16.2.09

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ


ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ



Κάνει κρύο.

Είμαστε μακριά από τον ήλιο μας, τον πατέρα του φωτός και της θαλπωρής.

Το ηλιοβασίλεμα σήμερα είχε κάτι από τα παγωμένα τοπία ενός άλλου κόσμου, απόμακρου στη σκοτεινιά του ηλιακού συστήματος.

Φαίνονται και στους άλλους πλανήτες τα ηλιοβασιλέματα. Κανένα διαστημικό σκάφος μας δεν φωτογράφησε ένα, όλα τους ψάχνουν το χώμα και τις τροχιές, τους χημικούς τύπους και τα μαθηματικά. Μοιάζει απαγορευμένη η εικόνα ενός εξωγήινου ουρανού. Οι άνθρωποι θα άρχιζαν να ονειρεύονται, κανείς δεν τους θέλει να ονειρεύονται, όλοι τούς θέλουν προσγειωμένους να κοιτούν το χώμα και τους αριθμούς, σαν τα μικρά ρομποτικά διαστημόπλοια που στέλνουμε εκεί έξω. Τελειώνουν την τροχιά τους, προσγειώνονται, στέλνουν πίσω τα στοιχεία για το χώμα, μετρούν τους αριθμούς, κι έπειτα χάνονται.

Μέχρι κι οι τεχνητοί δορυφόροι μας κοιτούν προς τη Γη, κι όχι στην απέραντη εικόνα του σύμπαντος. Είναι σαν να φοβούνται να κοιτάξουν προς τα πάνω.

Εκτός από εκείνο το διαστημικό τηλεσκόπιο, που βλέπει εικόνες που κανένα μάτι ανθρώπου δεν είδε ποτέ, κι ούτε θα δει, εικόνες από πολύχρωμα μακρινά νεφελώματα, από τιτάνια μάτια στο διάστημα, κεφαλές αλόγων, αστρικές μέδουσες, πρόσωπα ολύμπιων θεών, καινοφανείς αστέρες, νέμπουλα, σούπερ νόβα, και αόρατες μελανές οπές. Εικόνες που βλέπουν και αναλύουν οι Κοσμοκράτορες, αυτοί που κρατούν τον Κόσμο, δηλαδή το διάστημα, τα άστρα, το κόσμημα των ουρανών. Ακόμη κι αυτές τις λιγοστές εικόνες που οι Κοσμοκράτορες επιτρέπουν να δειχθούν, σχεδόν κανείς δεν τις βλέπει, κανείς δεν ονειροπολεί, κανείς δεν μελαγχολεί για τη μικρότητά μας απέναντι στους γαλαξίες των αμέτρητων δισεκατομμυρίων άστρων.

Ποιοί είμαστε εμείς που θα εξερευνήσουμε το άπειρο των κόσμων; Με αυτά τα χέρια, με αυτά τα πόδια, αυτά τα ίδια ταλαίπωρα χέρια και πόδια που τα έχουμε από τότε που γεννηθήκαμε, με αυτό το μυαλό που ξεχνάει τις λεπτομέρειες, με αυτά τα μάτια που έχουν αντικρίσει όλα τα θαύματα του κόσμου κι όμως ποτέ δεν τα είδαν, με αυτά τα αυτιά που έχουν μάθει να ακούν μόνο απόηχους μικρών αποστάσεων. Ποιοι είμαστε εμείς που θα εξερευνήσουμε το άπειρο των κόσμων;

Υπήρξαν κάποιες στιγμές που ένας αστροναύτης, ψηλά εκεί στον διαστημικό σταθμό, έμεινε σιωπηλός. Ατενίζοντας το άπειρο. Σιωπηλοί οι αστροναύτες απέναντι στην απέραντη εικόνα που δεν είδε άλλος κανείς. Κανείς τους δεν μίλησε γι’ αυτό, κανείς δεν τούς αφήνει να το κάνουν.

Υπήρξε κάποτε μια στιγμή μέσα στη νύχτα, στον Ατλαντικό Ωκεανό, που ατένισα τον ουρανό των άπειρων άστρων. Έπλεα στην αστρική θάλασσα, μέσ’ στο σκοτάδι, σιωπηλός, μέσ’ στην απέραντη σιωπή. Μια ψυχούλα σαν σπίθα μικρή στον απέραντο ωκεανό των άστρων, χαμένη στα κύματα, χωρίς πυξίδα, χωρίς χρόνο πολύ.

Είδα τους κόσμους. Και κατάλαβα για πρώτη φορά, πόσο μακριά είμαστε από οπουδήποτε. Είμαστε τόσο μακριά από την πατρίδα. Εξόριστοι εδώ πέρα, χωρίς τον χάρτη της διαδρομής, χωρίς μηνύματα, χωρίς ούτε καν ένα τραγούδι.

Κανείς δεν θα μάς θυμάται. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ για την ένδοξη ιστορία μας, τη Βαβυλώνα, τις θεόρατες πυραμίδες στην έρημο, το Έπος του Γκιλγκαμές, την Τροία που την πήραμε μαζί με τον Αχιλλέα με δόρατα κι ασπίδες που έλαμπαν στον ήλιο (όπως κάποτε μού ‘πε ένας γέροντας στον Άθωνα που τις νύχτες ολομόναχος άκουγε τις τροχιές των πλανητών), τη γενναία στρατιά του Αλέξανδρου στην άκρη του κόσμου μπροστά σε ελέφαντες πολεμικούς, τους αμέτρητους πίνακες στο Λούβρο, την Ενάτη του Μπετόβεν που την έγραψε κουφός, τις περιπέτειες του Δον Κιχώτη που γράφτηκαν σε μια φυλακή, την Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ που έκοψε το αυτί του για μια αγαπημένη, τη μάχη του Υπρ στα χαρακώματα, την πολιορκία του Στάλινγκραντ μέσα στα χιόνια, τις εξερευνήσεις του Λοχαγού Μπέρτον, την ένδοξη θλίψη του Ναπολέοντα στη Νήσο της Αγίας Ελένης, την αγία πυρά που κατέκαυσε την Ζαν Ντ’ Αρκ και τον Τζιορντάνο Μπρούνο, τον Ιρλανδό πατριώτη ποιητή Πάτρικ Πηρς στο εκτελεστικό απόσπασμα, την κατάκτηση της Σελήνης, τους ηρωικούς εργάτες που θυσιάστηκαν για να σφραγίσουν το Τσέρνομπιλ, τους πανάρχαιους δρόμους της Νέας Υόρκης όπως θα τους βλέπουν οι μελλοντικοί αρχαιολόγοι, το διαστημικό μας τηλεσκόπιο που κρυφοκοίταζε το Σύμπαν...

Είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι δεν πήγαμε ποτέ στη Σελήνη, ότι όλα ήταν μια κινηματογραφική σκηνοθεσία, μια συνωμοσία. Είναι μεγάλη η άγνοιά μας, κι η δική μου δεν είναι μικρότερη. Αλλά, ξέρω πλέον ότι πήγαμε εκεί πάνω, στ’ αλήθεια. Το κατάλαβα βλέποντας μια σκηνή σ’ ένα βίντεο. Δεν ήταν τα βίντεο της NASA από το φεγγάρι (που τα έχασαν, έτσι κι αλλιώς). Ήταν σε ένα άλλο βίντεο, πιο πρόσφατο. Ένας δημοσιογράφος ρώτησε ειρωνικά τον Μπαζ Όλντριν, έναν από τους δύο ανθρώπους που πρώτοι πάτησαν στο φεγγάρι, για τη συνωμοσία της προσσελήνωσης, λέγοντάς του ότι δεν πήγαν ποτέ εκεί. Ο Μπαζ οργίστηκε και τού έριξε μια μπουνιά, μπροστά σε τόσες κάμερες. Είδα το βλέμμα του. Αυτός ο άνθρωπος είχε πάει στο φεγγάρι. Το είδα στο βλέμμα του και στη γροθιά του. Είχε εκτοξευτεί καθισμένος στη μύτη ενός πυραύλου, είχε ταξιδέψει στο φεγγάρι μέσα σε έναν θερμοσίφωνα, τον είχε προσσεληνώσει, είδε τη Γη με μια θέα που κανείς δεν είχε ξαναδεί, μπήκε πάλι στον θερμοσίφωνα, κατάφερε και γύρισε εδώ πίσω, πέρασε τη φλεγόμενη στρατόσφαιρα, κι έπεσε στον απέραντο ωκεανό, απ’ όπου τον περιμάζεψαν οι δύτες. Κι ήταν τώρα ακόμη ζωντανός, γέροντας...ποιος ξέρει τι όνειρα να βλέπει ο Μπαζ Όλντριν; Και κάποιος γελοίος τού έλεγε τώρα ότι δεν το έκανε όλο αυτό. Κι ο Μπαζ τον χτύπησε. Έπεσαν πάνω του και τον άρπαξαν για να μην τον ξαναχτυπήσει. Είχαν ονομάσει Μπαζ ένα κουκλάκι σε ένα καρτούν, στο Toy Story. Ο Buzz Lightyear, ο Μπαζ-Έτος-Φωτός.

Ένα έτος φωτός είναι η απόσταση που διανύει ένα σώμα όταν ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Μια ταχύτητα στην οποία ποτέ δεν θα τρέξουμε, ένας χρόνος που ποτέ δεν θα ζήσουμε, μια απόσταση που ποτέ δεν θα διανύσουμε. Το έτος φωτός είναι η μέτρηση του χρόνου της φαντασίας. Της ένδοξης φαντασίας μας, που κανείς δεν θα τη θυμάται. Της φαντασίας μας που ταξιδεύει στο άπειρο των κόσμων. Με μια ταχύτητα ανώτερη από την ταχύτητα του φωτός: με την ταχύτητα της σκέψης.

Σε μια στιγμή προσωπικής έμπνευσης, μια από εκείνες τις στιγμές στις οποίες ατενίζουμε το αβέβαιο μέλλον, προσεύχομαι για εκείνον τον άγνωστο μου άνθρωπο που πρώτος θα δει ένα εξωγήινο ηλιοβασίλεμα, σ’ έναν μακρινό πλανήτη. Κανείς δεν ξέρει ακόμη το όνομά του, κανείς δεν ξέρει καν αν θα υπάρξει ποτέ ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που θα πάρει επάνω του όλες τις αμαρτίες μας και όλες τις αγωνίες μας και όλα τα όνειρά μας, και θα τα πάρει μαζί του σε έναν άλλον πλανήτη. Και θα είναι τόσο μακριά από τη γαλάζια μας πατρίδα, στην ξενιτιά –θα πρέπει να βρούμε μια νέα λέξη γι’ αυτήν τη νέα μοναξιά, γι’ αυτήν τη νέα διαστημική νοσταλγία.

Στη σιωπή εκείνης της πρώτης στιγμής, θα ατενίσει το ηλιοβασίλεμα. Ένα ηλιοβασίλεμα που κανείς ποτέ δεν θα έχει ξαναδεί.

Εγώ, ένα μικρό ανθρωπάκι, ανέβαινα κάποτε σκαρφαλώνοντας σ’ ένα βουνό της Γης μας, κάτω από τον καυτό ήλιο ενός καλοκαιριού που έκαιγε όλη μου την ύπαρξη. Νόμισα πως θα πεθάνω, κι όμως τα κατάφερα, κι έφτασα στον σκιερό προορισμό μου. Κι εκεί πάνω, ένας γέρος μού έδειξε τον λαμπρό ήλιο στον γαλάζιο μας ουρανό, και μου είπε: «Τον βλέπεις τον ήλιο εκεί πάνω; Που σ’ έκαψε μέχρι ν’ ανεβείς εδώ στη μοναξιά μας; Είδες πόσο πολύ καίει; Φαντάσου πόσο καίει αυτός που τον έφτιαξε...»

Ποιος είναι αυτός που έφτιαξε όλους αυτούς τους ήλιους, που καίνε τα σύμπαντα, που καίνε τους άπειρους κόσμους, που δίνουν το φως τους σε όλο το μαύρο διάστημα, το φως τους που ταξιδεύει μέχρι τον φακό του διαστημικού μας τηλεσκοπίου που παρατηρεί τη συμπαντική ζωγραφική, και μέχρι τον φακό του ταλαίπωρου ματιού μας που ατενίζει το ηλιοβασίλεμα;

Λέμε ότι ο ήλιος βασιλεύει, στον ουρανό, παντού, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι. Και ξέρουμε ότι θα έρθει ξανά, θα ανατείλει. Είναι ένα ζωντανό όν ο ήλιος μας. Είναι ο βασιλιάς μας. Το φως του δίνει τη ζωή, την εικόνα, τα πρόσωπά μας, τη ζέστη μέσα στο κρύο, το φως στην άκρη του τούνελ. Όποτε πέφτει το σκοτάδι, ξέρουμε την υπόσχεσή του ότι θα έρθει ξανά, την αυγή. Και πάντα έρχεται. Και θα έρχεται, ξανά και ξανά, εις τους αιώνας των αιώνων. Για να φωτίσει εμένα, ένα ανθρωπάκι μικρό και ανίδεο, στην κορυφή ενός βουνού, που ατενίζει το Σύμπαν. Και άπειροι άλλοι μακρινοί ήλιοι στέλνουν εδώ σε μένα το φως τους, υπάρχουν, νεύουν μηνύματα, που ταξιδεύουν τα έτη φωτός, ταξιδεύουν, από τη μακρινή μου πατρίδα μέχρις εδώ, σ’ εμένα, ψιθυρίζοντάς μου ότι δεν είμαι μόνος, μέσα στη σιωπή.

Δεν είμαι μόνος μου, εγώ, μέσα στο άπειρο Σύμπαν, με σκέφτονται τ’ αδέλφια μου όπως τα σκέφτομαι κι εγώ, και ταξιδεύει η σκέψη μας ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός. Δεν είμαι στ’ αλήθεια μικρός και φτωχός. Ποιος βασιλιάς έχει ένα τέτοιο αστρικό στέμμα πάνω απ’ το κεφάλι του; Ποιανού μυαλού τα όνειρα γίνονται τόσα άστρα διάπυρα;


Κι όμως, ποιο παιδί δεν μπορεί να αγκαλιάσει τον πατέρα του, γιατί καίει τόσο πολύ;

Και ποιος πατέρας δεν έδειξε τα άστρα για πρώτη φορά στα παιδιά του, εκεί ψηλά στον ουρανό, δίνοντάς τους έτσι την κληρονομιά των ονείρων του Σύμπαντος;

Κάνει κρύο.

Το ηλιοβασίλεμα σήμερα είχε κάτι από τα παγωμένα τοπία ενός άλλου κόσμου, απόμακρου στη σκοτεινιά του ηλιακού συστήματος.

Φαίνονται και στους άλλους πλανήτες τα ηλιοβασιλέματα.

Έχουν και οι άλλοι πλανήτες παιδιά και πατέρες, μητέρες και εγγόνια. Και μάς φαντάζονται. Έτη φωτός μακριά. Σήμερα το βραδάκι.