύθερος; Τί έχεις να παρουσιάσεις; Όταν όλοι γύρω σου είναι δούλοι του συστήματος ή του ρόλου τους, πώς μπορείς εσύ να είσαι ελεύθερος; Είναι αγένεια. Είναι σαν να πεινάνε τα παιδάκια στην Αιθιοπία κι εσύ να θέλεις μπριζόλες και αρώματα. Είναι απάνθρωπο…»
Ο ειρωνικός φιλοσοφικός κυνισμός του Ζαν-Ζακ, με είχε κάνει να γελάσω εύθυμα, χωρίς να αναλογιστώ αμέσως τις μεγάλες αλήθειες που έκρυβε. Τότε, ήταν λίγο «πανκ» όλα αυτά, η οργή και η ειρωνεία ήταν κάτι σαν κοινωνική υποχρέωση, ήταν θέμα στυλ.
Τελικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν αληθινά την ελευθερία, τους φοβίζει ή δεν την καταλαβαίνουν. Χρησιμοποιούν τη λέξη ελευθερία, ποιητικά, (μάλιστα, ίσως είναι η μόνη ποίηση που επιτρέπουν τόσο συχνά στον εαυτό τους). Οι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι ελεύθεροι, θέλουν να έχουν «δικαιώματα». Τους ενδιαφέρει η «δικαιοσύνη», όχι η «ελευθερία». Θέλουν «να έχουν το δικαίωμα» να κάνουν κάτι, να λένε κάτι, ή να είναι κάπως. Αυτό εννοούν όταν λένε ότι θέλουν «να είναι ελεύθεροι».
Δικαίωμα σημαίνει παραχώρηση δικαίου, «άδεια για το δικό μου», ας πούμε, δικαιωμένη απαίτηση. Είναι σαν να ζητάς μια άδεια από το λοχαγό σου, και να είναι υποχρεωμένος από τον κανονισμό να σου τη δώσει, αν τελείς τις προδιαγραφές γι’ αυτήν. Η λέξη «δικαίωμα», κατά τη γνώμη μου, κατά βάθος είναι προσβλητική, κάποτε κάποιος έδωσε κάποια «δικαιώματα» στους δούλους, ουσιαστικά τα απαραίτητα για μια κάπως αξιοπρεπή ζωή. Όλοι οι ανθρώπινοι αγώνες, δυστυχώς, έγιναν για το δικαίωμα στη ζωή και για την αξιοπρέπεια, φοβάμαι ότι δεν έγιναν για την Ελευθερία. Είμαστε, όπως μου το έλεγε ο Μπουρνέλ, παιδάκια σε μια πνευματική Αιθιοπία, πρέπει να ζητάμε ψωμί, νερό, περισσότερες ανάσες, όχι «μπριζόλες και αρώματα». Έπειτα από πέντε χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι –και όχι όλοι– κατέκτησαν απλώς το δικαίωμα στη ζωή και λίγο στην έκφραση, τα δεδομένα δηλαδή, και όχι την ελευθερία τους, την ατομική τους ελευθερία, πόσο μάλλον μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία. Χρειάζεται άλλα πέντε χιλιάδες χρόνια πολιτισμός για να το κατακτήσουμε αυτό. Κι εγώ δεν θα είμαι εδώ τότε…


Θυμάμαι και μια πρόσφατη συζήτηση με τον καλό μου φίλο Θόδωρο Παπαδόπουλο (αδιόρθωτο τύπο, γνωστό συλλέκτη και ιδιοκτήτη του Berlin στη Θεσσαλονίκη), όπου χαρακτηριστικά μου είχε πει:
«Παντελή, κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία. Οι άνθρωποι θέλουν ευτυχία. Δεν θέλουν ελευθερία, τί να την κάνουν; Και ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος μόνο αν είναι εξαρτημένος. Ελευθερία σημαίνει ανεξαρτησία, να μην εξαρτάσαι από κανέναν και από τίποτε, να είσαι ανεξάρτητος. Όμως, απ’ ό,τι βλέπεις, αυτό δεν είναι και τόσο φυσικό. Οι άνθρωποι, από τη φύση τους, είναι απόλυτα εξαρτημένοι από τα πάντα, επιθυμούν την εξάρτηση, μ’ αυτήν νιώθουν καλά, την αποζητούν για να νιώσουν ευτυχία, γαλήνη και αρμονία. Είναι εξαρτημένοι από τη μαμά τους και τον μπαμπά τους, από τη γυναίκα τους ή από τον άντρα τους, από το φαγητό, από την ικανοποίηση των αναγκών τους, από τα όργανα του σώματός τους, από τις αισθήσεις τους, από τον καιρό, από τις ουσίες, από το σεξ, από το σπίτι τους και τα αντικείμενά τους, από την πατρίδα τους, από το
DNA τους, από τις συνήθειές τους, από την καλοπέραση, από την ειρήνη και την ασφάλεια, από την πληροφορία, από τα σώου, από τις εντυπώσεις, από τη γνώμη και την κριτική των άλλων, από τις βιολογικές τους ανάγκες, από τον Θεό τους, κλπ. Έτσι νιώθουν ευτυχισμένοι. Έτσι έχουν μάθει. Έτσι είναι ένα με τον κόσμο γύρω τους, τον κόσμο τους. Το να αποζητάς την ελευθερία, την ανεξαρτησία, είναι σαν να θέλεις να είσαι δυστυχισμένος.
»Η πενηντάχρονη πείρα μου ως τώρα με έχει διδάξει ότι οι άνθρωποι θέλουν αγάπη, τρυφερότητα και στοργή, αποδοχή και κοινωνική αναγνώριση, ησυχία και ασφάλεια, ψυχαγωγία και φιλία, οικογένεια και δημιουργία, παρηγοριά και κατανόηση, σεβασμό, σιγουριά και καλοπέραση. Όλα αυτά είναι εξάρτηση. Δεν θέλουν να είναι ανεξάρτητοι. Δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητοι. Απλά το λένε καμιά φορά για πλάκα, για να κάνουν τους έξυπνους, τους διαφορετικούς. Αυτό είναι όλο. Αν υπήρχε αληθινή ελευθερία στον κόσμο, χαθήκαμε, καταστραφήκαμε. Κανείς δεν θα ξέρει που πάνε τα τέσσερα…»
Ο Θόδωρος είναι επίσης κυνικός και μεγάλος χιουμορίστας, αλλά νομίζω ότι είναι σοφό αυτό που μου είπε, έχει δίκιο. Στην ουσία δεν διαφέρει απ’ αυτό που μου είπε κάποτε ο Λάμα Ντόρτζιε: «Απόλυτη ελευθερία σημαίνει και ελευθερία από την ελευθερία…» Αν και αυτό είναι ένας ακροβατικός συλλογισμός, μια λεκτική μαύρη τρύπα, που στοχεύει στη «φώτιση» του ακροατή, όπως του το δίδαξαν οι δάσκαλοί του.
Από την άλλη, θυμάμαι μια παλιά μυστηριώδη συζήτηση με τον συγγραφέα Γιώργο Μπαλάνο, κατά την οποία είχε πει την θρυλική ατάκα: «Τα πάντα γίνονται για μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας…» ©


Δηλαδή, όπως το σκέφτομαι αυτήν τη στιγμή, όλα, τα πάντα, γίνονται για την ελευθερία, αλλά βήμα-βήμα, κάθε φορά έστω και για μια ίντσα παραπάνω ελευθερίας, επίπονα, αργά, σταδιακά, πολεμικά. Όμως, κοιτώ γύρω μου και μέσα μου και βλέπω ότι αυτό γίνεται απελπιστικά αργά, τόσο αργά που όταν επιτέλους κερδίζεται η ίντσα κανείς δεν το συνειδητοποιεί. Και έστω μέχρι να γίνει αυτό το βηματάκι, ο αρχικός σκοπός του έχει ξεπεραστεί προ πολλού, είναι πλέον άσκοπο, η πρόθεση έχει μεταλλαχθεί πολύ πριν καν θυμηθεί ότι κάποτε έδωσε την εντολή γι’ αυτό το τόσο καθυστερημένο βήμα. Αυτά τα βήματα, αυτά τα αργοπορημένα «ποσοστά», είναι σαν τους παλιούς καλούς επαναστάτες, που ξεκίνησαν να πολεμήσουν την τυραννία, και μέχρι να τη νικήσουν έχουν γίνει και οι ίδιοι τύραννοι.
Η Ελευθερία, αυτή η αγαπημένη κυρία των πολεμιστών και των ποιητών, ξεγλιστρά συνεχώς, ξεφεύγει από τις προθέσεις, είναι πάντα ένα βήμα μπροστά, πάντα άπιαστη, πάντα χαμένη. Δεν προσφέρει ποτέ ένα ανέλπιστο νόημα, έστω κι αν τα πάντα γίνονται γι’ αυτήν…
Ναι, βέβαια, δεν μπορούμε παρά να το παραδεχτούμε, και ο Μπουρνέλ και ο Θόδωρος και ο Λάμα και ο Μπαλάνος έχουν δίκιο. Πως θα μπορούσαν να μην έχουν; Όλοι οι ωραίοι άνθρωποι έχουν δίκιο.
Αλλά, να, δεν ησυχάζω, κοιτώ γύρω μου και βλέπω έναν κόσμο στον οποίο βασιλεύει η τερατώδης βλακεία, μια βλακεία που βγάζει μάτι. Και, έστω κι αν αυτό το συμπέρασμα κατά βάθος υπονοεί ότι εγώ είμαι ο έξυπνος ή έστω ο πιο βλάκας, δεν αντέχω αν δεν το καταγγείλω.
Βλέπω στην τηλεόραση ανθρώπους να μιλούν για ελευθερία, ενώ έχουν δεμένο το λαιμό τους με γραβάτες και περιστοιχίζονται από υπάλληλους, στρατιώτες και ασφαλίτες. Και κανένας δεν το παρατηρεί. Βλέπω τον μισό κόσμο να γενοκτονεί τον άλλο μισό κόσμο, στο όνομα του Θεού, της οικονομίας, της «ελευθερίας». Βλέπω τους μεγαλο-δημοσιογράφους να μιλούν για ελευθερία της σκέψης και της γνώμης, οι ίδιοι άνθρωποι που διαμορφώνουν κατά παραγγελία (άγνωστο από ποιους) επί δεκαετίες την κοινή γνώμη, και μάλιστα όλοι τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με ολόιδιες μεθόδους και γραμμές, σε σημείο να κάνεις ζάπινγκ στα δελτία ειδήσεων και να μη χάνεις καμία είδηση, γιατί τις λένε όλα με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια πλάνα, με τις ίδιες λέξεις και ακόμη και με την ίδια σειρά. Και κανένας δεν το παρατηρεί. Βλέπω τους ανθρώπους να στεναχωριούνται με τα ίδια πράγματα, να χαίρονται με τα ίδια πράγματα, να ποθούν τα ίδια πράγματα, να μιλούν με τον ίδιο τρόπο για τα ίδια πάντα θέματα, να κινούνται όλοι μαζί με τον ίδιο τρόπο, να ντύνονται με τα ίδια ρούχα, να κάνουν τα ίδια λάθη, να πιστεύουν όλοι βασικά στα ίδια πράγματα, να ονειρεύονται τα ίδια πράγματα, να έχουν ίδια αντίληψη, ίδιο τρόπο σκέψης, ίδια ζωή, ίδιο θάνατο. Και όλοι τους νιώθουν διαφορετικοί, μοναδικοί, ελεύθεροι, και κανείς δεν παρατηρεί τη ρομποτική μας ομοιογένεια…
Από την άλλη, βλέπω τον άνθρωπο, όσο τον ξέρω: δεν αγωνίζεται για μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας, αλλά για μεγαλύτερα ποσοστά δύναμης. Είτε αυτό σημαίνει να έχει το καλύτερο αυτοκίνητο, την καλύτερη μαγεία, τον καλύτερο θεό με το μέρος του, είτε σημαίνει να έχει απόλυτο έλεγχο στα πράγματα, να έχει τη μεγαλύτερη αποδοχή από τους άλλους, να έχει περισσότερο χρήμα, δεν σταματά να αγωνίζεται συνεχώς για μεγαλύτερα ποσοστά δύναμης.
Βλέπω ακόμη και τους λεγόμενους «διανοούμενους» να μην είναι καθόλου εστιασμένοι στον πνευματικό κόσμο, αναζητώντας πνευματική ελευθερία, αλλά να θέλουν να ελέγχουν για λογαριασμό και εν ονόματι του πνεύματος τον υλικό κόσμο, αναζητώντας πνευματικό θρόνο επί της ύλης, κι ο καθένας κατασκευάζει το μικρό του δόγμα, ζητώντας από τους άλλους να το προσκυνήσουν, ή να παραμείνουν «σκλάβοι» της «άγνοιας» αν δεν αποδεχθούν το δόγμα της γνώσης που αυτοί εγκαθιδρύουν. Και κανένας δεν το παρατηρεί, κι όλοι τους ονομάζουν «ανθρώπους του πνεύματος».
Και από την άλλη για να είσαι αποδεκτός ως «άνθρωπος του πνεύματος και της γνώσης», ακόμη και ως απλός στοχαστής ή ως αναλυτής, πρέπει να είσαι «έγκυρος». Και κανένας δεν ρωτάει επιτέλους: τί εννοείτε όταν λέτε «έγκυρος» ρε παιδιά; Να έχει «εγκριθεί» και «επικυρωθεί» από ποιόν; Να του έχει δοθεί «κύρος» από ποιον; Πώς τον λένε επιτέλους να μάθουμε κι εμείς το όνομά του; «Έγκυρος» βάσει ποιου δόγματος; Βάσει ποιας γραμμής; «Εν κύρος» βάσει ποιου κυρίου;


Βλέπω τους ανθρώπους να ψάχνουν παντού και πάντα την αλήθεια, σε έναν κόσμο που είναι ολόκληρος κατασκευασμένος πάνω στα ψέματα, και να μετατρέπουν τα πιο διαδεδομένα από αυτά τα ψέματα, σε «μεγάλες αλήθειες». Όλοι θέλουν να είναι ξεχωριστοί από τους άλλους, και θέλουν να πρεσβεύει η γνώμη τους την αλήθεια, και θέλουν να λένε ελεύθερα τη γνώμη τους. Και πιστεύουν ότι η αλήθεια είναι πάντα μία! Τί σημασία έχει να λέμε ελεύθερα τη γνώμη μας, αν αυτή είναι ίδια με όλες τις άλλες;;...
Όλους τους ανθρώπους τους ενδιαφέρει η αλήθεια, ενώ θα έπρεπε να τους ενδιαφέρει η ελευθερία.
Τους ενδιαφέρει η «αλήθεια»! Άραγε, ποια από τις επτά δισεκατομμύρια αλήθειες; Αυτή που τους βολεύει, αυτή που έχουν μάθει, αυτή στην οποία αναγνωρίζουν τα στοιχεία που τους τρέφουν, αυτή που είναι «επικυρωμένη» από την «παγκόσμια επιτροπή αναγνώρισης και επικύρωσης αληθειών».
«Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα». Λάθος! Βγες εκεί έξω να συλλογιστείς ελεύθερα και θα δεις τι έχεις να πάθεις. Οι άνθρωποι γύρω μου ξέρουν και πιστεύουν και αναγκάζονται κάτι άλλο: «Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ψύχραιμα», δηλαδή όποιος είναι ψυχρόαιμος σαν τις σαύρες, όποιος είναι διπλωμάτης (με «διπλά μάτια»), όποιος ζυγίζει τι τον συμφέρει και τι όχι, όποιος «προσέχει» τι συλλογάται, και αν αυτό που συλλογάται είναι εγκεκριμένο από την «επιτροπή έγκρισης και αποδοχής συλλογισμών»…
Όλοι εμείς εδώ στον «ελεύθερο» κόσμο, άραγε είμαστε υπέρ της ελευθερίας; Ακόμη κι αν αποδεχθούμε πως, όπως σοφά λέει ο Θόδωρος, είμαστε εξαρτημένοι από την ευτυχία που είναι το αντίθετο της ελευθερίας, ακόμη και τότε, σ’ αυτά τα χαμηλά Μπαλανικά «ποσοστά», τί σημαίνει ελευθερία;
Με την απλοϊκή παιδική μου σκέψη σημαίνει: να είμαι απλά ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω και να λέω ό,τι θέλω, αρκεί να μη στερώ την ελευθερία των άλλων, να επενδύω το χρόνο μου όπου θέλω και να μην εκβιάζομαι με κανέναν απολύτως τρόπο, να μπορώ να μετακινούμαι όπου θέλω και να μαθαίνω ό,τι θέλω, να πιστεύω ό,τι θέλω και να εκφράζω την πίστη μου όπως θέλω, να είμαι ελεύθερος να καταθέτω την άποψή μου και να είναι σεβαστή από όλους, το ίδιο σεβαστή με την άποψη όποιου άλλου, όποιος κι αν είναι αυτός, να επικοινωνώ ελεύθερα με όποιον θέλω και με όποιον τρόπο έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας, να μπορώ ελεύθερα να δημιουργώ, να επιλέγω, να μη δίνω αναφορά σε κανέναν αν δεν το επιθυμώ, να εφαρμόζω τον ολόδικό μου τρόπο ζωής, να αλλάζω τελείως τον εαυτό μου όποτε θέλω, να είμαι ελεύθερος σε όλα αυτά αρκεί να μη βλάπτω συνειδητά κανέναν.


Αν ρίξετε μια προσεκτική ματιά στα παραπάνω, θα δείτε ότι όλα ανήκουν στα «ευκόλως εννοούμενα». Και μάλιστα, η τυραννία της βλακείας που μας βασανίζει καθημερινά, έχει κάνει τους περισσότερους από εμάς να πιστεύουμε ότι όλα αυτά ισχύουν, ότι όλα αυτά τα έχουμε! Κι όμως, δεν τα έχουμε, ούτε καν τυπικά, παρά μόνο ίσως στο τελείως ελάχιστο και απαραίτητο για την επιβίωσή μας (και συχνά ούτε καν αυτό). Δεν τα είχαμε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, κανένας μας.
Ποια είναι λοιπόν η Ελευθερία, κύριοι σοφοί δάσκαλοι που μου μιλούσατε γι’ αυτήν στο σχολείο; Κι εσείς οι μεγάλοι που μου λέγατε ότι ήμουν μικρός ακόμη για να τα καταλάβω όλα αυτά και «προς το παρόν» έπρεπε να κάνω ό,τι μου λέγατε; Ποια είναι η ελευθερία για την οποία αγωνιστήκατε κύριοι επαναστάτες; Ποια είναι η Ελευθερία που της έγραψες ύμνο κύριε μεγάλε ποιητή; Αφού δεν τη γνωρίσατε ποτέ, από πού τη μάθατε;


Τη μάθατε από τους ωραίους ανθρώπους που την είδανε με τη φαντασία τους.
Τη μάθατε από τους ονειροπόλους που την ονειρεύτηκαν. Τη νιώθατε στον άνεμο να σας καλεί τότε που ήσασταν μικρά παιδιά, και την ποθήσατε για να παίξετε και για να εξερευνήσετε το μυστήριο του κόσμου.
Τη μάθατε από τους «φευγάτους» εραστές της περιπέτειας και από τους εξερευνητές, που φύγανε στα πέρατα του κόσμου για να την εντοπίσουν.
Τη μάθατε από τους καλλιτέχνες που την είδαν σε οράματα και προσπάθησαν να τη ζωγραφίσουν, να τη συλλαβίσουν, να την τραγουδήσουν, και από τους «τρελούς».
Τη μάθατε από τους κατατρεγμένους και από τους φυλακισμένους, από τους ευφάνταστους δούλους και από τους δραπέτες και τους φυγάδες και τους αμφισβητίες, από τους αναίτιους αντάρτες και από τους «αμφιλεγόμενους».
Δεν τη μάθατε από τους μεγάλους, από το σχολείο, από τους πολιτικούς, από τους στρατοκράτες, από τους παπάδες, από τους δικηγόρους και από τους δημοσιογράφους και τους τραπεζίτες, από τους λογικούς, από τους «έγκυρους» και από τους άρχοντες και τους μεσσίες. Γιατί δεν μου το είπατε ποτέ αυτό;...
Η ελευθερία για την οποία όλοι μου μιλούν, δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ.
Υπάρχει μόνο το «Φάντασμα της Ελευθερίας». Μια ελπίδα, ένας πυρετός του νου, ένα όραμα, ένα όνειρο, μια φανταστική κατασκευή, μια τρελή ιδέα για τη ζωή και την έκφραση.
Νιώθω πολύ απογοητευμένος από τον κόσμο των μεγάλων που δεν μου τα δίδαξε ποτέ αυτά, και που έπρεπε να αφιερώσω δεκαετίες αναζήτησης για να τα μάθω και να τα καταλάβω μόνος μου.
Και τώρα που τα κατάλαβα, βλέπω τους πάντες γύρω μου να κοροϊδεύουν τους πάντες, βλέπω ακόμη και τους σοφούς και τους αντιδραστικούς να μην το καταγγέλλουν, να μη μιλάνε. Γιατί; Άραγε, ακόμη και οι σοφοί και οι αντιδραστικοί είναι τελικά βλάκες; Όχι. Είναι γιατί φοβούνται! Γιατί δεν υπάρχει ελευθερία. Φοβούνται να μιλήσουν, να το ξεσκεπάσουν. Φοβούνται μήπως χάσουν τη σύνταξή τους, τη θέση τους, τις μετοχές τους, την πόζα τους, τη ζωή τους. Αυτό πιστεύω εγώ, νομίζω ότι είναι ολοφάνερο, χωρίς να θέλω να αδικήσω μέσα μου τις λαμπρές εξαιρέσεις (πεθαμένοι άνθρωποι οι περισσότεροι) που άλλωστε δεν είναι αρκετές, ούτε ήταν ποτέ.


…Από τότε που ήμουνα μικρό παιδάκι, το όνειρό μου ήταν να γίνω συγγραφέας. Μου άρεσε να φαντάζομαι πράγματα, περνούσα τις ώρες μου ονειροπολώντας, παρατηρώντας το κάθε τι, εξερευνώντας τις λεπτομέρειες που δεν πρόσεχε κανείς.
Μου άρεσε να διαβάζω βιβλία, να βλέπω ταινίες, να παίζω δραματοποιώντας τις φαντασίες μου, να βλέπω όνειρα, να ακούω συναρπαστικές ιστορίες, να ταξιδεύω με τη σκέψη μου σε μέρη μακρινά, να ψάχνω παντού για το μυστήριο, το ασυνήθιστο, το πρωτόγνωρο, το άπιαστο. Μου άρεσε να διηγούμαι ιστορίες, να μετατρέπω τα πάντα σε ιστορίες, να επινοώ και να εφευρίσκω τις απολαύσεις μου. Πάντοτε ενθουσιαζόμουν με τα πάντα, τόσο πολύ και σε τέτοιο σημείο, που έφτασα να πιστεύω πως ο κόσμος είναι υπέροχος, μυστηριώδης, ανεξερεύνητος, απερίγραπτος. Κι άρχισα να νιώθω πως αναλογούσε σε μένα τον μικρούλη, να τον περιγράψω, να τον αποκρυπτογραφήσω, να τον ακούσω και να σημειώνω ό,τι μου έλεγε.
Έψαχνα και μάθαινα τα πάντα με μεγάλη δίψα, εξερευνούσα και ζούσα τις δικές μου επικές περιπέτειες, κι έγραφα, έγραφα, έγραφα, τόσο πολύ και τόσο πεισματικά, που στο τέλος το πίστεψαν όλοι πως είμαι συγγραφέας, κι άρχισαν να με διαβάζουν. Κι ήμουν τόσο χαρούμενος γι’ αυτό, είχα τόσα πολλά να τους πω για τον κόσμο και για τα πράγματα που είχα μάθει, για τα όνειρα των ανθρώπων και για τις λεπτομέρειες που δεν πρόσεχε κανείς. Είχα τόσες πολλές ιστορίες να διηγηθώ, που στο τέλος άρχισε να με πιάνει μια μεγάλη θλίψη, γιατί κατάλαβα ότι δεν θα έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να το κάνω, ο χρόνος που μου παραχωρήθηκε δεν θα μου επαρκούσε για να μάθω τα πάντα και να διηγηθώ τα πάντα.
Παρ’ όλα αυτά συνέχισα μόνο με την ελπίδα, πείθοντας τον εαυτό μου ότι είναι αθάνατος και ότι ο χρόνος είναι ψέματα. Διψούσα για τον κόσμο και για όλα του τα περιεχόμενα, ορατά και αόρατα. Πίστεψα ότι θα μπορούσα ίσως να ελευθερωθώ από το χώρο και το χρόνο, να αντισταθώ στη θλίψη και σε όλα τα άσχημα πράγματα, να πολεμήσω με την πένα μου την αδικία και την ασχήμια που βασανίζει όλους μας. Παιδικά πράγματα. Έλεγα ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από μυστήριο, συγκλονιστικές αλήθειες, κι ότι κρυφά στηρίζεται στη δικαιοσύνη, στην ελπίδα και στην ομορφιά. Πίστεψα ότι μπορώ να παρασύρω τους άλλους, τους φίλους μου έστω, να αντισταθούμε όλοι μαζί με τη δυναμική φαντασία μας, να νικήσουμε, και να δούμε όλα εκείνα που απαγορεύεται να δούμε, να ανακαλύψουμε για πρώτη φορά τον κόσμο...
Σήμερα νιώθω προδομένος από τον κόσμο. Κατάλαβα επιτέλους αυτό που ο κόσμος μου έκρυβε: ότι δεν είμαι παρά ένας ανόητος ονειροπαρμένος ψευτο-διανοούμενος, που περνάει την ώρα του μουτζουρώνοντας χαρτιά. Κατάλαβα ότι ίσως τελικά ο κόσμος δεν έχει τίποτε παραπάνω να μου προσφέρει, παρά μόνο θλίψη και θάνατο, σκλαβιά και αδικία. Είναι ένας κόσμος φτιαγμένος πάνω στον αδυσώπητο νόμο του ισχυρού. Ο Αδόλφος Χίτλερ είχε τελικά μεγάλο δίκιο όταν το έγραφε αυτό στο Mein Kampf, ήταν φυσιολάτρης, και εδώ πέρα ο μόνος δικαιωμένος αγώνας είναι εκείνος του ισχυρού εις βάρος του αδύνατου, όπως το θέλει και η μονότονη φύση, χωρίς να κρύβει κανένα μυστήριο πέρα από εκείνα της δύναμης και του αίματος, της πείνας και της δίψας, του θανάτου και της εξολόθρευσης, της αναπαραγωγής και της λήθης. Όποιος έχει το όπλο σκοτώνει τον άοπλο, όποιος έχει τη δύναμη υποτάσσει τον αδύνατο, μόνο οι Χίτλερ επιβιώνουν. «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων», όπως το έλεγε ο Ηράκλειτος που πέθανε μέσα στην κοπριά και τον φάγανε τα σκυλιά. Αυτός είναι ο «αγώνας για τα μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας».
Η μόνη αξιοπρέπεια που έχουμε είναι η Σκέψη.

Ό,τι υπέροχο έβλεπα σαν μικρό ενθουσιασμένο παιδάκι, ήταν και είναι απλά μέσα στο μυαλό μου. Αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος να φάει τον εαυτό του για να έχει τροφή! Να σκοτώνει για να ζει! Να προδίδει για να ελπίζει! Να φανερώνει για να κρύβει! Γαμώτο, και όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι, όλοι ανεξαιρέτως, υπακούνε απλώς στο ορμέμφυτο, είναι κατασκευαστικό πρόβλημα του κόσμου όλα αυτά.
Σήμερα νιώθω ότι ο κόσμος είναι ένα τραγικό λάθος, και ότι η μόνη του ελπίδα είναι το μυαλό μου. Το μυαλό σου. Η ελευθερία μου είναι μόνο η σκέψη μου... Ελευθερία έχω μονάχα μέσα μου. Η Σκέψη είναι ελεύθερη, κανείς δεν μπορεί να της στερήσει τη μαγική ελευθερία της, η οποία είναι αγνώστου προελεύσεως, δεν είναι από εδώ.
Παρηγοριέμαι με τη γνώση ότι το είχαν καταλάβει και άλλοι αυτό, κι ότι δεν είμαι ο πρώτος, άρα δεν είμαι μόνος μου. Διαβάζω κάτι ξεχασμένους στίχους του ποιητή
Algernon Swinburne:
«Είστε δυνατοί, ω βασιλιάδες, ω ισχυροί άντρες; Όχι,
Ξοδέψτε όλοι σας την ισχύ και κλέψτε ό,τι μπορείτε,
Κι όμως υπάρχει κάτι που ποτέ δεν θα σκοτώσετε, ποτέ,
Τη Σκέψη, που ούτε η φωτιά ούτε το σίδερο μπορεί να τη φοβίσει.
Η απλήγωτη κι αόρατη σκέψη που φεύγει
Ελεύθερη έξω από το χρόνο, καθώς ο νότιος κι ο βόρειος άνεμος φυσούν,
Ελεύθερη έξω από το χώρο, καθώς η ανατολική κι η δυτική θάλασσα κυλούν,
Κι όλα τα σκοτεινά πράγματα μπροστά της αποκτούνε λάμψη…»
Κι έτσι, αν θέλω τώρα, έστω κι αργά, να δικαιώσω την αποστολή του συγγραφέα, πρέπει να ξεχάσω τον κόσμο, να λευτερώσω τη σκέψη, να φύγει τελείως, να πετάξει, μακριά από εδώ, αρκετά μολύνθηκε από τη σκλαβιά και τη σαπίλα του θανάτου που βρωμάει παντού. Οι ιστορίες του συγγραφέα δεν είναι αληθινές, δεν πρέπει να είναι αληθινές. Αν ήταν οι ιστορίες αληθινές θα τρώγανε τον εαυτό τους, θα σκότωνε η μια την άλλη. Ο κόσμος είναι αληθινός και ανελεύθερος και σας τον χαρίζω. Ας τον διηγηθεί κάποιος άλλος…
Θα κάνω τα πάντα για να διηγηθώ τα πάντα για οποιονδήποτε άλλον κόσμο εκτός από αυτόν...

Άλλωστε, από καιρό το υποψιαζόμουν και τώρα πλέον το ξέρω καλά: Ο κόσμος αποτελείται από κόσμους, κι η αληθινή ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία όλων αυτών των κόσμων, που γεννιούνται στο κεφάλι μας και ίσως δεν πεθαίνουν μαζί με το κεφάλι μας, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν, και να διηγούνται ατέρμονα εκείνη τη μυστική ιστορία που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς: την ιστορία της ελευθερίας του πνεύματος...