ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Όταν ήμουν μικρός, πολλές φορές άκουγα τους μεγάλους γύρω μου να λένε: «Το ύψιστον αγαθόν είναι η ελευθερία». Η φράση αυτή με προβλημάτιζε όποτε την άκουγα, ώσπου κάποια στιγμή κατάλαβα ότι σήμαινε πως «το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι ελεύθερος».
Μπορεί να ήμουν ακόμη μικρό παιδάκι, αλλά τότε κατάλαβα ότι εγώ δεν ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορούσα να βγω από το σπίτι μου χωρίς συνοδό, δεν μπορούσα να απομακρυνθώ προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεν μπορούσα να κοιμάμαι ό,τι ώρα ήθελα, δεν μπορούσα να παίξω όποτε και όσο ήθελα, ό,τι έλεγα στους άλλους ήταν πάντα λάθος και όλοι ήθελαν να με διορθώνουν, δεν μπορούσα να αποκτήσω ό,τι ήθελα, να φάω και να πιω ό,τι ήθελα, να εξερευνήσω τον κόσμο, να πετάξω, να γνωρίσω απαγορευμένα για μένα πράγματα, να αμφισβητήσω τους δασκάλους μου, κλπ, κλπ.
Ρωτούσα τους μεγάλους γύρω μου αν είναι σωστό να έχει κανείς το καλύτερο πράγμα στον κόσμο και να είναι ευτυχισμένος μ’ αυτό. Μου απαντούσαν, ναι, είναι σωστό. Τότε τους ρωτούσα γιατί εγώ να μην έχω την ελευθερία μου, αφού αυτό είναι το «ύψιστον αγαθόν» που μπορεί να έχει κανείς. Οι μισοί μου απαντούσαν ότι ήμουν ακόμη πολύ μικρός και οι κίνδυνοι στον κόσμο ήταν πάρα πολλοί, γι’ αυτό και έπρεπε να κάνω ό,τι μου λένε και να μην είμαι τόσο ελεύθερος. Οι άλλοι μισοί μου απαντούσαν ότι ήμουν ακόμη πολύ μικρός για να τα καταλάβω αυτά και θα έπρεπε να περιμένω να μεγαλώσω για να μου παραχωρηθεί το «ύψιστον αγαθόν». Έτσι κι εγώ, έκανα υπομονή περιμένοντας να μεγαλώσω (εντάξει, έκανα και μερικές «παρανομίες» για να πάρω μία γεύση από τη μελλοντική ελευθερία μου), υπακούοντας σε ό,τι μου έλεγαν οι μεγάλοι, περιμένοντας με καρτερία τη στιγμή που θα μπορώ κι εγώ το σκλαβάκι να απολαύσω το «ύψιστον αγαθόν».
Σήμερα, έχοντας σώας τα φρένας και το ώριμον της ηλικίας, καταγγέλλω τους μεγάλους ότι με εξαπάτησαν. Όχι μόνο συνεχίζω να μην είμαι ελεύθερος, αλλά όταν ήμουν μικρός ήμουν πολύ πιο ελεύθερος απ’ ότι είμαι τώρα, σε σημείο να νοσταλγώ συχνά την ελευθερία της παιδικής μου ηλικίας!

Κατ’ αρχήν, μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι η ελευθερία δεν είναι το «ύψιστον αγαθόν». Το ύψιστον αγαθόν είναι το χρήμα. Κι αν έχεις πολύ χρήμα, μόνο τότε είσαι ελεύθερος. Για τη δική μου παιδική λογική αυτό σημαίνει ότι είσαι όμηρος. Και με το χρήμα εξαγοράζεις την ελευθερία σου. Πληρώνεις τα λύτρα. Με λίγα λύτρα πληρώνεις απλώς το δικαίωμά σου να υπάρχεις και να αναπνέεις στην πραγματικότητα, με πολλά λύτρα πληρώνεις το δικαίωμά σου να περνάς καλά και να είσαι ωραίος και αξιοπρεπής στις βόλτες σου στην πραγματικότητα, και με πάρα πολλά λύτρα –ε, τότε διαμορφώνεις την πραγματικότητα. Τα πάντα εξαγοράζονται εδώ. Διότι η ελευθερία είναι τα πάντα, κι η ελευθερία εξαγοράζεται, γι’ αυτό και είναι το «ύψιστον αγαθόν», διότι είναι το «ακριβότερον αγαθόν», αφού στην πληρότητά της εξαγοράζεται με πάρα πολλά χρήματα. (Αυτό εξηγεί και την εμμονή μας με τους ηρωικούς προγόνους μας που αγωνίστηκαν για την ελευθερία υπό το λάβαρο που έγραφε «Ελευθερία ή Θάνατος» –φράση με εννιά συλλαβές που εξηγούν και τις εννιά ρίγες στη σημαία μας– κρατάμε τα ιδανικά τους σε μια νέα κοινωνία που έχει παραφράσει λίγο αυτή τη φράση στο νέο λάβαρο «Χρήμα ή Θάνατος». Όπως και τότε, έτσι και τώρα, το «ύψιστον αγαθόν» είναι ζήτημα επιβίωσης).
Δεν είμαι ελεύθερος τώρα που μεγάλωσα, παρ’ όλες τις παιδικές προσδοκίες μου. Δεν είμαι ελεύθερος γιατί είμαι δεσμευμένος από το χρήμα, από τις υποχρεώσεις μου, από το ρόλο που απαιτούν από εμένα οι άλλοι άνθρωποι, δεσμευμένος από το φόβο για τα πάντα, τις ενοχές για τα πάντα, δεσμευμένος σε μια προγραμματισμένη καθημερινότητα, σε έναν τόπο, σε μία γλώσσα, σε μία αντίληψη, δεσμευμένος από κοινωνικές επιταγές, θρησκευτικές επιταγές, οικογενειακές επιταγές, δεοντολογικές επιταγές, γεωγραφικές και κλιματικές επιταγές, τραπεζικές επιταγές. Κι όλα αυτά δεν είναι παρά η αδόκιμη εισαγωγή στην περιγραφή του δράματος της δέσμευσής μου.
Θα μου πείτε ότι είμαι ουσιαστικά ελεύθερος, στον «ελεύθερο χρόνο» μου. Τί ειρωνεία... Τι ειρωνική έκφραση: «στον ελεύθερο χρόνο μου». Για να την κατανοούμε καλύτερα, πρέπει να θυμόμαστε ότι η λέξη «δουλειά» είναι η λέξη «δουλεία» με τον τόνο μετατοπισμένο. Γιατί, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η δουλειά είναι αυτό ακριβώς: μισθωτή δουλεία. «Δουλεύω» σημαίνει είμαι δούλος. Πέντε χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και επίπονης εξερεύνησης του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των ιδεών, το μόνο ουσιαστικό που κατάφεραν ήταν να μετατοπίσουν έναν τόνο σε μία λέξη, για να μη νιώθουμε άσχημα. Κάποτε οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν δούλοι των ισχυρών. Μέσα σε πέντε χιλιάδες χρόνια κάτι άλλαξε: τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ακόμη δούλοι, αλλά τους έχει παραχωρηθεί λίγος «ελεύθερος χρόνος». (Και «διακοπές», δύο φορές το χρόνο: μία για τον Χριστούλη και μία για τον τουρισμό).
Τέλος πάντων, δεν θέλω να κατηγορηθώ εδώ για πολιτική σκέψη, αφού θεωρώ την πολιτική σκέψη ύποπτη διαδικασία, μιας και θεωρώ την πολιτική: εφαρμοσμένη συνωμοσιολογία. Προτιμώ να κατηγορηθώ για ελεύθερη σκέψη…
(Κι η ελεύθερή μου σκέψη, κοιτώντας το παιχνίδι γύρω μου, μου λέει ότι ο νόμος που εκπέμπεται είναι αυτός: «Θα δουλεύεις για να παράγεις τα προϊόντα που θα αγοράζεις με το χρήμα που θα παίρνεις από τη δουλειά σου. Όσο πιο καλά και υπάκουα παίζεις σ’ αυτό το φαύλο κύκλο, τόσο πιο ελεύθερος θα γίνεσαι, αφού θα σου παραχωρείται όλο και πιο πολύς “ελεύθερος χρόνος”…» Μάλιστα… Τώρα καταλαβαίνω την αληθινή έννοια της παράξενης φράσης «ο χρόνος είναι χρήμα»).


Παραπάνω έλεγα ότι όταν ήμουν μικρός και διψούσα για ελευθερία, πολλοί μεγάλοι μου έλεγαν ότι «ήμουν ακόμη πολύ μικρός και οι κίνδυνοι στον κόσμο ήταν πάρα πολλοί, γι’ αυτό και έπρεπε να κάνω ό,τι μου λένε και να μην είμαι τόσο ελεύθερος». Τώρα, ή εγώ δεν μεγάλωσα ακόμη, ή οι κίνδυνοι στον κόσμο συνεχίζουν –παρ’ όλο που μεγάλωσα– να είναι πάρα πολλοί, και πρέπει να κάνω ότι μου λένε και να μην είμαι και τόσο ελεύθερος. (Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, οι «μεγάλοι» του κόσμου το λένε και κάθε μέρα από την τηλεόραση).
Επειδή όμως πλέον είμαι αρκετά μορφωμένος, μπορώ πια να αναλύσω αυτή τη ρήση των μεγάλων, με φιλοσοφική πρόθεση. (Δεν είμαι μορφωμένος επειδή πήγα στα σχολεία και στα πανεπιστήμιά τους, τελικά μορφώθηκα μόνος μου. Αφού –αν θέλετε να συνεχίσουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– τα παιδάκια τα στέλνουν στο σχολείο για να μάθουν να ξυπνάνε το πρωί, να υπακούνε σε ανωτέρους, να πειθαρχούν, και να συμβιώνουν με τα άλλα παιδάκια κάνοντας ό,τι κάνουν τα άλλα παιδάκια με στόχο την ομοιογένεια. Αυτό δεν είναι μόρφωση, είναι «κοινωνική εκπαίδευση» για να φτιάχνει εργάτες και υπαλλήλους, στρατιώτες και μέλισσες, και κατ’ εξαίρεση «ειδικούς» σε προδιαγεγραμμένους τομείς. Ή, μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, είναι μόρφωση, γιατί η λέξη «μόρφωση» σημαίνει τη διαδικασία με την οποία κάτι «παίρνει μορφή». Και, στην περίπτωσή μας, η μορφή προέρχεται από κάποιο καλούπι ενός αόρατου εργοστάσιου. Χμ, κι αν η πρέσα δεν δουλέψει σωστά, τότε το προϊόν πρέπει να πάει στο «αναμορφωτήριο». Γι’ αυτό μάλλον μου αρέσει να λέω ότι μορφώθηκα μόνος μου, όσο μπόρεσα).
Αν αναλύσω, λοιπόν, εκείνη τη ρήση των μεγάλων, με φιλοσοφική πρόθεση, θα δω ότι ανάμεσα στη μικρότητα και στην ελευθερία στέκει ένα σοβαρό διαχωριστικό εμπόδιο: ο φόβος.
Όταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου συνήθιζε να λέει μία άλλη αινιγματική ρήση, που τότε δεν την καταλάβαινα: «Ο φόβος φυλάει τα έρημα…» Σήμερα, η ίδια φιλοσοφική πρόθεση (ή αλληγορική, αν προτιμάτε) με βοηθάει να την κατανοήσω. Αναφέρεται στα πρόβατα ή –γιατί όχι– στα μικρά παιδάκια. Εννοεί ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούμε πολύ αν τα πρόβατα μείνουν αφύλαχτα, («έρημα», δηλαδή μόνα τους, χωρίς φύλακα), αφού τα φυλάει ο φόβος τους. Φοβούνται και από μόνα τους, δεν χρειάζεται να τα φοβίζουμε εμείς συνεχώς…
Λοιπόν, ένα πρώτο μου συμπέρασμα καθώς μεγάλωνα, ήταν ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος γιατί φοβάται. Τί φοβάται; Μα, φυσικά, την ελευθερία. Φοβάται την ελευθερία. (Κι όταν δεν τη φοβάται αυτός, δεν πειράζει, τη φοβούνται οι άλλοι, στο πρόσωπό του… Αν το σκεφτείτε λίγο, θα δείτε ότι οι «ελεύθεροι» άνθρωποι συνήθως είναι ύποπτοι, «αναξιόπιστοι», «αμφιλεγόμενοι», «απειθάρχητοι», «άτακτοι», «ανεξέλεγκτοι», «ιδιόρρυθμοι», «τρελοί», «παράνομοι», ακόμη και «σατανικοί»). Φυσικά, αυτό ισχύει γιατί ο άνθρωπος, πάνω απ’ όλα, φοβάται το άγνωστο (την ύψιστη σύνοψη όλων των φόβων), δηλαδή τον θάνατο. Νομίζω πως –σε ανησυχητικά μεγάλο βαθμό– είμαστε όντα της συνήθειας. Αν είμαι κλεισμένος στο βολικό, γνωστό, ασφαλές κελί μου, που στο κάτω-κάτω το έχω συνηθίσει κιόλας, γιατί να βγω εκεί έξω στο άγνωστο, άβολο, ανασφαλές και ασυνήθιστο σύμπαν για χάρη της ελευθερίας μου;

Από την άλλη, στην παιδική μου σκέψη, ελευθερία σημαίνει να κάνω αυτό που θέλω. Αλλά για να κάνω αυτό που θέλω, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να ξέρω τι θέλω. Δηλαδή, όπως το καταλαβαίνω εγώ, να έχω όνειρα, να έχω οραματικό σκοπό. Απ’ όσο ξέρω, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν, δεν έχουν ιδιαίτερα όνειρα, δεν έχουν οραματικό σκοπό, είναι βολεμένοι στο μικρό κελί τους (και δεν ανησυχούν όσο βλέπουν και τους άλλους να είναι στα κελιά τους, οπότε δεν έχουν λόγο να αισθάνονται και ιδιαίτερα άσχημα, «αφού συμβαίνει σε όλους…») Η παράξενη αλήθεια είναι αυτή: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι. Ή έστω δεν ξέρουν καν γιατί να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι, δεν έχουν καν λόγο να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι. Απ’ ό,τι φαίνεται τους αρκεί να είναι «λίγο» ελεύθεροι, είναι ικανοποιημένοι με «λίγη» ελευθερία, όχι με «πολύ». Σαν να λέμε, είναι ευχαριστημένοι αν το κελί έχει ωραία θέα από τα κάγκελα, μια τηλεόραση κι ένα μπαρ, κι επισκέπτες από τα άλλα κελιά, και που και που, όταν θέλουν, ελεύθερα, να βγαίνουν και μια βόλτα στην αυλή.
Κάποτε, συζητώντας –κάτι σχετικό με όλα αυτά– με τον μουσικό Ζαν-Ζακ Μπουρνέλ (τον μπασίστα των Stranglers), θυμάμαι μου είχε πει: «Α, είναι πρόστυχο να είσαι ελεύθερος, ή ακόμη και να θέλεις να είσαι ελεύθερος. Ποιος είσαι εσύ για να απαιτείς να είσαι ελεύθερος; Τί έχεις να παρουσιάσεις; Όταν όλοι γύρω σου είναι δούλοι του συστήματος ή του ρόλου τους, πώς μπορείς εσύ να είσαι ελεύθερος; Είναι αγένεια. Είναι σαν να πεινάνε τα παιδάκια στην Αιθιοπία κι εσύ να θέλεις μπριζόλες και αρώματα. Είναι απάνθρωπο…»
Ο ειρωνικός φιλοσοφικός κυνισμός του Ζαν-Ζακ, με είχε κάνει να γελάσω εύθυμα, χωρίς να αναλογιστώ αμέσως τις μεγάλες αλήθειες που έκρυβε. Τότε, ήταν λίγο «πανκ» όλα αυτά, η οργή και η ειρωνεία ήταν κάτι σαν κοινωνική υποχρέωση, ήταν θέμα στυλ.
Τελικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν αληθινά την ελευθερία, τους φοβίζει ή δεν την καταλαβαίνουν. Χρησιμοποιούν τη λέξη ελευθερία, ποιητικά, (μάλιστα, ίσως είναι η μόνη ποίηση που επιτρέπουν τόσο συχνά στον εαυτό τους). Οι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι ελεύθεροι, θέλουν να έχουν «δικαιώματα». Τους ενδιαφέρει η «δικαιοσύνη», όχι η «ελευθερία». Θέλουν «να έχουν το δικαίωμα» να κάνουν κάτι, να λένε κάτι, ή να είναι κάπως. Αυτό εννοούν όταν λένε ότι θέλουν «να είναι ελεύθεροι».
Δικαίωμα σημαίνει παραχώρηση δικαίου, «άδεια για το δικό μου», ας πούμε, δικαιωμένη απαίτηση. Είναι σαν να ζητάς μια άδεια από το λοχαγό σου, και να είναι υποχρεωμένος από τον κανονισμό να σου τη δώσει, αν τελείς τις προδιαγραφές γι’ αυτήν. Η λέξη «δικαίωμα», κατά τη γνώμη μου, κατά βάθος είναι προσβλητική, κάποτε κάποιος έδωσε κάποια «δικαιώματα» στους δούλους, ουσιαστικά τα απαραίτητα για μια κάπως αξιοπρεπή ζωή. Όλοι οι ανθρώπινοι αγώνες, δυστυχώς, έγιναν για το δικαίωμα στη ζωή και για την αξιοπρέπεια, φοβάμαι ότι δεν έγιναν για την Ελευθερία. Είμαστε, όπως μου το έλεγε ο Μπουρνέλ, παιδάκια σε μια πνευματική Αιθιοπία, πρέπει να ζητάμε ψωμί, νερό, περισσότερες ανάσες, όχι «μπριζόλες και αρώματα». Έπειτα από πέντε χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι –και όχι όλοι– κατέκτησαν απλώς το δικαίωμα στη ζωή και λίγο στην έκφραση, τα δεδομένα δηλαδή, και όχι την ελευθερία τους, την ατομική τους ελευθερία, πόσο μάλλον μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία. Χρειάζεται άλλα πέντε χιλιάδες χρόνια πολιτισμός για να το κατακτήσουμε αυτό. Κι εγώ δεν θα είμαι εδώ τότε…


Θυμάμαι και μια πρόσφατη συζήτηση με τον καλό μου φίλο Θόδωρο Παπαδόπουλο (αδιόρθωτο τύπο, γνωστό συλλέκτη και ιδιοκτήτη του Berlin στη Θεσσαλονίκη), όπου χαρακτηριστικά μου είχε πει:
«Παντελή, κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία. Οι άνθρωποι θέλουν ευτυχία. Δεν θέλουν ελευθερία, τί να την κάνουν; Και ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος μόνο αν είναι εξαρτημένος. Ελευθερία σημαίνει ανεξαρτησία, να μην εξαρτάσαι από κανέναν και από τίποτε, να είσαι ανεξάρτητος. Όμως, απ’ ό,τι βλέπεις, αυτό δεν είναι και τόσο φυσικό. Οι άνθρωποι, από τη φύση τους, είναι απόλυτα εξαρτημένοι από τα πάντα, επιθυμούν την εξάρτηση, μ’ αυτήν νιώθουν καλά, την αποζητούν για να νιώσουν ευτυχία, γαλήνη και αρμονία. Είναι εξαρτημένοι από τη μαμά τους και τον μπαμπά τους, από τη γυναίκα τους ή από τον άντρα τους, από το φαγητό, από την ικανοποίηση των αναγκών τους, από τα όργανα του σώματός τους, από τις αισθήσεις τους, από τον καιρό, από τις ουσίες, από το σεξ, από το σπίτι τους και τα αντικείμενά τους, από την πατρίδα τους, από το
DNA τους, από τις συνήθειές τους, από την καλοπέραση, από την ειρήνη και την ασφάλεια, από την πληροφορία, από τα σώου, από τις εντυπώσεις, από τη γνώμη και την κριτική των άλλων, από τις βιολογικές τους ανάγκες, από τον Θεό τους, κλπ. Έτσι νιώθουν ευτυχισμένοι. Έτσι έχουν μάθει. Έτσι είναι ένα με τον κόσμο γύρω τους, τον κόσμο τους. Το να αποζητάς την ελευθερία, την ανεξαρτησία, είναι σαν να θέλεις να είσαι δυστυχισμένος.
»Η πενηντάχρονη πείρα μου ως τώρα με έχει διδάξει ότι οι άνθρωποι θέλουν αγάπη, τρυφερότητα και στοργή, αποδοχή και κοινωνική αναγνώριση, ησυχία και ασφάλεια, ψυχαγωγία και φιλία, οικογένεια και δημιουργία, παρηγοριά και κατανόηση, σεβασμό, σιγουριά και καλοπέραση. Όλα αυτά είναι εξάρτηση. Δεν θέλουν να είναι ανεξάρτητοι. Δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητοι. Απλά το λένε καμιά φορά για πλάκα, για να κάνουν τους έξυπνους, τους διαφορετικούς. Αυτό είναι όλο. Αν υπήρχε αληθινή ελευθερία στον κόσμο, χαθήκαμε, καταστραφήκαμε. Κανείς δεν θα ξέρει που πάνε τα τέσσερα…»
Ο Θόδωρος είναι επίσης κυνικός και μεγάλος χιουμορίστας, αλλά νομίζω ότι είναι σοφό αυτό που μου είπε, έχει δίκιο. Στην ουσία δεν διαφέρει απ’ αυτό που μου είπε κάποτε ο Λάμα Ντόρτζιε: «Απόλυτη ελευθερία σημαίνει και ελευθερία από την ελευθερία…» Αν και αυτό είναι ένας ακροβατικός συλλογισμός, μια λεκτική μαύρη τρύπα, που στοχεύει στη «φώτιση» του ακροατή, όπως του το δίδαξαν οι δάσκαλοί του.
Από την άλλη, θυμάμαι μια παλιά μυστηριώδη συζήτηση με τον συγγραφέα Γιώργο Μπαλάνο, κατά την οποία είχε πει την θρυλική ατάκα: «Τα πάντα γίνονται για μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας…» ©


Δηλαδή, όπως το σκέφτομαι αυτήν τη στιγμή, όλα, τα πάντα, γίνονται για την ελευθερία, αλλά βήμα-βήμα, κάθε φορά έστω και για μια ίντσα παραπάνω ελευθερίας, επίπονα, αργά, σταδιακά, πολεμικά. Όμως, κοιτώ γύρω μου και μέσα μου και βλέπω ότι αυτό γίνεται απελπιστικά αργά, τόσο αργά που όταν επιτέλους κερδίζεται η ίντσα κανείς δεν το συνειδητοποιεί. Και έστω μέχρι να γίνει αυτό το βηματάκι, ο αρχικός σκοπός του έχει ξεπεραστεί προ πολλού, είναι πλέον άσκοπο, η πρόθεση έχει μεταλλαχθεί πολύ πριν καν θυμηθεί ότι κάποτε έδωσε την εντολή γι’ αυτό το τόσο καθυστερημένο βήμα. Αυτά τα βήματα, αυτά τα αργοπορημένα «ποσοστά», είναι σαν τους παλιούς καλούς επαναστάτες, που ξεκίνησαν να πολεμήσουν την τυραννία, και μέχρι να τη νικήσουν έχουν γίνει και οι ίδιοι τύραννοι.
Η Ελευθερία, αυτή η αγαπημένη κυρία των πολεμιστών και των ποιητών, ξεγλιστρά συνεχώς, ξεφεύγει από τις προθέσεις, είναι πάντα ένα βήμα μπροστά, πάντα άπιαστη, πάντα χαμένη. Δεν προσφέρει ποτέ ένα ανέλπιστο νόημα, έστω κι αν τα πάντα γίνονται γι’ αυτήν…
Ναι, βέβαια, δεν μπορούμε παρά να το παραδεχτούμε, και ο Μπουρνέλ και ο Θόδωρος και ο Λάμα και ο Μπαλάνος έχουν δίκιο. Πως θα μπορούσαν να μην έχουν; Όλοι οι ωραίοι άνθρωποι έχουν δίκιο.
Αλλά, να, δεν ησυχάζω, κοιτώ γύρω μου και βλέπω έναν κόσμο στον οποίο βασιλεύει η τερατώδης βλακεία, μια βλακεία που βγάζει μάτι. Και, έστω κι αν αυτό το συμπέρασμα κατά βάθος υπονοεί ότι εγώ είμαι ο έξυπνος ή έστω ο πιο βλάκας, δεν αντέχω αν δεν το καταγγείλω.
Βλέπω στην τηλεόραση ανθρώπους να μιλούν για ελευθερία, ενώ έχουν δεμένο το λαιμό τους με γραβάτες και περιστοιχίζονται από υπάλληλους, στρατιώτες και ασφαλίτες. Και κανένας δεν το παρατηρεί. Βλέπω τον μισό κόσμο να γενοκτονεί τον άλλο μισό κόσμο, στο όνομα του Θεού, της οικονομίας, της «ελευθερίας». Βλέπω τους μεγαλο-δημοσιογράφους να μιλούν για ελευθερία της σκέψης και της γνώμης, οι ίδιοι άνθρωποι που διαμορφώνουν κατά παραγγελία (άγνωστο από ποιους) επί δεκαετίες την κοινή γνώμη, και μάλιστα όλοι τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με ολόιδιες μεθόδους και γραμμές, σε σημείο να κάνεις ζάπινγκ στα δελτία ειδήσεων και να μη χάνεις καμία είδηση, γιατί τις λένε όλα με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια πλάνα, με τις ίδιες λέξεις και ακόμη και με την ίδια σειρά. Και κανένας δεν το παρατηρεί. Βλέπω τους ανθρώπους να στεναχωριούνται με τα ίδια πράγματα, να χαίρονται με τα ίδια πράγματα, να ποθούν τα ίδια πράγματα, να μιλούν με τον ίδιο τρόπο για τα ίδια πάντα θέματα, να κινούνται όλοι μαζί με τον ίδιο τρόπο, να ντύνονται με τα ίδια ρούχα, να κάνουν τα ίδια λάθη, να πιστεύουν όλοι βασικά στα ίδια πράγματα, να ονειρεύονται τα ίδια πράγματα, να έχουν ίδια αντίληψη, ίδιο τρόπο σκέψης, ίδια ζωή, ίδιο θάνατο. Και όλοι τους νιώθουν διαφορετικοί, μοναδικοί, ελεύθεροι, και κανείς δεν παρατηρεί τη ρομποτική μας ομοιογένεια…
Από την άλλη, βλέπω τον άνθρωπο, όσο τον ξέρω: δεν αγωνίζεται για μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας, αλλά για μεγαλύτερα ποσοστά δύναμης. Είτε αυτό σημαίνει να έχει το καλύτερο αυτοκίνητο, την καλύτερη μαγεία, τον καλύτερο θεό με το μέρος του, είτε σημαίνει να έχει απόλυτο έλεγχο στα πράγματα, να έχει τη μεγαλύτερη αποδοχή από τους άλλους, να έχει περισσότερο χρήμα, δεν σταματά να αγωνίζεται συνεχώς για μεγαλύτερα ποσοστά δύναμης.
Βλέπω ακόμη και τους λεγόμενους «διανοούμενους» να μην είναι καθόλου εστιασμένοι στον πνευματικό κόσμο, αναζητώντας πνευματική ελευθερία, αλλά να θέλουν να ελέγχουν για λογαριασμό και εν ονόματι του πνεύματος τον υλικό κόσμο, αναζητώντας πνευματικό θρόνο επί της ύλης, κι ο καθένας κατασκευάζει το μικρό του δόγμα, ζητώντας από τους άλλους να το προσκυνήσουν, ή να παραμείνουν «σκλάβοι» της «άγνοιας» αν δεν αποδεχθούν το δόγμα της γνώσης που αυτοί εγκαθιδρύουν. Και κανένας δεν το παρατηρεί, κι όλοι τους ονομάζουν «ανθρώπους του πνεύματος».
Και από την άλλη για να είσαι αποδεκτός ως «άνθρωπος του πνεύματος και της γνώσης», ακόμη και ως απλός στοχαστής ή ως αναλυτής, πρέπει να είσαι «έγκυρος». Και κανένας δεν ρωτάει επιτέλους: τί εννοείτε όταν λέτε «έγκυρος» ρε παιδιά; Να έχει «εγκριθεί» και «επικυρωθεί» από ποιόν; Να του έχει δοθεί «κύρος» από ποιον; Πώς τον λένε επιτέλους να μάθουμε κι εμείς το όνομά του; «Έγκυρος» βάσει ποιου δόγματος; Βάσει ποιας γραμμής; «Εν κύρος» βάσει ποιου κυρίου;


Βλέπω τους ανθρώπους να ψάχνουν παντού και πάντα την αλήθεια, σε έναν κόσμο που είναι ολόκληρος κατασκευασμένος πάνω στα ψέματα, και να μετατρέπουν τα πιο διαδεδομένα από αυτά τα ψέματα, σε «μεγάλες αλήθειες». Όλοι θέλουν να είναι ξεχωριστοί από τους άλλους, και θέλουν να πρεσβεύει η γνώμη τους την αλήθεια, και θέλουν να λένε ελεύθερα τη γνώμη τους. Και πιστεύουν ότι η αλήθεια είναι πάντα μία! Τί σημασία έχει να λέμε ελεύθερα τη γνώμη μας, αν αυτή είναι ίδια με όλες τις άλλες;;...
Όλους τους ανθρώπους τους ενδιαφέρει η αλήθεια, ενώ θα έπρεπε να τους ενδιαφέρει η ελευθερία.
Τους ενδιαφέρει η «αλήθεια»! Άραγε, ποια από τις επτά δισεκατομμύρια αλήθειες; Αυτή που τους βολεύει, αυτή που έχουν μάθει, αυτή στην οποία αναγνωρίζουν τα στοιχεία που τους τρέφουν, αυτή που είναι «επικυρωμένη» από την «παγκόσμια επιτροπή αναγνώρισης και επικύρωσης αληθειών».
«Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα». Λάθος! Βγες εκεί έξω να συλλογιστείς ελεύθερα και θα δεις τι έχεις να πάθεις. Οι άνθρωποι γύρω μου ξέρουν και πιστεύουν και αναγκάζονται κάτι άλλο: «Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ψύχραιμα», δηλαδή όποιος είναι ψυχρόαιμος σαν τις σαύρες, όποιος είναι διπλωμάτης (με «διπλά μάτια»), όποιος ζυγίζει τι τον συμφέρει και τι όχι, όποιος «προσέχει» τι συλλογάται, και αν αυτό που συλλογάται είναι εγκεκριμένο από την «επιτροπή έγκρισης και αποδοχής συλλογισμών»…
Όλοι εμείς εδώ στον «ελεύθερο» κόσμο, άραγε είμαστε υπέρ της ελευθερίας; Ακόμη κι αν αποδεχθούμε πως, όπως σοφά λέει ο Θόδωρος, είμαστε εξαρτημένοι από την ευτυχία που είναι το αντίθετο της ελευθερίας, ακόμη και τότε, σ’ αυτά τα χαμηλά Μπαλανικά «ποσοστά», τί σημαίνει ελευθερία;
Με την απλοϊκή παιδική μου σκέψη σημαίνει: να είμαι απλά ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω και να λέω ό,τι θέλω, αρκεί να μη στερώ την ελευθερία των άλλων, να επενδύω το χρόνο μου όπου θέλω και να μην εκβιάζομαι με κανέναν απολύτως τρόπο, να μπορώ να μετακινούμαι όπου θέλω και να μαθαίνω ό,τι θέλω, να πιστεύω ό,τι θέλω και να εκφράζω την πίστη μου όπως θέλω, να είμαι ελεύθερος να καταθέτω την άποψή μου και να είναι σεβαστή από όλους, το ίδιο σεβαστή με την άποψη όποιου άλλου, όποιος κι αν είναι αυτός, να επικοινωνώ ελεύθερα με όποιον θέλω και με όποιον τρόπο έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας, να μπορώ ελεύθερα να δημιουργώ, να επιλέγω, να μη δίνω αναφορά σε κανέναν αν δεν το επιθυμώ, να εφαρμόζω τον ολόδικό μου τρόπο ζωής, να αλλάζω τελείως τον εαυτό μου όποτε θέλω, να είμαι ελεύθερος σε όλα αυτά αρκεί να μη βλάπτω συνειδητά κανέναν.


Αν ρίξετε μια προσεκτική ματιά στα παραπάνω, θα δείτε ότι όλα ανήκουν στα «ευκόλως εννοούμενα». Και μάλιστα, η τυραννία της βλακείας που μας βασανίζει καθημερινά, έχει κάνει τους περισσότερους από εμάς να πιστεύουμε ότι όλα αυτά ισχύουν, ότι όλα αυτά τα έχουμε! Κι όμως, δεν τα έχουμε, ούτε καν τυπικά, παρά μόνο ίσως στο τελείως ελάχιστο και απαραίτητο για την επιβίωσή μας (και συχνά ούτε καν αυτό). Δεν τα είχαμε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, κανένας μας.
Ποια είναι λοιπόν η Ελευθερία, κύριοι σοφοί δάσκαλοι που μου μιλούσατε γι’ αυτήν στο σχολείο; Κι εσείς οι μεγάλοι που μου λέγατε ότι ήμουν μικρός ακόμη για να τα καταλάβω όλα αυτά και «προς το παρόν» έπρεπε να κάνω ό,τι μου λέγατε; Ποια είναι η ελευθερία για την οποία αγωνιστήκατε κύριοι επαναστάτες; Ποια είναι η Ελευθερία που της έγραψες ύμνο κύριε μεγάλε ποιητή; Αφού δεν τη γνωρίσατε ποτέ, από πού τη μάθατε;


Τη μάθατε από τους ωραίους ανθρώπους που την είδανε με τη φαντασία τους.
Τη μάθατε από τους ονειροπόλους που την ονειρεύτηκαν. Τη νιώθατε στον άνεμο να σας καλεί τότε που ήσασταν μικρά παιδιά, και την ποθήσατε για να παίξετε και για να εξερευνήσετε το μυστήριο του κόσμου.
Τη μάθατε από τους «φευγάτους» εραστές της περιπέτειας και από τους εξερευνητές, που φύγανε στα πέρατα του κόσμου για να την εντοπίσουν.
Τη μάθατε από τους καλλιτέχνες που την είδαν σε οράματα και προσπάθησαν να τη ζωγραφίσουν, να τη συλλαβίσουν, να την τραγουδήσουν, και από τους «τρελούς».
Τη μάθατε από τους κατατρεγμένους και από τους φυλακισμένους, από τους ευφάνταστους δούλους και από τους δραπέτες και τους φυγάδες και τους αμφισβητίες, από τους αναίτιους αντάρτες και από τους «αμφιλεγόμενους».
Δεν τη μάθατε από τους μεγάλους, από το σχολείο, από τους πολιτικούς, από τους στρατοκράτες, από τους παπάδες, από τους δικηγόρους και από τους δημοσιογράφους και τους τραπεζίτες, από τους λογικούς, από τους «έγκυρους» και από τους άρχοντες και τους μεσσίες. Γιατί δεν μου το είπατε ποτέ αυτό;...
Η ελευθερία για την οποία όλοι μου μιλούν, δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ.
Υπάρχει μόνο το «Φάντασμα της Ελευθερίας». Μια ελπίδα, ένας πυρετός του νου, ένα όραμα, ένα όνειρο, μια φανταστική κατασκευή, μια τρελή ιδέα για τη ζωή και την έκφραση.
Νιώθω πολύ απογοητευμένος από τον κόσμο των μεγάλων που δεν μου τα δίδαξε ποτέ αυτά, και που έπρεπε να αφιερώσω δεκαετίες αναζήτησης για να τα μάθω και να τα καταλάβω μόνος μου.
Και τώρα που τα κατάλαβα, βλέπω τους πάντες γύρω μου να κοροϊδεύουν τους πάντες, βλέπω ακόμη και τους σοφούς και τους αντιδραστικούς να μην το καταγγέλλουν, να μη μιλάνε. Γιατί; Άραγε, ακόμη και οι σοφοί και οι αντιδραστικοί είναι τελικά βλάκες; Όχι. Είναι γιατί φοβούνται! Γιατί δεν υπάρχει ελευθερία. Φοβούνται να μιλήσουν, να το ξεσκεπάσουν. Φοβούνται μήπως χάσουν τη σύνταξή τους, τη θέση τους, τις μετοχές τους, την πόζα τους, τη ζωή τους. Αυτό πιστεύω εγώ, νομίζω ότι είναι ολοφάνερο, χωρίς να θέλω να αδικήσω μέσα μου τις λαμπρές εξαιρέσεις (πεθαμένοι άνθρωποι οι περισσότεροι) που άλλωστε δεν είναι αρκετές, ούτε ήταν ποτέ.


…Από τότε που ήμουνα μικρό παιδάκι, το όνειρό μου ήταν να γίνω συγγραφέας. Μου άρεσε να φαντάζομαι πράγματα, περνούσα τις ώρες μου ονειροπολώντας, παρατηρώντας το κάθε τι, εξερευνώντας τις λεπτομέρειες που δεν πρόσεχε κανείς.
Μου άρεσε να διαβάζω βιβλία, να βλέπω ταινίες, να παίζω δραματοποιώντας τις φαντασίες μου, να βλέπω όνειρα, να ακούω συναρπαστικές ιστορίες, να ταξιδεύω με τη σκέψη μου σε μέρη μακρινά, να ψάχνω παντού για το μυστήριο, το ασυνήθιστο, το πρωτόγνωρο, το άπιαστο. Μου άρεσε να διηγούμαι ιστορίες, να μετατρέπω τα πάντα σε ιστορίες, να επινοώ και να εφευρίσκω τις απολαύσεις μου. Πάντοτε ενθουσιαζόμουν με τα πάντα, τόσο πολύ και σε τέτοιο σημείο, που έφτασα να πιστεύω πως ο κόσμος είναι υπέροχος, μυστηριώδης, ανεξερεύνητος, απερίγραπτος. Κι άρχισα να νιώθω πως αναλογούσε σε μένα τον μικρούλη, να τον περιγράψω, να τον αποκρυπτογραφήσω, να τον ακούσω και να σημειώνω ό,τι μου έλεγε.
Έψαχνα και μάθαινα τα πάντα με μεγάλη δίψα, εξερευνούσα και ζούσα τις δικές μου επικές περιπέτειες, κι έγραφα, έγραφα, έγραφα, τόσο πολύ και τόσο πεισματικά, που στο τέλος το πίστεψαν όλοι πως είμαι συγγραφέας, κι άρχισαν να με διαβάζουν. Κι ήμουν τόσο χαρούμενος γι’ αυτό, είχα τόσα πολλά να τους πω για τον κόσμο και για τα πράγματα που είχα μάθει, για τα όνειρα των ανθρώπων και για τις λεπτομέρειες που δεν πρόσεχε κανείς. Είχα τόσες πολλές ιστορίες να διηγηθώ, που στο τέλος άρχισε να με πιάνει μια μεγάλη θλίψη, γιατί κατάλαβα ότι δεν θα έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να το κάνω, ο χρόνος που μου παραχωρήθηκε δεν θα μου επαρκούσε για να μάθω τα πάντα και να διηγηθώ τα πάντα.
Παρ’ όλα αυτά συνέχισα μόνο με την ελπίδα, πείθοντας τον εαυτό μου ότι είναι αθάνατος και ότι ο χρόνος είναι ψέματα. Διψούσα για τον κόσμο και για όλα του τα περιεχόμενα, ορατά και αόρατα. Πίστεψα ότι θα μπορούσα ίσως να ελευθερωθώ από το χώρο και το χρόνο, να αντισταθώ στη θλίψη και σε όλα τα άσχημα πράγματα, να πολεμήσω με την πένα μου την αδικία και την ασχήμια που βασανίζει όλους μας. Παιδικά πράγματα. Έλεγα ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από μυστήριο, συγκλονιστικές αλήθειες, κι ότι κρυφά στηρίζεται στη δικαιοσύνη, στην ελπίδα και στην ομορφιά. Πίστεψα ότι μπορώ να παρασύρω τους άλλους, τους φίλους μου έστω, να αντισταθούμε όλοι μαζί με τη δυναμική φαντασία μας, να νικήσουμε, και να δούμε όλα εκείνα που απαγορεύεται να δούμε, να ανακαλύψουμε για πρώτη φορά τον κόσμο...
Σήμερα νιώθω προδομένος από τον κόσμο. Κατάλαβα επιτέλους αυτό που ο κόσμος μου έκρυβε: ότι δεν είμαι παρά ένας ανόητος ονειροπαρμένος ψευτο-διανοούμενος, που περνάει την ώρα του μουτζουρώνοντας χαρτιά. Κατάλαβα ότι ίσως τελικά ο κόσμος δεν έχει τίποτε παραπάνω να μου προσφέρει, παρά μόνο θλίψη και θάνατο, σκλαβιά και αδικία. Είναι ένας κόσμος φτιαγμένος πάνω στον αδυσώπητο νόμο του ισχυρού. Ο Αδόλφος Χίτλερ είχε τελικά μεγάλο δίκιο όταν το έγραφε αυτό στο Mein Kampf, ήταν φυσιολάτρης, και εδώ πέρα ο μόνος δικαιωμένος αγώνας είναι εκείνος του ισχυρού εις βάρος του αδύνατου, όπως το θέλει και η μονότονη φύση, χωρίς να κρύβει κανένα μυστήριο πέρα από εκείνα της δύναμης και του αίματος, της πείνας και της δίψας, του θανάτου και της εξολόθρευσης, της αναπαραγωγής και της λήθης. Όποιος έχει το όπλο σκοτώνει τον άοπλο, όποιος έχει τη δύναμη υποτάσσει τον αδύνατο, μόνο οι Χίτλερ επιβιώνουν. «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων», όπως το έλεγε ο Ηράκλειτος που πέθανε μέσα στην κοπριά και τον φάγανε τα σκυλιά. Αυτός είναι ο «αγώνας για τα μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας».
Η μόνη αξιοπρέπεια που έχουμε είναι η Σκέψη.

Ό,τι υπέροχο έβλεπα σαν μικρό ενθουσιασμένο παιδάκι, ήταν και είναι απλά μέσα στο μυαλό μου. Αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος να φάει τον εαυτό του για να έχει τροφή! Να σκοτώνει για να ζει! Να προδίδει για να ελπίζει! Να φανερώνει για να κρύβει! Γαμώτο, και όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι, όλοι ανεξαιρέτως, υπακούνε απλώς στο ορμέμφυτο, είναι κατασκευαστικό πρόβλημα του κόσμου όλα αυτά.
Σήμερα νιώθω ότι ο κόσμος είναι ένα τραγικό λάθος, και ότι η μόνη του ελπίδα είναι το μυαλό μου. Το μυαλό σου. Η ελευθερία μου είναι μόνο η σκέψη μου... Ελευθερία έχω μονάχα μέσα μου. Η Σκέψη είναι ελεύθερη, κανείς δεν μπορεί να της στερήσει τη μαγική ελευθερία της, η οποία είναι αγνώστου προελεύσεως, δεν είναι από εδώ.
Παρηγοριέμαι με τη γνώση ότι το είχαν καταλάβει και άλλοι αυτό, κι ότι δεν είμαι ο πρώτος, άρα δεν είμαι μόνος μου. Διαβάζω κάτι ξεχασμένους στίχους του ποιητή
Algernon Swinburne:
«Είστε δυνατοί, ω βασιλιάδες, ω ισχυροί άντρες; Όχι,
Ξοδέψτε όλοι σας την ισχύ και κλέψτε ό,τι μπορείτε,
Κι όμως υπάρχει κάτι που ποτέ δεν θα σκοτώσετε, ποτέ,
Τη Σκέψη, που ούτε η φωτιά ούτε το σίδερο μπορεί να τη φοβίσει.
Η απλήγωτη κι αόρατη σκέψη που φεύγει
Ελεύθερη έξω από το χρόνο, καθώς ο νότιος κι ο βόρειος άνεμος φυσούν,
Ελεύθερη έξω από το χώρο, καθώς η ανατολική κι η δυτική θάλασσα κυλούν,
Κι όλα τα σκοτεινά πράγματα μπροστά της αποκτούνε λάμψη…»
Κι έτσι, αν θέλω τώρα, έστω κι αργά, να δικαιώσω την αποστολή του συγγραφέα, πρέπει να ξεχάσω τον κόσμο, να λευτερώσω τη σκέψη, να φύγει τελείως, να πετάξει, μακριά από εδώ, αρκετά μολύνθηκε από τη σκλαβιά και τη σαπίλα του θανάτου που βρωμάει παντού. Οι ιστορίες του συγγραφέα δεν είναι αληθινές, δεν πρέπει να είναι αληθινές. Αν ήταν οι ιστορίες αληθινές θα τρώγανε τον εαυτό τους, θα σκότωνε η μια την άλλη. Ο κόσμος είναι αληθινός και ανελεύθερος και σας τον χαρίζω. Ας τον διηγηθεί κάποιος άλλος…
Θα κάνω τα πάντα για να διηγηθώ τα πάντα για οποιονδήποτε άλλον κόσμο εκτός από αυτόν...

Άλλωστε, από καιρό το υποψιαζόμουν και τώρα πλέον το ξέρω καλά: Ο κόσμος αποτελείται από κόσμους, κι η αληθινή ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία όλων αυτών των κόσμων, που γεννιούνται στο κεφάλι μας και ίσως δεν πεθαίνουν μαζί με το κεφάλι μας, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν, και να διηγούνται ατέρμονα εκείνη τη μυστική ιστορία που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς: την ιστορία της ελευθερίας του πνεύματος...

CALIFORNIA
Τη νύχτα, ο άνεμος από την ακτή του Ειρηνικού αναδεύει δροσερά τα φύλλα από τα φοινικόδεντρα. Στον ορίζοντα της θάλασσας οι μακρινές πλατφόρμες των πετρελαιοπηγών είναι φωτισμένες και φαίνονται σαν θαλάσσια λούνα-παρκ. Ο Πάτρικ είναι Κινέζος, εξήντα χρονών, μόλις έχουμε μπει στο σπίτι του κι εκείνος παίζει κιθάρα και τραγουδάει με εφηβική φωνή ένα παλιό τραγούδι του Έλβις, το Heartbrake Hotel, στους τοίχους γύρω του κρέμονται ινδιάνικα κειμήλια, αρχαία ελληνικά πιάτα, κοχύλια και αστερίες από τη Χαβάη, κουκλάκια των Χόπι, βραβεία για τον καλύτερο πωλητή ασφαλειών, ένα κέντημα με λουλούδια που γράφει God Bless America με παιδιάστικα γράμματα… Ακούγοντας εκείνο το χωρίς ντροπή τραγούδι του με τη νοσταλγική φωνή και τα κλειστά του μάτια, κατάλαβα για πρώτη φορά πόσο μακριά βρισκόμουν από το σπίτι μου. Η Μαρία, η γυναίκα του, είναι Ελληνίδα από την Κύπρο, από τα κατεχόμενα, κι έξω από το λευκό σπίτι τους στο Λος Άντζελες έχουν μια πινακίδα με έναν ελληνικό ήλιο και έναν ανεμόμυλο που γράφει Καλώς Ήλθατε στη Λάπιθο, το χωριό της Μαρίας που το πήρανε οι Τούρκοι ένα μεσημέρι και σκοτώσανε τον πατέρα της, κι εκείνη μιλά συνέχεια για τη Λάπιθο που είναι απαγορευμένη για τα βήματά της, και λέει ιστορίες για τις Ινδιάνες μάγισσες στην Αριζόνα...
Στο Σαν Χουάν Καπιστράνο, στο σαλούν του Coach-House, η Michelle Shocked χτυπιέται με την κιθάρα της πάνω στη σκηνή και τραγουδάει για τους Hobos, τους αλήτες που ταξίδευαν λαθραία με τα τραίνα, το Τζακ Ντάνιελς είναι το πιο φτηνό ποτό και το ντεπόζιτο της βενζίνης του αυτοκινήτου γεμίζει μόνο με 9 δολάρια.
Έξω από το σπίτι του Κάρλος Καστανέντα στο Westwood, πάνω από τη Σάντα Μόνικα, μια μαύρη γάτα μας παρακολουθεί σκαρφαλωμένη πάνω στο φράχτη. Στη Σάντα Άννα ψάχναμε για το σπίτι του Φίλιπ Κ. Ντικ, αναζητούσαμε μάταια τα ίχνη του που έχουν χαθεί από τον πλανήτη ή έχουν μεταμορφωθεί σε βιβλία. Ένα μεγάλο κύμα εμφανίσεων UFO στα σύνορα με το Μεξικό, έχω ακόμη στα μάτια μου τις ερημιές του Ortega Highway (μα πού είναι το El Toro;), τις μυστικές εξοχές που τις ξέρουν μόνο οι τσοπεράδες, και μια πινακίδα έξω από μια ξύλινη εκκλησία βαπτιστών που έλεγε στον ταξιδιώτη: «Έλα μέσα. Ο Θεός θέλει να σου μιλήσει». Ο Θεός μιλάει από το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, του αρέσουν τα ντόνατς σε ένα παρακμιακό μαγαζάκι στις όχθες της λίμνης Έλσινορ, το σέρφινγκ στη Balboa Beach, κι ο αυτοκινητόδρομος της αμαρτίας: το Freeway 15 προς Νεβάδα, που διασχίζει την έρημο Mojave και πάει στο Λας Βέγκας για τα καζίνα. Στο Πάλος Βέρντες είδα για λίγο τον Παράδεισο, που τον έχουν αγοράσει οι πλούσιοι κι έχουν αποδημήσει εκεί, κι όλοι οι άλλοι νομίζουν πως είναι στο Μπέβερλυ Χιλς. Τις νύχτες ονειρεύονται και πηγαίνουν στο Dreamland, στο Area 51 στην έρημο, για να μιλήσουν με τους δαίμονες που ζουν εκεί με τα λεφτά των φορολογούμενων, στην υπόγεια βάση.
Ένα όμορφο σούρουπο στο Bell Air, οδηγάμε στο Mulholland Drive, κι είμαστε σίγουροι πως θα στρίψουμε σε μια στροφή και θα βγούμε σε έναν άλλο κόσμο, ή έστω μέσα σε ένα όνειρο του Ντέηβιντ Λυντς, τί άλλο να ελπίσω έπειτα από τη θέα των φωτισμένων ουρανοξυστών στο L.A. και μερικά παλιά υπονοούμενα για το San Bernardino Freeway; Υπάρχει ένα Route 66 του εσωτερικού διαστήματος: είσοδος ελεύθερη.
Ένα δάσος με τιτάνιες σεγκόγιες στη Σονόμα, η κάθε μια τους με εμβαδόν όσο ένα σπίτι και ύψος τουλάχιστον όσο μια ελληνική πολυκατοικία, και στη Venice Beach ένας απροσδιόριστος φυλετικά τύπος με τεράστιο τουρμπάνι στο κεφάλι και πατίνια στα πόδια, φορά μια λευκή μπέρτα κι έχει κρεμασμένο έναν ενισχυτή με μπαταρίες στη μέση του, περνά με ταχύτητα δίπλα μου και παίζει ηλεκτρική κιθάρα. Στο Σαν Φρανσίσκο στέκει ακόμη ο πύργος της τηλεόρασης που τρόμαζε τόσο πολύ τον Φριτς Λάιμπερ σαν κακό Megapolisomancy, ένας άστεγος κοιμάται στην είσοδο μιας τράπεζας, ένα τζάμι τον χωρίζει από όλα τα λεφτά του κόσμου, και κατεβαίνοντας το Divisadero Road όλοι οι άντρες είναι γκέι, και μάλλον κανείς δεν φαντάζεται ότι η συνοδός μου δεν είναι τραβεστί. Τις νύχτες φεύγουμε για να ακούσουμε τις φάλαινες στον Ειρηνικό, το τραγούδι τους ίσως ακούγεται μέχρι τις φυλακές του San Quendin, μέχρι το Aqua Calliente και τις φώκιες του, και μέχρι την κοιλάδα του Φεγγαριού, τα αμπέλια του Τζακ Λόντον και την κοιλάδα που έχει αγοράσει ο Τζωρτζ Λούκας, την Lucas Valley, όπου μπορείς να μπεις μόνο αν είσαι καλεσμένος του. Αν και ο Πόλεμος των Άστρων συνεχίζεται στη Ντίσνεϋλαντ, μαζί με τους Πειρατές της Καραϊβικής, τη Στοιχειωμένη Έπαυλη και το Tiki Room, μερικά από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνήματα που έφτιαξε ο νους του ανθρώπου.
Πάνω από το Σακραμέντο, κάπου έξω από το Placerville, έξω από το χωριό των κρεμασμένων, κοντά στα Eldorado Hills, μαζί με τα φαντάσματα των χρυσοθήρων, μέσα στο δάσος στέκει μια παράγκα όπου ζούσε ο Κλαρκ Άστον Σμιθ και έφτιαχνε τα εξωγήινα γλυπτά του, ενώ στο Auburn πέρα από τις παρατημένες σιδηροδρομικές γραμμές του Skyridge υπάρχει ένα δρομάκι που λέγεται Poet Smith drive.
Στον δρόμο για τη Σάντα Κρουζ, μέσα στη νύχτα, κατεβαίνοντας τον φιδογυριστό PCH (Pacific Coast Highway), η ομίχλη σαν γιγαντιαίο σιντριβάνι υψώνεται από τον Ειρηνικό και πέφτει πάνω στο δρόμο, ορατότητα μηδέν, τότε βγαίνουν τα ελάφια και αυτοκτονούν. Στη Σάντα Κρουζ ένιωσα κάτι από την καρδιά, όλα αυτά τα φτιάξανε οι πιονέροι, The Home of the Brave, όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια και η καρδιά τους υποφέρει, ο Νέος Κόσμος δεν νοιάζεται από πού είσαι, ολονών το βλέμμα ημερεύει το πρωί στη συννεφιασμένη ακτή της Σάντα Κρουζ, κι από ‘κει ταξιδεύει για το Carmel, σαν σε όνειρο. Κανείς δεν θα πιστέψει τα πράγματα που είδα με τα μάτια μου στο Mystery Spot μέσα στο δάσος, α, ο κόσμος είναι ένα πολύ παράξενο μέρος, κι όποιος δεν ταξιδεύει δεν το ξέρει, ζει τελείως ανίδεος.
Ο Ραμόν στη Σάντα Ρόζα μου έδωσε ένα μικρό αρχαίο γλυπτό των Αζτέκων, λαθραίο, που το ξέθαψε σε ένα χωράφι η μαμά του στην Τσιχουάουα ή το αγόρασε στην Οαχάκα, στον δρόμο όταν έρχεσαι από το Σαν Ντιέγκο σε σταματούν οι αστυνομικοί με μαύρα γυαλιά και μαύρα γάντια και ψάχνουν για λαθρομετανάστες Μεξικανούς, και σε ένα μοτέλ νυχτερινό στην τηλεόραση είδαμε έναν γέρο Μεξικάνο συγγραφέα, τον Victor Villasenor, να δακρύζει και να λέει για τη μοίρα του ανθρώπου, πως η πατρίδα ολονών μας είναι τόσο μακριά, κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται.
Στο μουσείο του Ρίπλεϋ στο Χόλυγουντ (Believe it or Not), στέκει ένα ομοίωμα του ψηλότερου ανθρώπου στον κόσμο, σωστό τέρας. Οι συγχωριανοί του τον αγαπούσαν.
«Στην Καλιφόρνια είσαι ελεύθερος να είσαι παράξενος», μου ψιθυρίζει μία γοργόνα στην παλιά προκυμαία του Redondo Beach, μέσα από τον μικρό πλαστικό θόλο της…

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

«–Δεν μου είπες, τελικά υπάρχει θησαυρός στο διπλανό σπίτι;
–Ποιο σπίτι; Δεν υπάρχει κανένα σπίτι εδώ δίπλα.
–Ε, τότε ας φτιάξουμε ένα..»
(Marx Brothers)

Περνάμε μια ολόκληρη ζωή αναζητώντας τη «μεγάλη αλήθεια», διερωτώμενοι για τη φύση του κόσμου και του ανθρώπου, για τα μυστήρια του πνεύματος, για την ορθή αντίληψη της πραγματικότητας και για το νόημα της ζωής. Και διαφεύγει σχεδόν από όλους μας ότι την αλήθεια την ξεχωρίζει μόνο η πιο αγνή ματιά, ότι οι πρώτες εντυπώσεις για κάποιον παράξενο λόγο είναι πάντα σωστές, και πως, οτιδήποτε κι αν επιχειρήσαμε να πιστέψουμε για όλα αυτά, το βασίσαμε σε στοιχεία που αποκτήσαμε καθ' οδόν στη ζωή, και το μόνο που τελικά καταλάβαμε είναι ότι μάλλον είμαστε μπερδεμένοι ή εξαπατημένοι.
Αν υπάρχει κάποια αυταπόδεικτη αλήθεια για τον κόσμο και για τη ζωή, κάτι που κρύβεται πίσω από όλα τα πράγματα που ξέρουμε, μια αλήθεια φυσική και αναμφισβήτητη, τότε αυτήν την αλήθεια την ξέρουν τα μικρά παιδιά. Αυτά είναι που βλέπουν τον κόσμο χωρίς προηγούμενες ερμηνείες και εντυπώσεις, χωρίς παρεξηγήσεις και αυταπάτες, τον βλέπουν όπως στ' αλήθεια είναι: μυστηριώδης και υπέροχος και θαυμαστός, γεμάτος θαύματα, περιπέτεια και έκσταση. Τα παιδιά βλέπουν τα πράγματα όπως στ' αλήθεια είναι, φυσικά, αυθόρμητα, χωρίς τεχνητές ερμηνείες, χωρίς αδικία, χωρίς καμία αβεβαιότητα.
Κι αφού όλοι μας ήμασταν κάποτε παιδιά, πώς είναι δυνατόν να ξεχάσαμε τους θησαυρούς αυτής της φωτισμένης αντίληψης των πραγμάτων; Κι αφού όλοι μας ποθήσαμε κάποτε να ανακτήσουμε τον χαμένο κόσμο της παιδικής μας ηλικίας, γιατί ποτέ δεν κάναμε το βήμα να θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο κοιτούσαμε τότε τον κόσμο γύρω μας;
Όσοι έχουν οι ίδιοι παιδιά, διακρίνουν κάτι από αυτόν τον χαμένο παράδεισο, το βλέπουν στο βλέμμα των παιδιών τους. Εγώ ο ίδιος, κάθε μέρα, παρατηρώ τον μικρό μας γιό να εξερευνεί με δέος τα πάντα και να ανακαλύπτει ένα υπέροχο θαύμα πίσω από κάθε απλή υπόθεση της καθημερινότητας και του περιβάλλοντος, πίσω από κάθε ιδέα ή λέξη, εικόνα ή ήχο, αντικείμενο ή θέα.
Το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, με λεπτομέρειες, και αυτό με βοηθά να το θυμηθώ και στη δική μου περίπτωση: ο κόσμος είναι ένα μέρος θαυμάτων και μυστηρίων όταν είσαι παιδί. Και δεν αλλάζει όταν μεγαλώνεις. Εσύ είσαι που αλλάζεις. Η αλήθεια παραμένει, εσύ είσαι που την έχασες. Όταν είσαι παιδί, ο Παράδεισος σου ανήκει. Και όταν μεγαλώνεις είσαι σαν εκπεσόντας άγγελος, σαν εξόριστος από τον Παράδεισο, σαν προδότης της πατρίδας σου ή σαν άρρωστος που πάσχεις από αμνησία ενώ κάποτε ήξερες τα πάντα.
Ναι, όταν είσαι παιδί, μοιάζεις με τον Αδάμ στον θρυλικό Κήπο του Παραδείσου, που ήταν ο πρώτος που γνώρισε τα πάντα για πρώτη φορά, τη φύση, τον Θεό, τα δέντρα, τα ζώα, τον σύντροφο, το καλό και το κακό, το σεξ, τον άνεμο, τον ουρανό, τις λέξεις, και έδωσε τα ονόματά τους σε όλα τα όντα και τα φυτά.
Όταν είσαι παιδί, τα χωράφια με το σιτάρι μοιάζουν γεμάτα από χρυσάφι που ανεμίζει και λάμπει, που δεν θα θεριστεί ποτέ και θα είναι για πάντα αθάνατο, για πάντα ίδιο με την πρώτη στιγμή που το είδες. Και ό,τι βλέπεις, πιστεύεις ότι υπήρχε από πάντα αιώνια και θα υπάρχει για πάντα αιώνια. Η έννοια της αιωνιότητας είναι έμφυτη μέσα μας, η σκέψη της είναι φυσική και αυθόρμητη.
Αυτό που δεν υπήρχε μέσα μας είναι η έννοια της σπουδαιότητας, η σημασία, που εννοιολογείται από την εξαίρεση. Όλα τα πράγματα ήταν σπουδαία και σημαντικά, μέχρι και τα πιο ευτελή, τα πιο ασήμαντα, τα πιο αδιάφορα για τους μεγάλους, τα πιο δεδομένα.
Η σκόνη, το χώμα και οι πέτρες των δρόμων ήταν πολύτιμες σαν διαμάντια και σπουδαίες σαν τεχνουργήματα. Κάθε παράξενο φύσημα του ανέμου ήταν αιτία δέους και θαυμασμού. Η πόρτα του σπιτιού, ο φράχτης του κήπου, στην αρχή ήταν το τέλος του κόσμου. Κι η εξερεύνηση ήταν η μόνη σημαντική υπόθεση, το ίδιο και το παιχνίδι, η χαρά, η αγάπη.
Θυμάμαι ένα υπέροχο απόσπασμα από το σπανιότατο και εξαίσιο βιβλίο του ποιητή και μυστικιστή Thomas Traherne (1637-1674), Centuries of Meditation (Αιώνες Διαλογισμού), που, κατά την εποπτεία μου, ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να περιγράψει το πως βλέπουν τα παιδιά τον κόσμο:
«Τα πράσινα δέντρα, όταν τα είδα για πρώτη φορά μέσα από τις πύλες του κήπου, με κατέπληξαν και με γέμισαν με πρωτόγνωρη έκσταση. Η γλυκύτητα και η παράξενη ομορφιά τους έκαναν την καρδιά μου να χοροπηδήσει, και, σχεδόν τρελός από την έκσταση, κατάλαβα ότι ήταν τα πιο παράξενα και υπέροχα πράγματα που είχα δει. Και οι άνθρωποι! Ω, τι σεβάσμια και θαυμαστά πλάσματα που έμοιαζαν οι ενήλικοι! Ήταν σαν αθάνατα και σοφά Χερουβείμ! Και τα νεαρά αγόρια έμοιαζαν με λαμπερούς σπινθηροβόλους αγγέλους, και τα νεαρά κορίτσια φάνταζαν σαν Σεραφείμ, παράξενα δείγματα υπέροχης ζωής, φρεσκάδας και ομορφιάς! Τα αγόρια και τα κορίτσια που έτρεχαν και έπαιζαν στους δρόμους, ήταν σαν κινούμενα διαμάντια και λαμπερά πολύτιμα κοσμήματα. Δεν γνώριζα ότι είχαν γεννηθεί, ούτε ότι πρέπει να πεθάνουν.
»Όλα τα πράγματα ζούσαν. Και όλα τα πράγματα ζούσαν αιώνια, το καθένα στο σωστό μέρος. Η αιωνιότητα εκδηλωνόταν στο φως της ημέρας, και κάτι το άπειρο εμφανιζόταν πίσω από τα πάντα, κάτι που ψιθύριζε στις προσδοκίες μου και κινούσε κάθε μου επιθυμία. Η ίδια η πόλη έμοιαζε να στέκει στον παράδεισο, ή να είναι χτισμένη στον ουρανό.
»Οι δρόμοι ήταν δικοί μου, οι ναοί ήταν δικοί μου, όλα τα παιχνίδια ήταν δικά μου, οι άνθρωποι ήταν δικοί μου, τα ρούχα τους που έλαμπαν σαν ασήμι και χρυσό ήταν δικά μου, το ίδιο και τα λαμπερά τους μάτια, το όμορφο δέρμα τους, τα εκφραστικά τους πρόσωπα. Οι ουρανοί ήταν δικοί μου, δικός μου ήταν και ο ήλιος και το φεγγάρι και τα αστέρια, που έβγαιναν εκεί πάνω μόνο για μένα, κι όλος ο κόσμος ήταν δικός μου, κι εγώ ήμουν ο μόνος παρατηρητής του, ο μόνος που τον απολάμβανε.
»Δεν ήξερα καμιά βάναυση ορθότητα, κανέναν περιορισμό, κανένα εμπόδιο, καμιά κατάταξη, καμιά υποδιαίρεση, κανένα όριο. Όλες οι υποθέσεις του κόσμου ήταν δικές μου, όλα τα όρια και τα περιεχόμενα δικά μου, όλοι οι θησαυροί του κόσμου και όλοι οι κάτοχοί τους ήταν δικοί μου.
»Αλλά, αργότερα, πολλά συνέβησαν και διαφθάρηκα, μολύνθηκα, και αναγκάστηκα να μάθω τα βρώμικα τεχνάσματα αυτού του κόσμου. Και τώρα προσπαθώ να τα ξεμάθω, και να γίνω όπως κάποτε ήμουν, ένα μικρό παιδί και πάλι, για να εισέλθω στη Βασιλεία των Ουρανών…»
Ο Traherne, που πίστευε ότι η Ουτοπία είναι εδώ και τώρα μαζί μας αλλά δεν τη βλέπει κανείς, μέσα από το έργο του δήλωνε με τον πιο όμορφο και αισιόδοξο τρόπο ότι όλοι μας μπορούμε να αποκτήσουμε ξανά το φωτεινό όραμα του βλέμματος των παιδιών, και να επιστρέψουμε στον χαμένο Παράδεισο, αρκεί να μπορέσουμε, σαν πρώτο βήμα, να δώσουμε αξία στα «μέγιστα, όμως κοινά και απλά πράγματα»: τον ήλιο, τον ουρανό, τον άνεμο, τα φτερά των πουλιών και των πεταλούδων, τα κεραμίδια μετά τη βροχή, αντί να λαχταρούμε συνεχώς οφέλη, τιμές και πλούτη. Ο αληθινός κόσμος μας αποκρύπτεται, κρύβεται από το διεφθαρμένο βλέμμα μας και από τη φοβισμένη καρδιά μας, και είναι δυνατόν να μας αποκαλυφθεί σε όλο του το μεγαλείο αν μπορέσουμε να τον κοιτάξουμε με την αγάπη και το δέος του παιδιού. Έλεγε ότι όλοι μας ζούμε μέσα στα θαύματα, αλλά κανείς δεν το θυμάται. Ήταν ο ταπεινός γιος ενός τσαγκάρη, κι έγινε ένας μεγάλος ποιητής που αντίκρισε τον Θεό…
Δεν γνωρίζουν πολλοί την όμορφη παράδοση ότι, όταν ο Αδάμ και η Εύα εξορίστηκαν από τον Παράδεισο, τους επιτράπηκε να πάρουν μαζί τους ένα γαϊδουράκι. Οι πρωτόπλαστοι απομακρύνθηκαν από τον Παράδεισο, ανατολικά της Εδέμ, μαζί με ένα ταπεινό γαϊδουράκι, ένα πλάσμα που από τότε έχει συνηθίσει αδιαμαρτύρητα να υποφέρει και να σηκώνει το φορτίο του.
Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτό το γαϊδουράκι (που αργότερα θα γίνει άλογο, έπειτα θα βγάλει το κέρατο της σοφίας και θα γίνει μονόκερως, και έπειτα θα αποκτήσει φτερά και θα γίνει πήγασος), είναι ένα απόκρυφο σύμβολο για τη φαντασία. Το μόνο αληθινά δικό μας πράγμα που έχουμε, είναι η φαντασία μας, κι αυτό είναι το μόνο δώρο που μας δίνει την οπτική όλων των πραγμάτων που δεν έχουμε, όλων εκείνων που έχουμε χάσει, όλων εκείνων που δεν ξέρουμε. Είναι μια σπίθα του Δημιουργού μέσα μας, είναι το ίδιο μας το πνεύμα: η δημιουργική μας σκέψη, η στάση μας απέναντι στο μυστήριο του κόσμου, ο στοχασμός μας, τα όνειρά μας. Κατά τη γνώμη μου, το Φανταστικό είναι η σημαντικότερη υπόθεση του ανθρωπίνου όντος.
Τα παιδιά αποτελούν ενσαρκώσεις του ίδιου του Φανταστικού της ανθρωπότητας μας. Το βλέμμα του παιδιού είναι η προσωποποίηση της επέκτασης της πραγματικότητας προς το θαυμαστό: η χαμένη παιδική μας ηλικία, τα χαμένα όνειρά μας, ο χαμένος αληθινός κόσμος, ο χαμένος Παράδεισος.
Διαβάζω ένα όμορφο αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έγραψε ο ονειροπόλος συγγραφέας και στοχαστής, Herman Hesse:
«Σαν όλα τα μικρά αγόρια αγαπούσα και ζήλευα ορισμένα επαγγέλματα: του κυνηγού, του βαρκάρη, του ακροβάτη, του εξερευνητή των αρκτικών περιοχών. Αλλά πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ήθελα να γίνω μάγος. Αυτή ήταν η βαθύτερη, πιο έντονη παρόρμηση μου –σε σχέση με μια ορισμένη δυσαρέσκεια γι’ αυτό που οι άλλοι αποκαλούσαν πραγματικότητα, που πολλές φορές μου άφηνε την εντύπωση ότι δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια ανόητη συνομωσία των μεγάλων. Από πολύ μικρός, πότε με φόβο και πότε με περιφρόνηση, απέρριπτα αυτήν την πραγματικότητα και καιγόμουνα από την επιθυμία να της κάνω μάγια, να την μεταμορφώσω, να την υπερβώ…»
Αυτή η έντονη επιθυμία για υπέρβαση της πραγματικότητας, είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των ονειροπόλων ανθρώπων που δεν έχουν χάσει την κληρονομιά μας του Φανταστικού: της ψυχικής μας αλήθειας για τον κόσμο και τον εαυτό.
Το Φανταστικό, η ξέφρενη και θαυμαστή παιδική ηλικία του εαυτού μας –πριν αυτός κουραστεί, πληγωθεί, παραδοθεί, και πριν ξεχάσει τα πάντα για την αλήθεια του κόσμου– λειτουργεί σαν ένα κάλεσμα για υπέρβαση και για ατομική ελευθερία, που αντηχεί από τα τρίσβαθα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι αυτό το κάλεσμα είναι πολύ πραγματικό, αληθινά πραγματικό, και οι προοπτικές που διαγράφει, οι δίοδοι εξόδου από το τέλμα, είναι επίσης αληθινά πραγματικές. Γιατί η μόνη αληθινή πραγματικότητα είναι η εσωτερική, η μόνη αληθινή κατασκευή είναι αυτή που δομεί την ψυχή και τον νού μας, και βρίσκεται στην πιο πολύτιμη μορφή της στην πρότερη αυθεντική και φυσική της κατάσταση: όταν ήμασταν παιδιά. Τότε που γνωρίζαμε την αληθινή χρήση του παράξενου και ελεύθερου μηχανισμού του σύμπαντος, του αληθινού σύμπαντος: αυτού που κρύβουμε μέσα μας και όχι αυτού που μας εξηγεί η αστρονομία και η φυσική, και αυτού που βλέπουμε αυθόρμητα και φυσικά γύρω μας, για πρώτη φορά, χωρίς επίπλαστες ερμηνείες.
Η μόνη πραγματικότητα είναι αυτή που όλοι μάς κρύβουν: Ο άνθρωπος είναι ένα σύμπαν από μόνος του.
Νιώθω ότι η αποστολή μας στον κόσμο δεν είναι απλά να ζήσουμε, αλλά να τον αγαπήσουμε, να παίξουμε μαζί του, να τον εξερευνήσουμε και να τον υπερβούμε. Νιώθω ότι πρέπει να αντιταχθούμε πολεμικά σε κάθε άνθρωπο, ιδέα, αξία, θεσμό, δόγμα, που θέλει να μας εμποδίσει να το κάνουμε αυτό. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο ουσιαστικός αγώνας για την πνευματική ελευθερία;
Αυτό είναι που νιώθει τόσο απλά και ξεκάθαρα ένα παιδί. Είναι πολύ πρόσφατη η άφιξη του στον κόσμο μας για να έχει ξεχάσει την αποστολή του. Νομίζω ότι μεγαλώνοντας την ξεχνάμε, μάς μαθαίνουν με αυστηρότητα τόσα πολλά για την χρήση του μηχανισμού που διευθύνει το εργοστάσιο που κατασκευάζει την καθημερινότητα μας, που ξεχνάμε τελείως τις συμπαντικές και φυσικές αλήθειες που γνωρίζαμε σαν παιδιά. Τα παιδιά ξέρουν, ίσως γι’ αυτό να «τους ανήκει η βασιλεία των ουρανών».
Μεγαλώνοντας ξεχνάμε, απογοητευόμαστε, αποκαρδιωνόμαστε, κουραζόμαστε, βαριόμαστε και λειτουργούμε σαν μαριονέτες ενός αόρατου οργανοπαίκτη. Είναι φρικτό, ούτε καν η σκέψη μας δεν εξαιρείται. Μαθαίνουμε να υπακούμε ακόμη και μέσα στις σκέψεις μας, και το πρώτο διανοητικό παραστράτημα το θεωρούμε ως κάποιο είδος «ανωμαλίας». Έχουμε διδαχτεί και συνηθίσει ένα σωρό ψέματα που τα θεωρούμε για απόλυτες αλήθειες, έτοιμες να καταδικάσουν ως ψέμα το κάλεσμα της παιδικής φαντασίας, χωρίς να μπορούν να αντικρίσουν κατά πρόσωπο το μέγεθος του ψέματος τους, τόσο γιγάντιο είναι. Κάτι σκοτώνει το παιδί μέσα μας για να στερήσει από την ανθρωπότητα την θαυμαστή της προοπτική.
Γύρω μας περιπλανιούνται σαν μηχανικές σκεπτόμενες σάρκες, άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους ένα νεκρό ή ετοιμοθάνατο παιδί. Ίσως αυτή να είναι η «ανάσταση» που πρέπει να μελετήσουμε και να κατορθώσουμε. Να νικήσουμε τον θάνατο που μας διδάσκουν μέρα με την ημέρα οι αόρατοι αφέντες μας, που έχουν εισβάλλει τόσο μελετημένα μέσα μας, που όταν ακούμε τη φωνή τους νομίζουμε ότι ακούμε τη δική μας. Το παιδί πρέπει να ξυπνήσει, γιατί ονειρεύεται όλο αυτό το κακάσχημο και θλιμμένο όνειρο.
Το παιδί μέσα μας θέλει να γίνει μάγος, να κάνει μάγια σ’ αυτήν την πραγματικότητα, να την μεταμορφώσει, να την υπερβεί. Είναι αλήθεια: μπορεί να το κάνει. Κάποτε το έκανε χωρίς να ξέρει απολύτως τίποτε γι' αυτήν την παιδική μαγεία που τώρα πρέπει να τη διδαχθεί ξανά.
Ίσως ήρθε ο καιρός να αναζητήσουμε ξανά τα μυστικά αυτής της αυθόρμητης τέχνης, που η εφαρμογή της οδηγεί στον Παράδεισο… Κανείς δεν ξέρει πόσος καιρός μας έχει απομείνει.

Περίπου χίλιοι άνθρωποι κάθε χρόνο σκοτώνονται από επιθέσεις λεοπαρδάλεων. O Μότσαρτ έχει γράψει όπερα για κουκλοθέατρο.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε: «Αδιάκοπα το ατέλειωτο κυλάει προς το απύθμενο, χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς μας…»
Το πρώτο άρωμα που κατασκευάσθηκε ήταν το αρωματικό λάδι των τριαντάφυλλων. Για να παραχθούν 400 γραμμάρια απ’ αυτό το άρωμα χρειάζεται ένας τόνος από ροδοπέταλα, δηλαδή μια ανθοκαλλιέργεια 4 στρεμμάτων!
Κανείς δεν ξέρει τίποτε για το παράξενο Super Nova στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου.
Δυο-τρία άτομα δίπλα-δίπλα κάνουν ένα μόριο. Τα άτομα είναι ουσιαστικά άδεια: απαρτίζονται από τον πυρήνα, που είναι 100.000 φορές μικρότερος από το άτομο σε γραμμικές διαστάσεις (συνεπώς ο όγκος του είναι το ένα τετράκις εκατομμυριοστό του όγκου του ατόμου) και από τα απειροελάχιστα σημειακά ηλεκτρόνια. Μεγαλύτερο από το 99% ενός ατόμου είναι κενό. Πώς είναι δυνατόν απ’ αυτά τα «κενά» άτομα να φτιάχνεται γύρω μας ένας τόσο «γεμάτος» κόσμος; Ο κόσμος μας είναι «με το ζόρι» υλικός.
Ο αριθμός 1,6749286 τρισεκατομμυριοστά του τρισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου είναι η μάζα ενός νετρονίου. Ο πλανήτης Ποσειδώνας (που ανακαλύφθηκε το 1846) χρειάζεται 164,8 χρόνια για μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον Ήλιο, η διάμετρός του είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από τη διάμετρο της Γης, αλλά χρειάζεται μόνο 15 ώρες για μια περιστροφή γύρω από τον άξονά του, ενώ η Γη παίρνει 900 φορές περισσότερη θερμότητα και φως από τον Ήλιο, απ’ ό,τι ο Ποσειδώνας. Το νερό των ωκεανών της Γης περιέχει 3% αλάτι, ενώ περιέχει πάνω από 50 χημικά στοιχεία. Στη θάλασσα, έπειτα από τα πρώτα 10 μέτρα βάθους η πίεση αυξάνεται κατά 15 κιλά κάθε τετραγωνική ίντσα! Ο Φιλόλαος (5ος αιώνας π.Χ.) πίστευε ότι στο ηλιακό μας σύστημα υπάρχει ένα αόρατο σώμα, που το ονόμαζε «Αντιχθών» ή «Αντι-Γη».
Στη Γη υπάρχουν περίπου 2.000 είδη κουνουπιών, και υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός τους ξεπερνά τα εκατό δισεκατομμύρια. Σε όλα τα είδη κουνουπιών μόνο το θηλυκό τρέφεται με αίμα, ενώ το αρσενικό προτιμά τους χυμούς των φυτών. Σήμερα, ο πληθυσμός των ανδρείκελων που χρησιμοποιούνται στα crash tests των αυτοκινητο-βιομηχανιών, είναι 758.547. Γιατί μετράμε τη ζωή μας σε χρόνια—κάνοντας τη να φαίνεται μικρή— ενώ αν τη μετρούσαμε σε λεπτά ή σε ώρες θα φαινόταν τεράστια, όπως στ’ αλήθεια είναι; Πόσων ωρών είσαι;
Το 1994 ανακαλύφθηκαν στη Γαλλία τα Σπήλαια Σωβέ. Μέσα σ’ αυτά ανακαλύφθηκε μία τεράστια προϊστορική πινακοθήκη, που εκτός από τα γνωστά ζωολογικά θέματα δείχνει και «σουρεαλιστικά τέρατα». Επίσης, μεγάλες σαύρες που θυμίζουν δεινόσαυρους, εικόνες πτηνάνθρωπων, αλλά και πολλά πρόσωπα που θυμίζουν αφοπλιστικά τους σημερινούς «Γκρίζους» της φιλολογίας περί εξωγήινων. Η ηλικία αυτών των «σουρεαλιστικών» έργων τέχνης έχει προσδιοριστεί στα 32.000 χρόνια. Στο σπήλαιο Καβέρνα ντε Πέτρα Πιντάντα, κοντά στο Σανταρέμ της Βόρειας Βραζιλίας, βρέθηκαν σπηλαιογραφίες που φτιάχτηκαν πριν από 14.000 χρόνια. Ανάμεσά τους υπάρχουν εικόνες ανθρώπων με κεφάλι εντόμου. Στο Μουσείο Μουζέο Πάντρε λε Πεζ στο Σαν Πέντρο Ατακάμα της Χιλής μπορεί να θαυμάσει κανείς μια μεγάλη σειρά από παράξενα πήλινα ανθρωποειδή αγάλματα, που η ηλικία τους είναι ακόμη απροσδιόριστη και αποτελεί επίκεντρο διαμάχης. Ο πατήρ Λε Πεζ, ιδρυτής του μουσείου, φημισμένος Χιλιανός ιερέας και αρχαιολόγος, ένα εξάμηνο πριν πεθάνει είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη ότι ανακάλυψε υπόγεια μνήματα με σκελετούς και αγάλματα, που είναι παλαιότερα από 100.000 χρόνια. Ανέφερε επί λέξει: «Πιστεύω ότι στους τάφους αυτούς έχουν ταφεί μαζί και εξωγήινα όντα. Μερικές από τις καλά διατηρημένες μούμιες που βρήκα, είχαν σχήματα προσώπου που δε γνωρίζουμε στη Γη. Δεν θα με πίστευε κανείς αν διηγούμουν τι άλλο βρήκα ακόμη μέσα στους τάφους! Παρ’ όλα αυτά, σκοπεύω να αποκαλύψω πολλά απ’ αυτά σύντομα…»
Ο Μάρσαλ Μακλούαν έχει γράψει: «Η ιστορία είναι ένα πρόχειρο κινηματογραφικό σενάριο στα αρχικά στάδια της συγγραφής του…» Η αύρα των φυτών και των ανθρώπων φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1939 από το ζεύγος Σεμιόν και Βαλεντίνα Κιρλιάν, χρησιμοποιώντας την ομώνυμη μέθοδο.
Ένα σπάνιο και απαγορευμένο βιβλίο για τους συλλέκτες: Τί να κάνεις όταν κάποιος πεθαίνει (Ανωνύμου), Consumer Publications, London, 1967. Κι ένα ακόμη: Ω, Τί κτύπημα μου έδωσε εκείνο το Φάντασμα! (E. Carpenter), Holt Rinehart & Winston, New York, 1973. Ε, κι ακόμη ένα: Τα Φαντάσματα των Ζωντανών (H. Durville), Paris, 1909. Το 1266 ο άνθρωπος των θαυμάτων Ρότζερ Μπέικον μεγέθυνε τα γράμματα βάζοντας πάνω σ’ ένα βιβλίο ένα κομμάτι ημισφαιρικού γυαλιού, και όλοι τον αποκαλούσαν συνεργάτη του διαβόλου. Ένα πορτραίτο του Καρδινάλιου Ουγκόν, ζωγραφισμένο το 1352, τον απεικονίζει να φορά δύο φακούς πάνω από τα μάτια, στερεωμένους στ’ αυτιά με κάτι σα σύρμα, και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «εκκεντρικό». Έτσι βγάζουμε το συμπέρασμα ότι κάποιος πρέπει να εφεύρε τα ματογυάλια μεταξύ 1266 και 1352. Το 1784, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος κατασκεύασε τα πρώτα κιάλια, και κυκλοφορούσε στο δρόμο σκοντάφτοντας παντού, γιατί τα φορούσε όπως φοράμε τα γυαλιά. Ο συγγραφέας Άλντους Χάξλεϋ (1894-1963) που διάβαζε κατά μέσο όρο 900 σελίδες την ημέρα, ενώ σε ηλικία 20 ετών τυφλώθηκε από το πολύ διάβασμα και θεραπεύτηκε αργότερα με γυμναστικές ασκήσεις των ματιών, λέγεται ότι ουσιαστικά πέθανε από τη θλίψη του όταν κάηκε η ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του.
Ο Πλίνιος έγραψε τη Φυσική Ιστορία του τον 1ο αιώνα π.Χ., και διαπραγματευόταν πάνω από 20.000 θέματα που περιλαμβάνονται σε 37 τόμους. Έχει συχνά χαρακτηριστεί ως το πολυτιμότερο βιβλίο όλων των εποχών. Η μεγαλύτερη εγκυκλοπαίδεια που γράφτηκε ποτέ ήταν η Τρίτη Κινέζικη Εγκυκλοπαίδεια του 1721, που η σύνταξή της διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα. Ολόκληρη η εργασία αποτελείται από 5.020 τόμους! Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια με αλφαβητική διάταξη γράφτηκε από τον Άγγλο κληρικό Τζων Χάρις και κυκλοφόρησε το 1704.
Ο κανόνας του Ρούμπεν Σμιντ λέει: «Μπορείς είτε να καταφέρεις να κάνεις κάτι, είτε να πάρεις τη δόξα γι’ αυτό που έγινε, αλλά ποτέ και τα δύο μαζί. Για να επηρεάζεις αποτελεσματικά τα πράγματα, πρέπει να εξασφαλίσεις ότι εκείνοι που έχουν τα μέσα και την εξουσία στα χέρια τους, υιοθετούν τις ιδέες σου ως δικές τους. Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις αν η προσωπική σου επιρροή ήταν αποφασιστική ή όχι...»

Ο Χριστόφορος Κολόμβος αντέγραψε δυο φορές σε χειρόγραφα τον χορό της δεύτερης πράξης της Μήδειας του Σοφοκλή, στην οποία ο ποιητής γράφει για έναν κόσμο που προορίζεται να ανακαλυφθεί στους μακρινούς μελλοντικούς αιώνες, ενώ στο έργο του Αριστοτέλη, Περί Ουρανού, βρήκε την πληροφορία ότι η Γη είναι στρογγυλή. Όταν οι Γότθοι κατέκτησαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη, το 410 μ.Χ., οι κάτοικοι κατέφυγαν όλοι στις κατακόμβες. Οι είσοδοι των κατακομβών σφραγίστηκαν για να προστατευτούν αυτοί που είχαν καταφύγει εκεί. Τον 12ο αιώνα, η ύπαρξη των κατακομβών απαγορεύτηκε με νόμο (!), το ίδιο και οποιαδήποτε δημόσια αναφορά σ’ αυτές. Ήταν όλες τόσο καλά κρυμμένες, ώστε μόλις το 1578 έγινε δυνατό να ανακαλυφθεί μια συμπτωματικά.
Η ιαπωνική βιομηχανία μοτοσικλετών και αυτοκινήτων Σουζούκι, έχει πάρει το όνομά της προς τιμήν του Ιάπωνα πολιτικού και ναυάρχου Καντάρο Σουζούκι (1867-1948), που σχημάτισε κυβέρνηση στην Ιαπωνία τον Απρίλιο του 1945, και ήταν αυτός που αρνήθηκε την παράδοση της χώρας του στους Αμερικανούς, αλλά όταν την αποδέχτηκε ο αυτοκράτορας Χιροχίτο, ο Σουζούκι παραιτήθηκε και αποσύρθηκε από το δημόσιο βίο ως ερημίτης. Στα απομνημονεύματά του που γράφτηκαν σε πλήρη απομόνωση, κατέγραψε ότι σε οράματα έβλεπε άλογα με ρόδες αντί για πόδια. Ο Μωάμεθ καβαλούσε ένα φανταστικό άλογο που τον ανέβαζε στους ουρανούς, τη φοράδα Μπουράκ, την Αστραπή, που είχε κεφάλι ανθρώπινο και φτερά αετού. Γιατί όλοι επικεντρώνονται στα γεγονότα και όχι στη σχέση που έχουν μεταξύ τους; Τα πάντα, δεν δημιουργούνται από αλυσιδωτές αντιδράσεις;
Ορισμός από το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (Αντρέ Μπρετόν, 1924): «Σουρεαλισμός: Αγνός ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να εκφράσει, είτε λεκτικά, είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την ουσιαστική λειτουργία της σκέψης. Μια τέτοια έκφραση απαιτεί την καθοδήγηση της σκέψης, με την πλήρη απουσία κάθε ελέγχου που ασκεί η λογική, έξω και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική παρέμβαση. Κεντρική μέριμνα του Σουρεαλισμού είναι η απελευθέρωση του ατόμου, μέσα από την κατάργηση του χάσματος ανάμεσα στη συμβατική πραγματικότητα και στα υποσυνείδητα βιώματα. Και μια τέτοια γεφύρωση προϋποθέτει πάνω από όλα την υιοθέτηση μιας γλώσσας, μιας γραφής και μιας ανάγνωσης, απαλλαγμένης από τους φραγμούς της λογικής. Τελικός στόχος είναι η εδραίωση μιας νέας θεώρησης της ζωής, που θα οδηγήσει στη ριζική αλλαγή του ίδιου του κόσμου…»
Ο Τσαρλς Φορτ έλεγε: «Είναι φανερό ότι είμαστε φυλακισμένοι εδώ πέρα. Μόνιμος σκοπός κάθε ανθρώπου θα πρέπει να είναι να δραπετεύσει από αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να υπάρχουν κόσμοι πιο ελεύθεροι από τούτον εδώ… Αν δεν υπάρχουν, τότε μπορούμε να τους δημιουργήσουμε…» Η NASA δέχεται εξακόσιες χιλιάδες αιτήσεις το χρόνο από ανθρώπους που θέλουν να γίνουν αστροναύτες, και διαλέγει άγνωστο αριθμό αστροναυτών κάθε δύο χρόνια. (Όποιος θέλει να γίνει αστροναύτης, ας επικοινωνήσει στη διεύθυνση: Astronaut Selection Office, NASA Johnson Space Center, Houston, TX 77058, USA.)

Η Γη έχει ηλικία 4,5 δισεκατομμυρίων ετών. Συμπληρώνει μια περιστροφή γύρω από τον πολικό άξονα της σε σχέση με τον ήλιο, σε ένα 24ωρο κύκλο ημέρας-νύχτας, και μια περιστροφή γύρω από ένα άστρο τύπου-G, που ονομάζεται Ήλιος, σε 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα. Το άστρο αυτό είναι μέρος ενός μικρού ηλιακού συστήματος εννέα πλανητών και μυριάδων αστεροειδών: οι οποίοι κινούνται μαζί με τον Ήλιο προς τον Αστερισμό του Ηρακλέους, με ταχύτητα περίπου 20.000 χιλιομέτρων την ώρα: ο οποίος είναι μέρος του Γαλαξία: ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του κάθε 8 δισεκατομμύρια χρόνια: ο οποίος είναι μέρος μιας οικογένειας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων Γαλαξιών και Μεταγαλαξιών: οι οποίοι κινούνται και ταξιδεύουν προς το άπειρο…
Ο Τζούλιαν Χάξλεϋ έγραψε ότι «ο Θεός είναι το τελευταίο ξεθωριασμένο χαμόγελο μιας κοσμικής γάτας». Ο καθηγητής Τσαρλς Τάουνις, εφευρέτης της ακτίνας λέιζερ, όταν πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1964, αφιέρωσε το βραβείο στον Θεό. Τα σπίρτα επινοήθηκαν από τον Τζ. Ντ. Λάντστρομ το 1855. Ο ίδιος πέθανε σε μια πυρκαγιά.

Διαβάζουμε στο Εγχειρίδιο των Ζίντζα: «Ο Ζίντζα δε βρίσκει την ευτυχία του στα πράγματα αυτού του κόσμου, γιατί είναι εφήμερα, μα ούτε και στα αιώνια πράγματα, γιατί τέτοια δεν υπάρχουν. Την ευτυχία του την βρίσκει στο Τίποτα…»






ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

«Donec eris felix, multos nuberablis amicos, tempora si fuerint nubila, solus eris…»
Κάτων

Νομίζω πως το πιο ωραίο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Έτσι κι αλλιώς, είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου, όλων των εποχών, ένα βιβλίο που πρωτοτυπώθηκε στη Μαδρίτη τον Ιανουάριο του 1605 με τον τίτλο EL INGENIOSO HIDALGO DON QUIXOTE DE LA MANCHA.
Κι από τότε μέχρι σήμερα, ο ρομαντικός τρελός ιππότης, ο διασημότερος όλων των ιπποτών, καβάλα στο άλογο του τον Ροσινάντε, μαζί με τον πραγματιστή και άξεστο σύντροφο του, τον Σάντσο Πάντσα (πάνω στο γαϊδουράκι του), ζουν τις πανέμορφες περιπέτειες τους μέσα στις σελίδες αυτού του αριστουργήματος της Φανταστικής Λογοτεχνίας.
Ο Αλόνσο Κιχάνο από τη Μάντσα, ένας αθεράπευτα ρομαντικός ξερακιανός γέροντας, μισότρελος από τη συνεχή ανάγνωση ιπποτικών μυθιστορημάτων, ρομάντζων και παραμυθιών, αποφασίζει να αναβιώσει τον ιπποτικό θρύλο και ξεκινά καβάλα στο ψωριάρικο άλογο του, ντυμένος με την τενεκεδένια πανοπλία του και τα αληθινά όπλα του, για να πολεμήσει το Κακό όπου το βρει, να υπερασπίσει το δίκαιο και τους αδύναμους, και να κερδίσει μ’ αυτόν τον τρόπο την καρδιά της Δουλτσινέας του, που ποτέ του δεν την έχει δει. Μαζί με έναν χωριάτη, που τον μετατρέπει σε πιστό του υπηρέτη, τον καλοκάγαθο αλλά και κουτοπόνηρο Σάντσο Πάντσα, που τον ακολουθεί όπου πηγαίνει καβάλα στο γαϊδουράκι του, θα καταδυθεί στις πιο απίθανες περιπέτειες. Βήμα προς βήμα, μέσα από κωμικές και ταυτόχρονα τραγικές ή επικές καταστάσεις, θα αρχίσει να χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και να μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα στο όνειρο, στο δικό του όνειρο, μετατρέποντας όλα τα στοιχεία της καθημερινής ζωής σε στοιχεία του ονείρου του. Τελικά, μέσα από όλα αυτά, θα γίνει αληθινός ιππότης, και βέβαια από τότε δεν θα μπορεί να υπάρξει ιπποτικός θρύλος χωρίς τη σκιά του Δον Κιχώτη μέσα του.
Μπορεί οι τόποι των περιπλανήσεων του να είναι στην πραγματικότητα τα πεδία του ονείρου, αλλά σ’ αυτόν τον «απογοητευτικό σύγχρονο κόσμο», (όπως συχνά τον αποκαλεί ο Θερβάντες, αναφερόμενος φυσικά στον 17ο αιώνα), οι περιπλανήσεις αυτές φαίνεται ότι έγιναν στις περιοχές της Καστίλης Λα Μάντσα, τις σχεδόν ερημικές εκτάσεις νοτιοανατολικά της Μαδρίτης, που είναι και οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ισπανίας. Όλα ξεκινούν στο χωριό της γέννησης του, την Αρμασίγια Ντε Άλμπα, εκεί που ο Δον Κιχώτης πρωτοείδε το φως - και στη διήγηση του βιβλίου αλλά και στην πραγματικότητα: γιατί ο Θερβάντες έγραψε τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, έγκλειστος στη φυλακή αυτού του χωριού, την Κάσα Μεδράνο, που φυσικά υπάρχει μέχρι σήμερα εκεί και προσελκύει πολλούς επισκέπτες. Εκεί κοντά, στέκει και το χωριό Πουέρτο Λάπιθε, ένα πολύ σημαντικό μέρος, γιατί στο μικρό του πανδοχείο, το Λα Βέντα Ντε Πουέρτο Λάπιθε, ο Δον Κιχώτης χειροτονήθηκε ιππότης από τον άξεστο πανδοχέα του, που φυσικά ο Κιχώτης τον θεωρούσε ευγενή οικοδεσπότη κάποιου πύργου - και παρ’ όλο που οι θαμώνες αποφάσισαν να του στήσουν τη φάρσα του ιπποτικού χρίσματος, ο Κιχώτης χρίζεται στ’ αλήθεια ιππότης, τουλάχιστον για όσους μπορούν να το καταλάβουν αυτό. Αυτό το πανδοχείο του 16ου αιώνα, στέκει και σήμερα εκεί, με το ίδιο όνομα και τη μικρή αυλή στην οποία ο Δον Κιχώτης έκανε την «αγρύπνια των όπλων», τη δοκιμασία της μύησης του στα ιπποτικά μυστήρια.
Υπάρχουν δυο χωριά στην Ισπανία, εκεί στην Καστίγιε Λα Μάντσα, που διεκδικούν την πατρότητα των θρυλικών ανεμόμυλων-γιγάντων με τους οποίους πολέμησε ο γενναίος ιππότης. Πρόκειται για τα χωριά Κάμπο Ντε Κριπτόνα και Κονσουέιρα, που διαθέτουν πολλούς παμπάλαιους ανεμόμυλους, και το καθένα τους υποστηρίζει μαχητικά ότι ο Κιχώτης πολέμησε με τους δικούς του ανεμόμυλους. Στην περίπτωση της Κονσουέιρα μάλιστα, οι ντόπιοι έχουν βαφτίσει τους ανεμόμυλους της με ονόματα παρμένα από το θρυλικό μυθιστόρημα.
Το χωριό της πανέμορφης άγνωστης Δουλτσινέας, ήταν το Τομπόσο, και το σπίτι της -που υποτίθεται ότι είναι ένα χωριατόσπιτο του 16ου αιώνα που στέκει ακόμη εκεί- έχει μετατραπεί σε μουσείο (αν και δεν μπορώ να φανταστώ τί μπορεί να εκθέτει), ενώ το χωριό επίσης φιλοξενεί και μιά βιβλιοθήκη Θερβάντες, όπου φυλάσσονται οι σπανιότερες εκδόσεις του Δον Κιχώτη (σημειώστε ότι στο βιβλίο, οι άξεστοι ντόπιοι δεν φέρθηκαν καθόλου καλά στον δύστυχο ιππότη). Τέλος πάντων, απ’ ότι φαίνεται η αληθινή Δουλτσινέα λεγόταν Αλόνσα Λορέντσο, και ο Δον Κιχώτης της έδωσε το πασίγνωστο όνομα της «Δέσποινας των Λογισμών του»: Δουλτσινέα Ντελ Τομπόσο, που στην ουσία σημαίνει «Δέσποινα του Τομπόσο» (που μας φέρνει στο νού την Παρθένο Μαρία, στο όνομα της οποίας συχνά έκαναν τους άθλους τους οι ιππότες). Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της αναζήτησης της στο μέρος αυτό, ο Σάντσο στήνει μια φάρσα στον Κιχώτη και του παρουσιάζει για Δουλτσινέα μιά άκομψη χωριατοπούλα, και ο κακόμοιρος ιππότης μας δυστυχεί πιστεύοντας ότι κάποιος έκανε μάγια στην ονειρική πριγκίπισσα του.
Ανεξάντλητες οι περιπέτειες του Δον Κιχώτη, το ίδιο και οι συμφορές στις οποίες πέφτει: τον χρίζουν βασιλιά των αθλίων και του τρυπούν τα πλευρά (όπως τον Ιησού), του σπάζουν τα δόντια, τον χλευάζουν και τον κοροϊδεύουν, διασκεδάζουν εις βάρος του ξεγελώντας τον (κι αυτός καλοκάγαθα μεταφράζει αλλιώς τα πειράγματα τους), τον κλειδώνουν σ’ ένα κλουβί και τον τριγυρίζουν στα χωριά, πολεμά σαν αληθινός ιππότης εναντίον των πιο παράδοξων εχθρών: ανεμόμυλους, κατσίκια, ανύποπτους διαβάτες, τσουβάλια, βαρέλια, παράθυρα, κάρα, βόδια, αχυρώνες, πανδοχείς και αγρότες, μέθυσους και πόρνες. Συναντά άλλους «ιππότες», «δούκες» και «βασιλιάδες», «πριγκίπισσες» και «κοντέσες», Μαυριτανούς, δαίμονες, ξωτικά, φαντάσματα, κουρείς και οδοντίατρους, προδότες και βλάσφημους. Ακούει απίστευτες ιστορίες, δράματα ερωτευμένων ζευγαριών, θαλασσινά κατορθώματα, τρομακτικές διηγήσεις, ακούει πονεμένες εξομολογήσεις και προσπαθεί να βοηθήσει κάθε αδύναμο και κατατρεγμένο. Αυτός και ο Σάντσο γίνονται θύμα απίστευτων φαρσών, κάποιοι τους δένουν τα μάτια πείθοντας τους ότι πετούν στο διάστημα μέσα σ’ ένα ξύλινο διαστημόπλοιο, άλλοι ξεγελούν τον Κιχώτη ότι θα συναντήσει τον Μάγο Μέρλιν, ή διορίζουν τον Σάντσο βασιλιά ενός άγνωστου νησιού στην κεντρική (!) Ισπανία. Στο τέλος ο Δον Κιχώτης, επιστρέφει απογοητευμένος στο μικρό χωριό του, όπου και πεθαίνει άρρωστος από τα βάσανα και τις κακουχίες που πέρασε, αποκηρύσσοντας το ιπποτικό ιδεώδες.
Κι από τότε, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς, ο Μύθος αναμιγνύεται με την Ιστορία, μεταμορφώνοντας την σε κάτι πολύ θαυμαστό: την αέναη καταγραφή των ανθρώπινων πόθων και συναισθημάτων, όπως αυτά εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο μέσα από τα συμβάντα της μοίρας. Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος διαβάσει τον Δον Κιχώτη, δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να αμφισβητήσει την αλήθεια που κρύβουν όλα τα παραμύθια. Όπως γράφει και ο Θερβάντες (Μέρος Α’, κεφ.9):
«…η Αλήθεια, που μητέρα της είναι η Ιστορία, η ανταγωνίστρια του Χρόνου, η παρακαταθήκη των πεπραγμένων, ο μάρτυς του παρελθόντος, το παράδειγμα και η συμβουλή για το παρόν, η προειδοποίηση για το μέλλον, αιώνια μεταμφιεσμένη σε ανθρώπινες διηγήσεις…»
Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Θερβάντες πριν από 450 χρόνια, στέκει ακόμη στο χωριό Αλκάλα Ντε Ενάρες, και έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα μικρό μουσείο. Εκεί μπορεί κανείς να δει και την μοναδική πένα-φτερό με την οποία γράφηκε το πολυσέλιδο αυτό έργο, που ο θρύλος λέει ότι τη χάρισε στον Θερβάντες ένας Μαυριτανός Αλχημιστής. Το βιβλίο γράφτηκε σε δύο μέρη, εν μέσω μεγάλων κακουχιών και περιπετειών του συγγραφέα του. Το πρώτο παρουσιάστηκε το 1605 και το δεύτερο το 1615, και μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως σε πολλές γλώσσες, με πρώτη τα αγγλικά γύρω στο 1612, απ’ όπου και ίσως οφείλει την παγκόσμια φήμη του.
Ξέρω ελάχιστους ανθρώπους που έχουν διαβάσει στ’ αλήθεια τον Δον Κιχώτη. Είναι από εκείνα τα βιβλία που όλοι λένε ψέματα ότι τα έχουν διαβάσει, γιατί είναι κλασσικά. Είναι μια ιστορία που την ξέρουν με δυο λόγια, την έχουν ακουστά, κι αυτό είναι όλο. Όμως απολύτως κανείς από τους ανθρώπους που εγώ έχω συναντήσει, δεν ξέρει τίποτε για τον Θερβάντες, τον μεγάλο συγγραφέα του βιβλίου. Έτσι, αποφάσισα σ’ αυτές τις σελίδες να διηγηθώ εγώ την ιστορία του.
Ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει πως η ζωή του Θερβάντες ήταν πιο πολυτάραχη και γοητευτική απ’ αυτήν του Δον Κιχώτη. Παρ’ όλο που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, είχε πάρα πολλές οικονομικές δυσκολίες που τον ανάγκασαν να δουλέψει σκληρά μέχρι τα γηρατειά του. Ο Θερβάντες πρέπει να είναι το πρότυπο του περιπετειώδη ανθρώπου (απ’ όσο ξέρω, μόνο ο Λοχαγός Σερ Ρίτσαρντ Μπέρτον ίσως τον ξεπερνά σ’ αυτό):
Συγγραφέας, στρατιώτης, ναυτικός, φιλόσοφος, εξερευνητής και πολεμιστής, περιηγητής και μυστικιστής, σπουδάζει φιλοσοφία στη Σαλαμάνκα, διατελεί καμαριέρης ενός επισκόπου στη Ρώμη, μονομαχεί με πολλούς αντιπάλους, σε μια μάχη είχε χάσει το αριστερό του χέρι (γεγονός που ερμηνεύεται ως υψηλά μυητικό από τους μελετητές του αποκρυφισμού). Αιχμαλωτίστηκε για πέντε ολόκληρα χρόνια από τους Άραβες, φυλακισμένος στο Αλγέρι, απόπειρες απόδρασης και κυνηγητά, εξορίες και εντάλματα συλλήψεως, βλέπει δεκάδες φορές τον Χάρο με τα μάτια του. Λαμβάνει μέρος σε εκστρατείες εναντίον των Τούρκων στην Κύπρο, στην Πύλο και στην Κέρκυρα, πολεμά στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου, κάνει πολλά παιδιά, γυρίζει όλη την Ισπανία ως φοροεισπράκτορας και τελικά εξαιτίας ενός λάθους φυλακίζεται πάλι… Του αρέσει το θέατρο, η μουσική, μελετά την Αλχημεία, την Καμπάλα, τους ιπποτικούς μύθους, την αρχαία και νέα ποίηση, τα παράδοξα Γεωγραφικά βιβλία του παρελθόντος και τις παραδόσεις της Ισπανίας και της Αραβίας.
Κατά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ο Θερβάντες ήταν άρρωστος από πυρετούς (που τον βασάνιζαν πολλά χρόνια) και οι συνάδελφοί του δεν ήθελαν να τον αφήσουν να πάρει μέρος στην μάχη, επιμένοντας να μείνει ήσυχος στο εσωτερικό της γαλέρας. Μα αυτός οργίστηκε λέγοντας: «Προτιμώ να πολεμήσω εναντίον των απίστων υπηρετώντας τον Θεό και τον βασιλιά μου και να πεθάνω γι’ αυτούς, παρά να μείνω κάτω από το κατάστρωμα άπραχτος, σαν δειλός…» και παρακάλεσε να τον τοποθετήσουν στην πιο επικίνδυνη θέση. Έτσι κι έγινε, και πολέμησε γενναία, παίρνοντας μάλιστα λάφυρο τη σημαία του Αιγυπτιακού στόλου. Σ’ αυτήν τη μάχη δέχτηκε τρεις μπάλες από αρκεβούζιο, δυο στο στήθος και μια στο αριστερό του χέρι, που έμεινε για πάντα άχρηστο. Με υπερηφάνεια έδειχνε σε όλη του τη ζωή το αχρηστεμένο χέρι του και τις πληγές του, που, όπως έλεγε, τις είχε λάβει «στο πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ή θα δούνε ποτέ οι αιώνες…»
Το Σεπτέμβριο του 1575, καράβια Αλγερινών κουρσάρων χτυπούν το πλοίο του, αιχμαλωτίζουν το πλήρωμα και τον Θερβάντες, και τους οδηγούν στο Αλγέρι. Φυλακίζεται ανάμεσα σε εικοσιπέντε χιλιάδες σκλάβους, στα κάτεργα, σε βασανιστήρια και στις πιο άθλιες συνθήκες που μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους.
Τον Θερβάντες τον πήρε τελικά ο κυβερνήτης του καραβιού που τους είχε αιχμαλωτίσει, ο αρβανίτης πειρατής Νταλί Μαμί. Το καλό παρουσιαστικό του αιχμαλώτου του, η αντρειοσύνη του, ο σεβασμός που του έδειχναν όλοι οι αιχμάλωτοι, καθώς και η μόρφωση και η ευγένεια του, έκαναν τον Μαμί να πιστέψει ότι ο Θερβάντες ήταν κάποιο πολύ επίσημο πρόσωπο από μεγάλο σπίτι, και πως θα μπορούσε να πάρει γι’ αυτόν πλούσια λύτρα. Έτσι τον μεταχειριζόταν με μεγάλη σκληρότητα, κρατώντας τον κλειδωμένο και βασανίζοντας τον με φρικτά βασανιστήρια. Κι έτσι, οι φυσικές και ηθικές χάρες του Μιγκουέλ Θερβάντες, και η αναγνώριση που του είχε γίνει από τους πατριώτες του για την ανδρεία και τις υπηρεσίες του, του χρησίμευσαν μόνο για να κάνουν μεγαλύτερα τα βάσανα του.
Το δυστύχημα ήταν ότι είχε μαζί του και τον αδελφό του, που υπόμενε τα ίδια βάσανα εξαιτίας του. Αποπειράθηκαν δυο φορές να δραπετεύσουν, αποτυχημένα. Τελικά οι γονείς τους στερήθηκαν τα πάντα, έκαναν οικονομίες και εράνους επί δύο χρόνια και κατάφεραν να στείλουν ένα χρηματικό ποσό στο Αλγέρι ως λύτρα για την απελευθέρωση τους. Τα χρήματα όμως επαρκούσαν μόνο για τον ένα από τους δύο, και ο Θερβάντες έστειλε τον αδελφό του στην πατρίδα.
Συνεννοήθηκαν όμως, μόλις εκείνος έφτανε στην Ισπανία, να έστελνε ένα πλοίο σ’ ένα προκαθορισμένο σημείο, στο οποίο θα έφταναν προηγουμένως ο Θερβάντες και οι σύντροφοι του δραπετεύοντας. Έτσι κι έγινε. Δεκαπέντε απ’ αυτούς με τον Μιγκουέλ αρχηγό, δραπέτευσαν και κρύφτηκαν σ’ ένα σύμπλεγμα από υπόγεια σπήλαια κοντά στην προκαθορισμένη ακτή. Όμως έγινε προδοσία, το πλοίο δεν κατάφερε να προσεγγίσει την παραλία, η σπηλιά πολιορκήθηκε και όλοι τους αιχμαλωτίστηκαν πάλι. Ο Θερβάντες οδηγήθηκε στον αντιβασιλέα όπου δήλωσε:
«Κανείς από όλους αυτούς τους Χριστιανούς δεν έχει φταίξει, γιατί εγώ μονάχος ετοίμασα τούτη την απόδραση και τους παρακίνησα να φύγουν. Σ’ εμένα αξίζει μόνο η τιμωρία…»
Ο αντιβασιλέας θαύμασε την ευγένεια και την ανδρεία του και τους χάρισε τη ζωή. Ο Θερβάντες αποπειράθηκε όμως άλλες δυο φορές να δραπετεύσει, και καταδικάστηκε για την πρώτη απόπειρα σε δύο χιλιάδες ραβδισμούς στην πλάτη (και από τότε καμπούριαζε αισθητά), και για τη δεύτερη απόπειρα καταδικάστηκε σε έξη μήνες αλυσοδεμένος σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, είχε αρνηθεί επίμονα να αλλαξοπιστήσει, σχεδίασε μια επανάσταση των σκλάβων και μια απελευθέρωση του Αλγερίου που απέτυχε, έδινε κουράγιο σε όλους καθημερινά, απάγγελνε ποιήματα στους τραυματίες και έστελνε ενθαρρυντικά ραβασάκια σε όλους τους Χριστιανούς με αποσπάσματα από τα λόγια του Ιησού. Γι’ αυτόν, εκείνα τα πέντε μαρτυρικά χρόνια της σκλαβιάς, ήταν -όπως λέει ο ίδιος- «ένα διαρκές μάθημα υπομονής στη δυστυχία».
Τελικά, τη στιγμή που τον αλυσόδεναν για να τον πάνε στην Κωνσταντινούπολη και να τον πουλήσουν, έφτασε η είδηση ότι είχαν πληρωθεί τα λύτρα για την απελευθέρωση του. Τα υπέρογκα λύτρα είχαν πληρώσει οι μοναχοί του Τάγματος της Αγίας Τριάδας και η οικογένεια του, σε συνεργασία με διανοούμενους της Μαδρίτης και εμπόρους του Αλγερίου. Στις 24 Οκτωβρίου του 1580, έκανε πανιά μαζί με μερικούς πιστούς συντρόφους του για την πατρίδα του. Πάτησε τα ισπανικά χώματα στη Ντένια, νοτίως της Βαλένθιας, δοκιμάζοντας, όπως γράφει ο ίδιος: «…τη μεγαλύτερη από τις χαρές που μπορεί να νιώσει κανείς σ’ αυτήν την εφήμερη ζωή: να φτάσει κανείς, ύστερα από μακρόχρονη μαρτυρική σκλαβιά, σώος στην πατρίδα του. Γιατί δεν είναι στον κόσμο άλλη μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο, από το να αποκτά τη χαμένη του λευτεριά και να επιστρέφει στη χαμένη του πατρίδα…»
Οι περιπέτειες του όμως δεν έχουν τελειωμό, το ίδιο και τα βάσανα του, και δυστυχώς χρειάζεται ένα ολόκληρο βιβλίο για να περιγραφούν.
Ο Δον Κιχώτης, καθώς και τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα, γράφτηκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες, σε φυλακές, βασανιστήρια, περιπλανήσεις, δυστυχίες και κακουχίες.
Το 1613, ενώ γράφει το ποιητικό του έργο Ταξίδι στον Παρνασσό, παίρνει το σχήμα του Τάγματος των Μοναχών του Αγίου Φραγκίσκου, και αργότερα πεθαίνει βαριά άρρωστος και ολομόναχος στις 23 Απριλίου του 1616, σε ηλικία 69 χρονών. Τον έθαψαν με το ένδυμα των μοναχών και με ένα απλό ξύλινο σταυρό στα χέρια, στην εκκλησία των καλογραιών της Αγίας Τριάδος, ενώ μόνο πέντε μοναχοί και δύο καλοί φίλοι του ποιητές, παρακολούθησαν τη σεμνή του κηδεία.
Τον καιρό που η αθανασία χάραζε το όνομα του στις μνήμες όλων των ανθρώπων του κόσμου, η λησμονιά ενός ολόκληρου αιώνα έκρυψε τον τάφο του από τα μάτια των ανθρώπων, κι έτσι η θέση που κρύβονται τα οστά του Μιχαήλ Ντε Θερβάντες Σααβέδρα, δημιουργού του αθάνατου Δον Κιχώτη, παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Μόνο ο Δον Κιχώτης έχει μείνει να ψιθυρίζει μέσα στις σελίδες: «Viva Los Caballeros Andantes»…

SPHINX

Ζούμε σε έναν υπέροχο και πολύ παράξενο κόσμο.
Δυστυχώς όμως, βιώνουμε αυτόν τον κόσμο μέσα από μια πολύ απογοητευτική και μέτρια καθημερινή πραγματικότητα, η οποία είναι τελείως κατασκευασμένη από τους λίγους για τις μάζες, κατασκευασμένη για τα μυρμήγκια που προσωποποιούμε όλοι μας, κατασκευασμένη από τις αράχνες που μας εγκλωβίζουν στον περίτεχνα αυστηρό ιστό τους. Παρ’ όλο που αυτό το ξέρω καλά και μάλιστα σε όλες του τις πιθανές λεπτομέρειες, παρ’ όλο που το διδάσκω παντού και πάντα, παρ’ όλο που κάνω ό,τι μπορώ για να ξεφύγω απ’ αυτήν την τρομερή αλήθεια (γνωρίζοντας ότι το μόνο όπλο που έχω είναι η φαντασία μου), υπάρχουν στιγμές που το συνειδητοποιώ πιο έντονα απ’ ότι άλλες. Είναι στιγμές που το βιώνω αληθινά και ξεκάθαρα.
Και τότε, η απογοήτευσή μου είναι τέτοια που προσπαθώ να γαντζωθώ από διάφορες -πως να το πω- «μικρές χαρές», συχνά μάλιστα μικροσκοπικές, για να πάρω κουράγιο, να «χαθώ», να σταθώ πάνω από την ομορφιά μιας μικρής λεπτομέρειας, αντικρίζοντάς την σαν μια πύλη για αλλού, να καταδυθώ μέσα της, να σταματήσω την αέναη κίνηση του χωρόχρονου, να νιώσω μια χαρά απρόβλεπτη, μυστική, αόρατη. Ονομάζω αυτές τις χαρές «μικρόκοσμους», γιατί αληθινά τις αντιλαμβάνομαι σαν ατμοσφαιρικούς μικρόκοσμους, που στέκουν απαρατήρητοι παντού γύρω μας.
Αυτή τη στιγμή που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, γύρω σου υπάρχουν αμέτρητοι τέτοιοι μικρόκοσμοι, αλλά δεν τους βλέπεις, γιατί δεν έχεις μάθει να τους βλέπεις, γιατί έχεις μάθει να βλέπεις μόνο τα πράγματα που είναι «σημαντικά», «λειτουργικά», ή -στην καλύτερη περίπτωση- «τυχαία». Ενώ οι μικρόκοσμοι για τους οποίους μιλώ (έτσι αφηρημένα), εκ πρώτης όψεως είναι ασήμαντοι, άχρηστοι, ή -στην καλύτερη περίπτωση- συγχρονικότητες (συμπτώσεις με νόημα). Το να τους ανιχνεύεις είναι μια ολόκληρη μυστική τέχνη, που δεν ευελπιστώ να σου τη μεταδώσω μέσα σε δυο-τρεις σελίδες.
Προσωπικά το βιώνω κάπως έτσι:
Εκείνη τη μοιραία στιγμή που η καθημερινή πραγματικότητα πέφτει επάνω μου με όλο της το βάρος και την απογοήτευση (συνήθως μέσα από κάποια ατυχή πρόφαση), έρχεται ξαφνικά προς βοήθειά μου μια μικρή χαρά. Μερικές φορές είναι μία λέξη, τόσο όμορφη και καλειδοσκοπική, που μου ξεκλειδώνει υπέροχα νοήματα ή χαμένες μνήμες, ή με παρασύρει σε μια μικρή εσωτερική ποίηση, μονολεκτική. Άλλες φορές είναι ένας συγκεκριμένος κόκκος σκόνης που αιωρείται κατά μήκος μιας ηλιαχτίδας που εισχωρεί από το παράθυρο. Ένας μικρός λεκές πάνω στο τραπέζι, που μοιάζει με πρόσωπο. Το βλέμμα σε ένα διακοσμητικό αγαλματάκι. Ο γκριζογάλαζος καπνός από το τσιγάρο μου, που πλέκει τον εαυτό του μέχρι το ταβάνι. Δύο νότες, ή η αρμονική μνήμη μιας μικρής μελωδίας που με παρασέρνει στη μαθηματική επανάληψή της. Κάτι που είπε κάποιος εκείνη τη στιγμή. Μια καλλίγραμμη σκιά στον απέναντι τοίχο. Οι φλέβες πάνω στο χέρι μου. Το ασημένιο λογότυπο μιας εταιρίας πάνω σε μια συσκευή. Το καθρέφτισμα της λάμπας πάνω στο τζάμι. Η λαβή ενός χαρτοκόπτη. Ένα συγκεκριμένο φύλλο στο φυτό μιας γλάστρας. Μια απόχρωση. Μια μυρωδιά. Καταλαβαίνεις; Τέτοια πράγματα…
Και τότε, κάνω μια απροσδιόριστη και ανεπαίσθητη εσωτερική κίνηση και καταδύομαι στο σωτήριο αυτό μικρόκοσμο. Κι ο Παντελής δεν είναι πια εδώ. Έχεις απέναντί σου ένα σωσία μου, που κάνει ότι σ’ ακούει, που κουνά μηχανικά το κεφάλι, μπορεί ακόμη και να σου μιλάει. Αλλά εγώ είμαι σ’ ένα αισθητικό μικρόκοσμο, δραπέτης από την καθημερινή πραγματικότητα, χωρίς κανείς να το ξέρει. Και τότε συνδέομαι με την πηγή μιας μεγάλης χαράς. Μιας χαράς αόρατης και μυστικής, που είναι παντού, που είναι φιλεύσπλαχνη, ευγενική, διδακτική, μιας χαράς που δεν έχει προβλεφθεί από το σύστημα για να εμποδιστεί η πρόσβαση σ’ αυτήν. Μιας χαράς γεμάτης πληροφορίες που οδηγούν παντού, που συνδέονται με τα πάντα, μιας χαράς πλημμυρισμένης από ψυχεδέλεια, από σύμβολα, από διηγήσεις, από Μούσες, από «έμπνευση» (τι ωραία λέξη, σημαίνει κάτι που πνέει μέσα σου, έναν εσωτερικό άνεμο). Είναι, για μένα, η καθημερινή ατράνταχτη απόδειξη ότι ο κόσμος δεν είναι αυτό που η καθημερινή πραγματικότητα προσπαθεί να μου διδάξει, εγώ δεν είμαι αυτός που η καθημερινή πραγματικότητα θέλει να με πείσει ότι είμαι.
Αυτούς τους μικρόκοσμους τους καλλιεργώ και τους επισκέπτομαι και σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι μικρές ασχολίες που μου αρέσουν, μικροσκοπικά πάθη, που δεν έχουν σημασία για κανέναν, πράγματα ή κινήσεις ή μελέτες που τις κάνω χωρίς κανένα λόγο, με κανένα σκοπό. Ο μόνος σκοπός τους είναι η μικρή χαρά που μου δίνουν, δεν θέλω καν να τα δικαιώσω ή να τα εξηγήσω, ούτε καν στον εαυτό μου.
Θέλετε μια φευγαλέα ματιά σε έναν τέτοιο μικρόκοσμό μου; Λοιπόν, π.χ. μου αρέσει πολύ η Εντομολογία, χωρίς λόγο, δεν τη μελετάω, μου αρέσει να προσποιούμαι (ακόμη και στον εαυτό μου) ότι τη μελετάω. Έχω βιβλία Εντομολογίας που δεν τα διαβάζω, απλά τα θαυμάζω. Υπάρχει μια νυχτοπεταλούδα που λέγεται «Ελεφαντογέρακο» (αλλά δεν μοιάζει ούτε με γεράκι ούτε με ελέφαντα). Το υπέροχο επιστημονικό της λατινικό όνομα –κι εδώ είναι ο μικρόκοσμος– είναι Sphinx Deilephila Elpenor.
Μην το προσπερνάτε έτσι βιαστικά.
Απαγγείλετε το αργά, όμορφα, σαν ποίημα, απολαύστε το σαν ακριβό κρασί.
Σφινξ - Ντεηλεφίλα - Ελπίνωρ.
Θέλετε να μπούμε μαζί, για μια στιγμή, σ’ αυτήν την πύλη; Να χαθούμε για μερικά δευτερόλεπτα αλλού; Ακολουθήστε με.
«Σφίγγα» (Sphinx, Σφινξ), είναι ένα από τα ονόματα της μεγάλης αόρατης νεράιδας. Σημαίνει, κατά μία εκδοχή, εκείνη που βάζει γρίφους. Και τους απαντά επίσης. Το «Deilephila» είναι μια υπέροχη λέξη που σημαίνει «φίλος του δειλινού», αυτός που αγαπά το σούρουπο, αυτός που φιλά το απόβραδο. Λέγεται έτσι, γιατί σ’ αυτήν τη νυχτοπεταλούδα αρέσει να πετά το δειλινό. «Elpenor», μεταξύ άλλων σημαίνει «Ελπιδοφόρος», αυτός που φέρει την Ελπίδα, αυτός που κουβαλά -που μεταφέρει- την Ελπίδα.
Φανταστείτε ένα αέρινο, ανεπαίσθητο πλάσμα, μια πεταλούδα της νύχτας ή μια αίσθηση στον άνεμο, που πετά το δειλινό χωρίς κανείς να την παρατηρεί, γεμάτη χαρά για την αγάπη της προς το σούρουπο, που σκορπά σαν ασημόσκονη γρίφους αλλά και τις απαντήσεις τους, και που μεταφέρει την Ελπίδα με το φύσημα του ανέμου…
Χα! Τί μπορεί να μου κάνει η καθημερινή πραγματικότητά σας μέσα στο απογοητευτικό αυτό δειλινό, όταν μπορώ να εισπνεύσω μια μικρή ριπή του ανέμου από το μισάνοιχτο παράθυρο, και να νιώσω τη χαρά που μου στέλνει η Σφινξ Ντεηλεφίλα Ελπίνωρ;…