18.11.09
2.11.09
Σκέψεις Για Χρονοταξιδιώτες
Κάθομαι στο ημιφωτισμένο δωμάτιο, στο ξύλινο τραπέζι, γερμένος πάνω από τα γραπτά μου, έξω βρέχει, ποτέ δεν μου άρεσαν τα ρολόγια.
Αν και με συγκινεί ο λεπτεπίλεπτος μηχανισμός των παλιών ρολογιών, (και το παράξενο γεγονός ότι μερικές φορές οι Άγγλοι τα ονομάζουν Time Pieces, «κομμάτια χρόνου»), και παρ’ όλο που μπορώ να συνδέσω τη ρυθμική ομορφιά τους με τη μουσική του Bach ή των Kraftwerk, τους μετρονόμους του πιάνου ή τα sequencers, κι εκείνη την εικόνα του Max Ernst που προδίδει ότι είμαστε φυλακισμένοι μέσα σ’ ένα ρολόι (που οι δείκτες του διακρίνονται στον δίσκο του φεγγαριού), δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που να προκαλεί μεγαλύτερο άγχος από ένα ρολόι: Δουλεύει ασταμάτητα, μετράει τη ζωή σου, κλάσμα δευτερολέπτου προς κλάσμα δευτερολέπτου, ακόμη κι όταν δεν προσέχεις, ακόμη κι όταν κοιμάσαι ή όταν έχεις ξεχάσει ότι υπάρχει κάπου εκεί και μετράει, μετράει, μετράει. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα καθόταν να ακούει συνέχεια και να αισθάνεται τους χτύπους της καρδιάς του αναλογιζόμενος ότι χτυπάει σ’ αυτόν τον ρυθμό ασταμάτητα από τότε που γεννήθηκε μέχρι σήμερα, και, αναπόφευκτα, να σκέφτεται ότι αυτός ο ευαίσθητος μηχανισμός μπορεί να σταματήσει σε κάθε στιγμή, πλημμυρίζοντας έτσι όλη του την ύπαρξή με πανικό. (Για μένα, είναι σαφές ότι ο κατασκευαστής του πρώτου ρολογιού ήθελε να φτιάξει μια τεχνητή καρδιά). Εδώ έχουμε μια ιδιαίτερη και μοναδική αίσθηση πανικού, που είναι ο πανικός που γεννιέται από τη λεπτομερή παρατήρηση. Το ίδιο αισθάνομαι και για τα ρολόγια, τη μηχανική καρδιά του Χρόνου, που περνάει, περνάει, ρέει, ρέει πάντα, και «ουδέν μένει»...
Θυμάμαι ένα ποίημα: «Η νύχτα είναι μεγάλη για 'κείνον που δεν μπορεί να κοιμηθεί. Στον κουρασμένο το μίλι φαίνεται μακρύ – κι οι εραστές δεν χορταίνουν το φιλί….»
Δεν έχουμε κοινή την αντίληψη του Χρόνου. Ο καθένας μας ζει μέσα στη δική του χρονοσφαίρα, η οποία συνεχώς αλλάζει ανάλογα με τις περιστάσεις. Το να ταξιδέψει κανείς στον Χρόνο, μάλλον σημαίνει να ταξιδέψει κανείς στον χρόνο του.
Στο κάτω-κάτω τι είναι ο Χρόνος; Υπάρχει στ’ αλήθεια;
Κατά την εποπτεία μου, αν εξαιρέσει κανείς τα ρολόγια και τα ημερολόγια που είναι ανθρώπινες εφευρέσεις και μετρούν κάτι ρυθμισμένο από εμάς, τρία είναι τα πράγματα από τα οποία συνίσταται η αντίληψη μας περί Χρόνου: η μνήμη, η φθορά, και οι κινήσεις των ουρανίων σωμάτων.
Έχουμε αντίληψη της ροής του χρόνου εξαιτίας της μνήμης, αν δεν θυμόμασταν τίποτε, ο χρόνος δεν θα περνούσε, δεν θα είχαμε το παρελθόν ως σημείο αναφοράς για να αντιλαμβανόμαστε τη χρονική ροή των γεγονότων. (Αλλά, τα πάντα που μπορεί να σκεφτεί ή να συμπεράνει κανείς σε σχέση με αυτό, είναι η μνήμη, δεν είναι ο Χρόνος).
Η φθορά των υλικών πραγμάτων (δηλαδή, η αυξανόμενη Εντροπία), την οποία παρατηρούμε παντού, το ίδιο και στον εαυτό μας, επίσης μάς υποδεικνύει έναν ρυθμό, μια ροή, στην οποία η ύλη δεν μπορεί να αντισταθεί και η ροή αυτή την επηρεάζει καθοριστικά, δημιουργώντας την ιστορία της κατάστασης της ύπαρξης. Η ύπαρξη μοιάζει να πλέει μέσα σε κάτι που σταθερά την εξαντλεί, την φθείρει, την καταστρέφει. Τα πάντα φθείρονται, παλιώνουν, παρακμάζουν, χαλάνε, μπαγιατεύουν, πεθαίνουν, αργά και σταθερά, με έναν ρυθμό. Κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει. (Αλλά τα πάντα που μπορεί να σκεφτεί ή να συμπεράνει κανείς σε σχέση με αυτό, είναι η φθορά, δεν είναι ο Χρόνος).
Οι κινήσεις των ουρανίων σωμάτων (η πιο ασφαλής αναγνώριση της ροής του χρόνου), επιφέρουν διάφορες περιοδικές αλλαγές αλλά και περιοδικότητες, που μάς κάνουν να καταδυόμαστε στα μαθηματικά και στη γεωμετρία. Η εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας (που εμείς την αναλύουμε σε ώρες), η εναλλαγή των εποχών (που εμείς την αναλύουμε σε μήνες και σε χρόνια), δηλαδή οι κινήσεις της Γης σε σχέση με τον Ήλιο, και οι θέσεις των άστρων, είναι αυτό που ουσιαστικά ονομάζουμε Χρόνο. Ο Χρόνος είναι αστρικός.
Όλα τα παραπάνω, όμως, πάντα σε σχέση με τον παρατηρητή. Ο χρόνος είναι ανάλογος της μνήμης του παρατηρητή, του ρυθμού της φθοράς που παρατηρεί ο παρατηρητής, της θέσης και της κίνησης του παρατηρητή σε σχέση με τα άστρα. (Αυτό, φυσικά, σημαίνει, με μια λέξη, ότι ο Χρόνος είναι σχετικός).
Το να ταξιδέψει κανείς στον Χρόνο, σημαίνει να χειριστεί με κάποιον δυναμικό τρόπο τη μνήμη, τη ροή των γεγονότων, τον ρυθμό της φθοράς (την Εντροπία), τις κινήσεις και τις θέσεις των άστρων, σε σχέση με τον ίδιο. Περί αυτού πρόκειται.
Για να μετακινηθεί κανείς ελεύθερα στον Χρόνο, στον αστρικό Χρόνο, στον μόνο ουσιαστικό Χρόνο που ξέρουμε, πρέπει να μετακινήσει το Σύμπαν.
Κι επειδή το Σύμπαν είναι μέγεθος της συνείδησής μας, (αν έχουμε την παιδεία και το ταλέντο για να αναλογιστούμε ότι το Σύμπαν είναι αυτό που η συνείδησή μας παρατηρεί και αντιλαμβάνεται, άρα υπάρχει μόνο μέσα στη συνείδησή μας, γι’ αυτό και όταν δεν υπάρχει η συνείδησή μας τότε για εμάς δεν υπάρχει και Σύμπαν), για να μετακινηθεί κανείς ελεύθερα στον Χρόνο, πρέπει να μετακινήσει τη Συνείδηση.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, υποδεικνύει ότι το ταξίδι στον Χρόνο μπορεί να είναι εφικτό ως συνειδησιακό ταξίδι, ως ταξίδι της Συνείδησης στον Χρόνο, και άρα εκείνη η πολυπόθητη χρονομηχανή θα πρέπει να είναι μια κατασκευή ικανή να απελευθερώσει τη συνείδησή μας από το σώμα μας και να τη στείλει σε άλλα χρονικά σημεία παρατήρησης. (Δεδομένου ότι ίσως να μπορούμε να το κάνουμε αυτό και χωρίς μία χρονομηχανή, τότε μπορούμε να ταξιδέψουμε στον Χρόνο με τη συνείδησή μας, και μάλλον το κάνουμε συνεχώς αυτό, μόνο που οι περισσότεροι το αποκαλούν Φαντασία, χωρίς να συνειδητοποιούν τι ακριβώς εννοούν με αυτήν τη λέξη).
Τώρα που κάθομαι στο ημιφωτισμένο αυτό δωμάτιο, γερμένος πάνω από τα γραπτά μου, χρονοταξιδιώτες με παρακολουθούν.
Ίσως είναι οι αναγνώστες αυτού του κειμένου, που το διαβάζουν ξαναζώντας με τη συνείδησή τους αυτή τη στιγμή που το γράφω, αφού εγώ τώρα το γράφω, κι εκείνοι τώρα το διαβάζουν, κι εγώ το γνωρίζω αυτό, γράφοντας αυτό που διαβάζεις.
Ίσως, όμως, είναι άνθρωποι που με κάποιον τρόπο επηρεάστηκαν (θα επηρεαστούν) από το κείμενό μου αυτό, και αποφάσισαν (θα αποφασίσουν) να βρουν έναν τρόπο να ταξιδέψουν στον Χρόνο, και τα κατάφεραν (θα τα καταφέρουν), και θέλησαν (θα θελήσουν) να έρθουν εδώ δίπλα μου για να παρακολουθήσουν από κοντά την πηγή της επιρροής αυτής, να με παρακολουθήσουν να γράφω αυτό που κάποτε διάβασαν (θα διαβάσουν)...
Ο πόθος για το ταξίδι στον Χρόνο, γεννιέται από την επιθυμία του αιτιατού να αντικρίσει το αίτιο...
Για να το γνωρίσει, να συνδιαλλαχθεί και να αλληλεπιδράσει συνειδητά με αυτό.
Μπορεί να με παρακολουθεί ο εαυτός μου. Αν κάποτε στο μέλλον καταφέρω να ταξιδέψω συνειδητά και ελεύθερα στον χρόνο, μπορώ από τώρα, γράφοντας αυτό το κείμενο, να δώσω εδώ τώρα ένα ραντεβού με τον χρονοταξιδιώτη εαυτό μου. Μπορώ να κλείσω αυτό το ραντεβού αυτή τη στιγμή γράφοντας και δηλώνοντάς το ότι επιθυμώ να συναντηθούμε εδώ τώρα. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς γράφω αυτό το κείμενο (που θα θυμάται ο εαυτός μου), αν θα ταξιδέψω κάποτε στον Χρόνο, θα έρθω εδώ τώρα να με βρω. (Ο Jorge Louis Borges διηγείται ότι τού συνέβη αυτό ακριβώς το πράγμα, στο κείμενό του με τον τίτλο Ο Άλλος, σ’ ένα παγκάκι στην Ελβετία, κι ο συγγραφέας Guy de Maupassant κάποτε μπήκε μέσα στο σπίτι του και βρήκε τον εαυτό του να τον περιμένει στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι).
Αν θα μπορέσω κάποτε στο μέλλον να ταξιδέψω πίσω στο παρελθόν, θα γυρίσω πίσω σε αυτή τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο, και θα αγγίξω τον εαυτό μου στον ώμο.
Είναι ο καλύτερος και πιο άμεσος τρόπος για να συναντήσεις έναν χρονοταξιδιώτη: να κλείσεις ένα ραντεβού μαζί του. (Ένα ραντεβού που πραγματοποιείται άμεσα τη στιγμή που θα το κλείσεις, εκείνη την ίδια στιγμή, και σου επιβεβαιώνει άμεσα ότι το ταξίδι στον Χρόνο είναι –ήταν, ή θα είναι– εφικτό...)
Στο φημισμένο τεχνολογικό ινστιτούτο Μ.Ι.Τ. διοργανώθηκε, τον Μάιο του 2005, το Time Traveller Convention, το Συνέδριο για Χρονοταξιδιώτες, με την ελπίδα να έρθουν οι συμμετέχοντες σε επαφή με χρονοταξιδιώτες από το μέλλον. Γι’ αυτόν τον λόγο, το συνέδριο διαφημίστηκε έντονα από την εφημερίδα New York Times, από τους Times του Λονδίνου, από το περιοδικό Time, από το περιοδικό Wired, και από άλλα αξιοπρόσεκτα μέσα. Οι χρονοταξιδιώτες κάποτε στο μέλλον θα ενημερωνόντουσαν για όλα αυτά, και, αν θα μπορούσαν να ταξιδέψουν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή του παρελθόντος, ήταν καλεσμένοι να εμφανιστούν εκεί και να συμμετέχουν στο συνέδριο.
Το διαφημίζω κι εγώ εδώ με τη σειρά μου: το συνέδριο έγινε στις 7 Μαΐου 2005, στις 22:45 EDT (8 Μαΐου, 02:00 UTC) στο East Campus Courtyard, στην αίθουσα του Walker Memorial στο Μ.Ι.Τ.. Οι συντεταγμένες της τοποθεσίας είναι: 42.360007 degrees North latitude, 71.087870 West longitude (42°21′36″ N, 71°05′16″ W).
Συμμετείχαν πάνω από τριακόσιοι σύγχρονοι άνθρωποι, οι περισσότεροι ειδικοί σε διάφορους τομείς, κι ανάμεσά τους πολλοί άγνωστοι.
Οι χωροχρονικές συντεταγμένες πρέπει να συνεχίσουν να δημοσιοποιούνται, συνεχώς και με την κάθε ευκαιρία, έτσι ώστε οι μελλοντικοί χρονοταξιδιώτες να ενημερωθούν και να αποκτήσουν έτσι την ευκαιρία να είχαν συμμετάσχει...
Το ζήτημα, φυσικά, όπως ίσως καταλαβαίνετε, είναι το αν, οι χρονοταξιδιώτες που πήγαν –θα πάνε– στο συνέδριο, θελήσουν να εμφανιστούν ανοιχτά και να δηλώσουν ότι είναι χρονοταξιδιώτες. Το ζήτημα είναι το αν ο χρονοταξιδιώτης εαυτός μου με παρακολουθεί κρυφά αυτή τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο, ή το αν οι αναγνώστες μου από το μέλλον θελήσουν να επικοινωνήσουν ανοιχτά μαζί μου ή το κάνουν απαρατήρητοι από εμένα.
Διότι, για διάφορους λόγους, π.χ. εγώ, αν ήμουν –αν θα ήμουν– χρονοταξιδιώτης, δεν θα το ανακοίνωνα σε κανέναν από το χωροχρονικό συνεχές το οποίο θα επισκεφτόμουν, θα ήθελα να περάσω απαρατήρητος. Θα παρευρισκόμουν στο συνέδριο χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος είμαι, και, αν θα επικοινωνούσα με κάποιον ανοιχτά, θα το έκανα μεμονωμένα σε κάποιον και όχι σε όλους δημοσίως. Επίσης, θα ανησυχούσα μήπως προκαλέσω τρόμο ή κάποιο κακό στον εαυτό μου, γι’ αυτό και αυτή τη στιγμή θα τον παρακολουθούσα κρυφά....
Κοιτώντας τα άστρα, κοιτάμε το παρελθόν. Επειδή το φως των άστρων καθυστερεί μέχρι να φτάσει στη Γη, τα βλέπουμε όπως ήταν στο παρελθόν και όχι όπως είναι αυτή τη στιγμή. Πολλές φορές, μάλιστα, βλέπουμε ένα άστρο που έχει καταστραφεί πολύ καιρό πριν, αλλά το φως του μόλις τώρα φτάνει εδώ πέρα. Οι ίδιες οι ακτίνες του ήλιου μας που μάς ζεσταίνουν και μάς φωτίζουν, έχουν ξεκινήσει από τον ήλιο αρκετά λεπτά πριν φτάσουν σ’ εμάς, είναι θερμότητα και φως από το παρελθόν.
Όταν θέλεις να κοιτάξεις στο παρελθόν, δεν έχεις παρά να κοιτάξεις τον νυχτερινό ουρανό.
Καθώς ξανά και ξανά τα σκέφτομαι όλα αυτά, έχει γεννηθεί στο μυαλό μου μία συνταρακτική ιδέα. Την καταθέτω:
Εφόσον το φως από τη Γη (και άρα η εικόνα της) ταξιδεύει προς το διάστημα, υπάρχουν –σε αυτό το φως που ταξιδεύει στο Άγνωστο– εικόνες της Γης από το κοντινό ή το μακρινό παρελθόν της. Κάποιος που θα κοιτάξει με ένα τηλεσκόπιο τη Γη από έναν μακρινό αστερισμό, θα δει τη Γη μας όπως αυτή ήταν στο παρελθόν.
Αν θα μπορούσαμε, με ένα πολύ ισχυρό τηλεσκόπιο, να υπολογίσουμε την πορεία αυτού του φωτός και να το στοχεύσουμε, θα μπορούσαμε να δούμε με το τηλεσκόπιό μας περιστατικά του παρελθόντος, με απόλυτη ακρίβεια, σαν να τα βλέπουμε σε ένα κινηματογραφημένο ντοκουμέντο. Θα μπορούσαμε, ίσως, αν γνωρίζουμε τις ακριβείς γεωγραφικές συντεταγμένες στις οποίες έλαβε χώρα ένα γεγονός, και τον ακριβή χρόνο στον οποίο συνέβη, να στοχεύαμε με το τηλεσκόπιό μας προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση του διαστήματος, για να μπορέσουμε να κοιτάξουμε στο φως που ταξιδεύει εκεί έξω από τότε. Θα μπορούσαμε να δούμε το χτίσιμο των Πυραμίδων, τους περσικούς πολέμους, τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον Χριστό, τη μάχη του Βατερλώ, τον Χουντίνι να δραπετεύει από τα δεσμά του στον πάτο του ποταμού, τη δολοφονία του Κένεντυ, κλπ, κλπ... Θα μπορούσαμε να λύσουμε όλα τα μεγάλα μυστήρια!
Μάλιστα, αυτή η συνταρακτική ιδέα για ένα οπτικό ταξίδι στον Χρόνο, θα μπορούσε να γίνει τελείως συγκεκριμένη και εφικτή με τον εξής τρόπο: Θα μπορούσαμε να στείλουμε ένα ισχυρό διαστημικό τηλεσκόπιο σε έναν μακρινό πλανήτη, να το στοχεύσουμε προς τη Γη, με δυνατότητα να ζουμάρει σε συγκεκριμένες τοποθεσίες της Γης, να το ρυθμίσουμε να προβάλλει αυτό που βλέπει σε μία οθόνη, και εμείς με τη σειρά μας να στοχεύσουμε αυτήν την οθόνη από τη Γη με ένα ισχυρό διαστημικό τηλεσκόπιο, με αποτέλεσμα να μπορούμε να παρακολουθούμε σκηνές του παρελθόντος μας...
(Επίσης, ένας πολύ μακρινός εξωγήινος πολιτισμός μπορεί να μάς παρακολουθήσει, ίσως και πολύ εμπεριστατωμένα ίσως και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, βλέποντας, φυσικά, το παρελθόν μας, και να μάς στείλει ένα σήμα με τις εικόνες που κατέγραψε, οπότε και έτσι θα δούμε το παρελθόν μας, με εξωγήινη βοήθεια...)
Ίσως σκεφτεί κάποιος ότι η παραπάνω ιδέα δεν είναι παρά μια δική μου επιστημονική φαντασία, αλλά δεν είναι καθόλου απίθανο να συμβαίνει ήδη κάτι ανάλογο. (Δεν νομίζω να νομίζετε ότι αν μπορούσαν να δουν το παρελθόν με το διαστημικό τηλεσκόπιο Χαμπλ, θα έβαζαν εισιτήρια για να πάτε να το δείτε κι εσείς;...)
(Traditions and student actΜοιάζουμε, εμείς εδώ στη Γη, να είμαστε πάνω σε μια νησίδα παρόντος μέσα σε μια απέραντη διαστημική θάλασσα παρελθόντος...
Από την άλλη, αν το σκεφτεί σωστά κανείς, ο χρόνος δεν υπάρχει καν. Είναι κάτι φανταστικό (όπως και τα πάντα, μάλλον). Το παρελθόν δεν υπάρχει, ανήκει μόνο στη μνήμη και στη φαντασία μας, είναι νοητικό σχήμα. Το μέλλον δεν υπάρχει, ανήκει μόνο στη φαντασία μας, είναι εξ ολοκλήρου νοητικό σχήμα. Το παρόν είναι τόσο απειροελάχιστο, που, αν υπάρχει, δεν μπορούμε να το υπολογίσουμε, και μόνο μέχρι να πούμε τη λέξη «παρόν» έχει γίνει παρελθόν, πρόκειται για μια απειροελάχιστη στιγμή, πάνω στην οποία στηρίζεται ακροβατικά όλος μας ο κόσμος.
Ακόμη κι αν καταφέρουμε να ταξιδέψουμε στο παρελθόν ή στο μέλλον, θα το βιώσουμε ως παρόν.
Ακόμη κι όταν διαβάζουμε για το παρελθόν, ή το βλέπουμε σε ταινίες και φωτογραφίες ή το ακούμε σε ηχογραφήσεις, το διαβάζουμε στο παρόν, το βλέπουμε και το ακούμε στο παρόν, για εμάς είναι κι αυτό παρόν. Το ίδιο ισχύει όταν διαβάζουμε για το μέλλον, ή όταν προσπαθούμε να το συλλάβουμε, το κάνουμε στο παρόν. Ταυτόχρονα, σχεδόν την ίδια στιγμή, όλο αυτό το κάνουμε στο μέλλον. Πριν προλάβουμε να κάνουμε το βήμα στο παρόν, βρισκόμαστε ήδη στο μέλλον.
Ζούμε σε απειροελάχιστες στιγμές, στα όρια της επίγνωσης, σε διαδοχικές απειροελάχιστες στιγμές παρόντος, δεν μπορούμε στ’ αλήθεια να βιώσουμε τον χρόνο έτσι όπως τον εννοούμε (κάτι που κυρίως σημαίνει ότι τον εννοούμε λάθος)...
Θα μού άρεσε πολύ να είμαι χρονοταξιδιώτης, αν δεν ήμουν.
14.10.09
11.9.09
3.8.09
4.5.09
ΕΞΩΔΙΑΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ
ΕΞΩΔΙΑΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ
Ζούμε και κινούμαστε σε τρεις διαστάσεις: Είμαστε τρισδιάστατοι.
Στην πραγματικότητα «Διάσταση» δεν σημαίνει παρά «Κατεύθυνση».
Είναι πολύ πιο εύκολο να κατανοήσουμε το ζήτημα των διαστάσεων, αν τις δούμε ως κατευθύνσεις. Για τα όντα του κόσμου μας υπάρχουν τρεις τρόποι κίνησης, υπάρχουν τρεις κατευθύνσεις: μπρος-πίσω, δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω, (αν θεωρήσουμε ως μία ακόμη κατεύθυνση και την κίνησή μας στο Χρόνο, από το παρελθόν προς το μέλλον, τότε έχουμε ακόμη μία κατεύθυνση-διάσταση, αυτήν του Χρόνου). Με οποιονδήποτε τρόπο κι αν κινηθούμε μέσα στο Χώρο, κινούμαστε σε κάποια απ’ αυτές τις τρεις κατευθύνσεις (σε σχέση πάντοτε με τη θέση του παρατηρητή, κι αυτό είναι πολύ σημαντική επισήμανση και με τρομερές προεκτάσεις).
Απ’ όσο ξέρουμε, κανείς μέχρι τώρα δεν έχει ανακαλύψει ένα μέρος, που να μην μπορούμε να φτάσουμε σ’ αυτό με μία κίνηση προς την πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη κατεύθυνση. Παραδειγματικά, αυτό ίσως σημαίνει ότι αυτήν τη στιγμή, ίσως μέσα στο ίδιο μου το σπίτι υπάρχει ένα δωμάτιο –ή και περισσότερα– το οποίο δεν μπορώ να επισκεφτώ, γιατί για να φτάσω σ’ αυτό χρειάζεται ένας «τέταρτος» τρόπος κίνησης. Πρέπει να κινηθώ με έναν «άλλον τρόπο», σε μία άγνωστη κατεύθυνση. Η πόρτα για το δωμάτιο αυτό θα είναι μπροστά μου, αλλά δεν θα τη βλέπω, επειδή αντιλαμβάνομαι τον κόσμο με τρεις διαστάσεις (σημειώνω ότι αυτό δεν σημαίνει ότι μένω ανεπηρέαστος από συμβάντα που συμβαίνουν σε μια τέταρτη ή πέμπτη διάσταση).
Αν και το σύμπαν φαίνεται ότι έχει μονάχα τρεις κατευθύνσεις για εμάς, είναι δυνατόν να φανταστούμε ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες, αλλά για κάποιον λόγο οι υπολογισμοί μας και οι αισθήσεις μας είναι ανίκανες να τις αντιληφθούν. Οι γεωμετρίες τότε που προκύπτουν από μια τέτοια προέκταση, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σαν πιο «υψηλές», ή πιο πολύπλοκες, σε σχέση με τη στερεά γεωμετρία, όπως κι αυτή με τη σειρά της είναι υψηλότερη από την απλή γεωμετρία. Στη Γεωμετρία, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την ακολουθία α) της μιας κατεύθυνσης: Ευθεία Γραμμή, β) των δύο κατευθύνσεων: Τετράγωνο γ) των τριών κατευθύνσεων: Κύβος, δ) και –ναι– των τεσσάρων κατευθύνσεων: Υπερκύβος, ο οποίος είναι γνωστός και ως Τεσσεράκτιον. (Οι ιδιότητες αυτού του σχήματος είναι πολύ γοητευτικές, αλλά δεν είναι εύκολο να τις εξερευνήσουμε. Οι έδρες του αποτελούνται από οκτώ κύβους, όπως ακριβώς οι έδρες του κύβου αποτελούνται από έξι τετράγωνα…)
Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε φευγαλέα μια Τέταρτη Κατεύθυνση, είναι να κατεβούμε για λίγο σε έναν κόσμο δύο κατευθύνσεων. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα επίπεδο σύμπαν, στο οποίο δεν υπάρχει η κατεύθυνση του ύψους. Ένας απλός κόσμος: σαν ένα τεράστιο κομμάτι χαρτί, γεμάτο ζωγραφιές. Ας τον ονομάσουμε Επιπεδοχώρα (για να θυμηθούμε και τον Ε. Α. Άμποτ). Αν η Επιπεδοχώρα έχει νοήμονες κατοίκους, αυτοί θα είναι εξοικειωμένοι με τα σχήματα της απλής γεωμετρίας (γραμμές, κύκλοι, τρίγωνα, κλπ), αλλά θα είναι εντελώς ανίκανοι να φανταστούν τέτοιες θαυμαστές οντότητες όπως οι σφαίρες, οι κύβοι και οι πυραμίδες. Στην Επιπεδοχώρα, οποιαδήποτε κλειστή καμπύλη και γωνία, π.χ. ένας κύκλος ή ένα τετράγωνο, θα απέκλειε τελείως έναν χώρο. Δεν θα υπήρχε τρόπος για έναν αυτόχθονα να βγει ή να μπει εκεί μέσα, εκτός κι αν με κάποιο θαύμα διαπερνούσε τη γραμμή όπως εμείς χρειαζόμαστε ένα θαύμα για να περάσουμε μέσα από έναν τοίχο. Οι τράπεζες του κόσμου εκείνου, δεν θα ήταν παρά απλά γραμμικά τετράγωνα, και τα περιεχόμενα τους θα ήταν απολύτως ασφαλή εκεί μέσα. Όμως, για όντα σαν κι εμάς, που είμαστε ικανοί να κινούμαστε και στην Τρίτη Κατεύθυνση (του ύψους) αυτά τα χρηματοκιβώτια θα ήταν ορθάνοιχτα. Όχι μόνο θα μπορούσαμε να δούμε μέσα σ’ αυτά, όχι μόνο θα μπορούσαμε να μπούμε εκεί μέσα χωρίς κανείς να μας δει, αλλά θα μπορούσαμε να πάρουμε και ό,τι θέλουμε, κάνοντας το να εξαφανιστεί μυστηριωδώς από εκεί. Κανείς τους δεν πρόκειται να καταλάβει τί συνέβη, ούτε και να το εξηγήσει…
Η αναλογία είναι τώρα προφανέστατη, αν την προεκτείνουμε στο δικό μας σύμπαν. Δεν μπορούν να υπάρχουν κλειστοί χώροι στων «τριών κατευθύνσεων κόσμο» μας, για μια οντότητα ικανή για κίνηση σε μια Τέταρτη Κατεύθυνση, δηλαδή για μια οντότητα από άλλη διάσταση. Σημειώστε ότι, αυτή η «εξωδιαστασιακή» οντότητα, θα χρειαζόταν να ταξιδέψει μονάχα ένα χιλιοστό της ίντσας γι’ αυτήν, όπως κι εμείς χρειαστήκαμε να πηδήξουμε λιγότερο από το πάχος μιας τρίχας για να σαλτάρουμε πάνω από τους «τοίχους» της Επιπεδοχώρας.
Αυτό το όν, θα μπορούσε να μετακινήσει τον κρόκο ενός αυγού χωρίς να σπάσει το τσόφλι του αυγού! Θα μπορούσε να κάνει εγχειρήσεις χωρίς να αφήσει καμιά ουλή ή πληγή, να περάσει «πέρα» από τους τοίχους ενός κλειδωμένου δωματίου χωρίς να περάσει «μέσα» από τους τοίχους…
Αν υπάρχει αληθινά μια Τέταρτη Κατεύθυνση, τότε θα πρέπει να υπάρχουν χώροι στον κόσμο μας που δεν μπορούμε να τους επισκεφτούμε. Χώροι ανάμεσα στους χώρους, που μπορούμε να τους συλλάβουμε μονάχα ως άλλα χωροχρονικά συνεχή. Δηλαδή, Παράλληλοι Κόσμοι.
Αν στις τρεις κατευθύνσεις κινούμαστε με το σώμα μας (άρα το σώμα είναι το όχημά μας για να κινούμαστε στον τρισδιάστατο κόσμο μας) άραγε ποιο όχημα χρησιμοποιούμε για την κίνηση στην Τέταρτη ή Πέμπτη Κατεύθυνση; Μια εύκολη απάντηση θα έλεγε ότι χρησιμοποιούμε τη συνείδηση. Για παράδειγμα, κινούμαστε στον Χρόνο με τη συνείδησή μας. Μέσα από αυτό το πρίσμα, το ταξίδι στο Χρόνο, η Τέταρτη ή Πέμπτη Κατεύθυνση, θα είναι μια προβολή της συνείδησης σε άλλα χωροχρονικά συνεχή. Ίσως αυτήν την κατάσταση στην καθομιλουμένη την ονομάζουμε «Όνειρο». Αν και είναι ωραία σκέψη, δεν είναι αρκετή.
Αφού ο Χώρος και ο Χρόνος είναι αλληλένδετοι (για εμάς δεν υπάρχει ξεχωριστά ο Χώρος και ο Χρόνος, υπάρχει μόνο «Χωρόχρονος»), τότε θα πρέπει να μπορούμε να κινηθούμε στην Τέταρτη Κατεύθυνση με το σώμα μας. Θα πρέπει π.χ. να μπορούμε να μπούμε μέσα στο όνειρο με το σώμα μας, να εξαφανιστούμε από το κρεβάτι μας και όλοι ν' αρχίσουν να μάς ψάχνουν. Εμείς θα έχουμε ξυπνήσει μέσα στο όνειρό μας, από το όνειρο που βλέπαμε. Το όνειρο αυτό θα ήταν η καθημερινή μας πραγματικότητα. Νομίζαμε ότι ήμαστε ξύπνιοι, ενώ απλά ονειρευόμασταν -και όταν μετά πηγαίναμε να «ονειρευτούμε», ξυπνούσαμε για να βρούμε τον εαυτό μας μέσα στο όνειρο. (Να ξυπνάς μέσα στο όνειρο, στο οποίο ονειρεύεσαι ότι ξυπνάς μέσα στο όνειρο, που ονειρεύεσαι ότι ξυπνάς μέσα στο όνειρο: να μια κατεύθυνση που καταδύεται σαν σπείρα μέσα στους Χωρόχρονους της συνείδησης…) Οι «ονειρικές οντότητες» είναι εξωδιαστασιακές οντότητες…
Οι Εξωδιαστασιακές Οντότητες θα μπορούσαν να κινούνται με ένα τέταρτο τρόπο κίνησης, σε μία Τέταρτη Κατεύθυνση που δεν έχουμε καμία άμεση αντίληψη γι’ αυτήν, και θα μπορούσαν επίσης να κινούνται σε έναν άλλο Χρόνο, σε μία άλλη χρονική ακολουθία γεγονότων. Θα μπορούσαν να υπάρχουν ολόκληροι πολιτισμοί από εξωδιαστασιακές οντότητες, δίπλα μας, κι εμείς να μη γνωρίζουμε το παραμικρό…
Μπορώ ίσως να καταθέσω εδώ μία λογοτεχνική ιδέα, μία virtual εικόνα μιας τέτοιας Εξωδιαστασιακής Οντότητας: φανταστείτε ένα στερεόγραμμα που αποτελείται από στερεογράμματα! (Αντί για τις γνωστές κουκίδες, έχει μικρά στερεογράμματα που αποκαλύπτουν την τελική εικόνα, και πρέπει να δεις την εικόνα «με άλλα μάτια» για να σου αποκαλυφθεί). Τώρα φανταστείτε ότι αυτό το «μετα-στερεόγραμμα» είναι αόρατο για εσάς, αλλά ίσως να μπορείτε να το αντιληφθείτε σαν μια σκιά στην άκρη του ματιού σας ή σαν μια φευγαλέα κίνηση μέσα στο δωμάτιο. Φανταστείτε επίσης ότι, αν μπορούσατε να το δείτε, δεν θα το βλέπατε σε μια κανονική γραμμική ροή κίνησης, με μια κανονική χρονική ακολουθία, αλλά θα ήταν σαν να βλέπατε ένα τυχαίο αποσπασματικό μοντάζ μιας ταινίας, με καμία λογική ακολουθία. Τη μια στιγμή θα ήταν μεγάλο, την άλλη μικρό, τη μια στιγμή θα ήταν εδώ, την άλλη εκεί, κλπ. Κι όλα αυτά δεν θα ήταν παρά μία προβολή αυτής της εξωδιαστασιακής οντότητας και όχι η ίδια όπως «στ’ αλήθεια είναι», γιατί θα ήταν απερίγραπτη για τις αισθήσεις σας στην κανονική της μορφή...
Εφ’ όσον μιλάμε για Εξωδιαστασιακές Οντότητες, μιλάμε για όντα και δυνάμεις που δεν υπακούνε στους νόμους των τριών διαστάσεων, με φυσικό αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές παραδοξολογίες κατά την παρατήρηση –όταν είναι ευφικτή– της δράσης τους. Να υπενθυμίσω πάλι αυτό που έλεγα παραπάνω, ότι ένα πενταδιάστατο όν θα μπορούσε να αφαιρέσει τον κρόκο ενός αυγού χωρίς να σπάσει το αυγό. Έτσι, πράγματα όπως η κίνηση και η μετακίνηση, η επικοινωνία, η εμφάνιση, η δομή των σωμάτων, κλπ, θα είναι τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει στον κόσμο μας των τριών διαστάσεων.
Γι’ αυτό και τείνω να πιστέψω ότι για όλα αυτά είναι σημαντικό κλειδί τα όνειρα. Γιατί, σε ποια διάσταση βρίσκονται οι ονειροχώρες που επισκεπτόμαστε όταν κοιμόμαστε; Εκεί, στην ονειροχώρα που θα βρεθείς σήμερα το βράδυ, μπορεί μια τέτοια οντότητα να σου εμφανιστεί με τη μορφή ενός σπιτιού ή ενός δέντρου ή ενός ήχου, γιατί αυτή θα είναι η έκφρασή της στη συγκεκριμένη διάσταση, εσύ θα βλέπεις μόνο αυτό που θα μπορείς να δεις.
Και, εδώ που τα λέμε, το ίδιο ίσως ισχύει και στην καθημερινή μας πραγματικότητα. Πώς ξέρεις στ’ αλήθεια ότι αυτό που βλέπεις γύρω σου είναι αυτό που νομίζεις ότι είναι; Ποτέ δεν κατάλαβα π.χ. γιατί βλέπουμε σαν οντότητα το λουλούδι και όχι τη ρίζα του, ενώ όλα όσα ξέρουμε λένε ότι η αληθινή ύπαρξη του λουλουδιού είναι κάτω από το χώμα, εννοώ ότι το λουλούδι δεν είναι παρά ένα «πλοκάμι» της ρίζας. Κρίνουμε πάντα απ’ αυτό που εμείς βλέπουμε, και κανείς ποτέ δεν θα μας πείσει για το αντίθετο. Το θέμα είναι αν βλέπουμε σωστά, ή αν τα πράγματα «φαίνονται» σωστά…
Με όλα αυτά απλά εννοώ ότι ίσως κάποια από τα πράγματα που βλέπουμε γύρω μας, να μην είναι παρά «πλοκάμια» κάποιων άλλων πραγμάτων που δεν βρίσκονται εδώ. Μπορεί να είναι προβολές από άλλού, όπως η σκιά σου είναι η προβολή του σώματός σου πάνω στον τοίχο. Ίσως ο κόσμος μας (όπως και κατά το περίεργο παράδειγμα του Πλάτωνα) να είναι ένα τέτοιος τοίχος, που κατοπτρίζει σκιές από οργανικά και ανόργανα όντα και υπάρξεις που δεν κινούνται στο δικό μας Χωρόχρονο…
Για να το πάω ακόμη πιο μακριά, ίσως εμείς οι ίδιοι να είμαστε σκιές κάποιων άλλων, εξωδιαστασιακών οντοτήτων, αδιανόητων οντοτήτων που κινούνται και περιγράφονται σε εκατό διαστάσεις, και όχι μόνο σε τρεις όπως εμείς, οι σκιές τους.
Έτσι κι αλλιώς, όταν εμείς οι άνθρωποι θα βλέπαμε τέτοια όντα, δεν θα βλέπαμε την αληθινή οντότητα, αλλά απλά εκείνο το τμήμα της που συσχετίζεται με τις διαστάσεις στις οποίες ζούμε και παρατηρούμε.
Δεν το σκέφτονται πολλοί άνθρωποι αυτό: ένα όν «από άλλη διάσταση» (π.χ. τετραδιάστατο) που θα κινείται στον κόσμο μας, δεν θα είναι αόρατο. Θα έχει τις τρεις διαστάσεις που καθιστούν ένα όν ορατό στον τρισδιάστατο κόσμο. Δεν θα είναι αόρατο, κάτι θα είναι ορατό από αυτό. Θα βλέπουμε κάτι από αυτό, που θα μπορούσε να είναι κάτι αναγνωρίσιμο από εμάς ή όχι.
Μέσα από τα παραπάνω πρίσματα, ένα «στοιχειωμένο σπίτι» ίσως είναι ένα σπίτι που φιλοξενεί μία εξωδιαστασιακή οντότητα, το μόνο που θα αντιλαμβανόμασταν εμείς θα ήταν κάποιες ενδείξεις ενός μικρού ποσοστού της δραστηριότητάς της μέσα στο σπίτι, δεν θα αντιλαμβανόμασταν την ίδια την οντότητα στην ολότητά της, ούτε όλες τις δραστηριότητές της και τα αποτελέσματά τους, παρά μόνο τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της στο δικό μας πεδίο. Κι ακόμη κι αυτά τα ολίγα, θα τα κατανοούσαμε μόνο σε σχέση με τις πεποιθήσεις και τις γνώσεις μας, δηλαδή με τα δικά μας περιορισμένα κριτήρια.
Ας επιστρέψουμε για λίγο στην «Επιπεδοχώρα» και στους υποθετικούς δυσδιάστατους κατοίκους της. Πάρτε ένα κομμάτι χαρτί και ζωγραφίστε ένα ανθρωπάκι. Αν βάλετε το δάχτυλο σας μπροστά στο πρόσωπο του, θα δείτε τη σκιά του να απλώνεται πάνω του. Το ανθρωπάκι θα δει τη σκιά, αλλά δεν πρόκειται να δει το δάχτυλό σας όσο κοντά στο πρόσωπο του κι αν το βάλετε και όσο κι αν το κουνάτε επιδεικτικά, κινείται και στη διάσταση του ύψους, ένα τελείως άγνωστο πεδίο για το ίδιο. Το δάχτυλο σας ανήκει σε μιαν άλλη διάσταση, για την οποία δεν είναι ενήμερο το ανθρωπάκι αυτό. Αν διαλογιστεί πάνω στη σκιά, ενδεχομένως, αν είναι ιδιαίτερα ευφυής, ίσως μπορέσει να συλλάβει διανοητικά την ύπαρξη του δάχτυλου σας που προκαλεί τη σκιά που παρατηρεί, αλλά και πάλι δεν θα δει το δάχτυλο. Δηλαδή η κατανόηση του δαχτύλου δεν είναι απαγορευτική, η άμεση αντίληψη του είναι. Μπορείτε με το δάχτυλο σας να τρυπήσετε το ανθρωπάκι και να τού προκαλέσετε βλάβη. Το ίδιο δεν πρόκειται να καταλάβει τί ακριβώς συνέβη –παρ’ όλο που θα έχει υποστεί τη ζημιά– και θα το αποδώσει σε κάποιο άλλο συμβάν που βρίσκεται στο πεδίο κατανόησης του.
Το παραπάνω παράδειγμα γίνεται ιδιαίτερα τρομακτικό, αν το ανάγουμε στον τρισδιάστατο κόσμο μας και το «δάκτυλο» είναι μια εξωδιαστασιακή οντότητα που κινείται σε ένα πεδίο περισσότερων διαστάσεων από το δικό μας…
Επίσης, οι επαφές, από πεδίο σε πεδίο, είναι πάντα μονόδρομες, από το ανώτερο προς το κατώτερο, και όχι και το αντίστροφο. Το δυσδιάστατο γραμμικό σκίτσο πάνω στο χαρτί, υπάρχει και στον τρισδιάστατο κόσμο μας, συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτόν, αλλά όχι το αντίστροφο. Ο κάτοικος της ανώτερης διάστασης έχει αντίληψη και εμπειρία της κατώτερης, καθώς και κίνηση σ’ αυτήν, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για την κατώτερη διάσταση, ο κάτοικός της δεν έχει αντίληψη και εμπειρία της ανώτερης, ούτε κίνηση σε αυτήν. Αν αυτή η νομολογία σχέσεων συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο προς τις επόμενες διαστάσεις που στέκουν πέρα από τις τρεις δικές μας, θα είναι μια νομολογία καθοριστική για την αντίληψη, εμπειρία και επαφή μας με μία εξωδιαστασιακή οντότητα.
Όπως το ανθρωπάκι στην «Επιπεδοχώρα» βλέπει μια σκιά (ή μια γραμμή) και όχι το δάκτυλο, έτσι κι εμείς θα βλέπουμε κάτι άλλο και όχι την εξωδιαστασιακή οντότητα (ή δεν θα τη βλέπαμε ολόκληρη όπως είναι). Στο παράδειγμά μας, αν το φως της λάμπας που φωτίζει το χαρτί δεν είναι στην κατάλληλη θέση, ή αν το ίδιο το ανθρωπάκι δεν βρίσκεται στην κατάλληλη θέση, το ανθρωπάκι δεν θα αντιληφθεί απολύτως τίποτε, ούτε γραμμή, ούτε σκιά, ούτε δάκτυλο, όσο κοντά του και αν το πλησιάσετε. Ίσως όμως να νιώσει τη θερμότητα που εκπέμπει το δάκτυλο, ή να νιώσει τον αέρα που θα τού φυσήξετε στο πρόσωπο.
Αυτό ίσως δείχνει ότι η επαφή με μία εξωδιαστασιακή οντότητα μπορεί να μην είναι οπτική, αλλά να συμπεριλαμβάνει μία από τις άλλες αισθήσεις μας, π.χ. την όσφρηση. Επίσης δείχνει ότι μπορεί να έχει να κάνει και με τη γεωγραφία, τη θέση μας σε αυτήν, τη χρονική στιγμή, ή τις καιρικές συνθήκες, τις συνθήκες του φωτός, ένα σωρό παράγοντες που υπόκεινται σε συνεχείς αλλαγές.
Τέλος, (για να φτάσουμε στα όρια της περιορισμένης φαντασίας μας), όπως ακριβώς το ανθρωπάκι που κατοικεί σ’ αυτό το δυσδιάστατο κείμενο, αντιλαμβάνεται την εξωδιαστασιακή οντότητα «αναγνώστης» «μεταφρασμένη» σε κάτι αντιληπτό και αποδεκτό στον δυσδιάστατο κόσμο του, και μπορεί να θεωρήσει ότι συναντώντας τον αναγνώστη συνάντησε μία γραμμή, ή ένα σημείο ανάμεσα σε όλα τα άλλα δυσδιάστατα σημεία του κόσμου του, ένα σημείο που είχε λίγο παράξενη συμπεριφορά ή μία απρόβλεπτη θέση, έτσι ακριβώς αν αύριο εγώ βρεθώ μπροστά σε μία εξωδιαστασιακή οντότητα, μπορεί να θεωρήσω ότι βρέθηκα μπροστά σε έναν ακόμη άνθρωπο, σε μία καμηλοπάρδαλη, μία μύγα, ένα δέντρο, μία δίνη στο νερό, ένα τυφώνα, μία σκιά, μία ομίχλη, ένα ξωτικό, έναν ερπετοειδή εξωγήινο, ένα UFO, ή και, ακόμη πιο ακαθόριστα, σε μια μελαγχολία, μια μυρωδιά θειαφιού, ένα μικρό κρύο άνεμο, έναν ανεξήγητο θόρυβο, ένα φτάρνισμα, μία σύγχυση, ένα σεισμό, έναν πονοκέφαλο, μια ουρανοκατέβατη καταπληκτική ιδέα, μια σκέψη.
Ακόμη και τα λεγόμενα crop-circles (τα «αγρογλυφικά») που εμφανίζονται μυστηριωδώς σε διάφορα μέρη του κόσμου μας, θα μπορούσαν να είναι σημεία επαφής του κόσμου μας με παράξενες εξωδιαστασιακές οντότητες, «ίχνη από αλλού».
Ίσως ακόμη κι εκείνος ο «κόσμος των πνευμάτων», για τον οποίο μιλούν όλες οι παραδόσεις όλων των λαών του κόσμου από τη βαθιά αρχαιότητα ως σήμερα (παραδόξως χωρίς να έχουν επαφές μεταξύ τους), ίσως να είναι ένας κόσμος μιας άλλης διάστασης, κι αυτό που αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινοι λαοί ως καλά ή κακά πνεύματα, θεούς ή δαίμονες, να είναι εξωδιαστασιακές οντότητες που κατοικούν σε ένα άλλο πεδίο που συνυπάρχει με το δικό μας αλλά εμείς δεν μπορούμε ούτε να το αντιληφθούμε, ούτε να το επισκεφτούμε, ενώ οι κάτοικοί του μπορούν και να μας αντιληφθούν και να μας επισκεφτούν, αλλά και να δράσουν με ένα σωρό ανεξιχνίαστους –για εμάς– τρόπους επάνω μας και πάνω στον κόσμο μας.
Ίσως, μάλιστα, όπως εμείς θεωρούμε π.χ. ότι όλα τα σκίτσα του κόσμου ανήκουν στο δικό μας κόσμο και είναι δικά μας, να θεωρούν και εκείνα –τα όντα που στέκουν πέρα από την αντίληψή μας– ότι εμείς ανήκουμε στο δικό τους κόσμο και είμαστε δικοί τους, εμείς και ο κόσμος μας...
Γιατί να πιστεύουμε ότι είμαστε –εμείς και τα άλλα πλάσματα που παρατηρούμε– οι μόνες οντολογικές ιεραρχίες αυτο-συντηρούμενης αυτόματης τάξης σε μορφή οργανισμών, που έχουν αποκτήσει συνείδηση;
Μπορεί να υπάρχουν μορφές ζωής που δεν βασίζονται στη χημεία, στα άτομα, ή ακόμη και μορφές ζωής που δεν είναι εστιασμένες σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο Χώρο και στο Χρόνο. Είναι πιο πιθανό οι ιεραρχίες των οντοτήτων να συνεχίζουν ακόμη πιο μακριά προς τα πάνω και προς τα κάτω στις διαστάσεις, πέρα από τις διαστάσεις που εμείς αντιλαμβανόμαστε, παρά να μη συμβαίνει αυτό. Ακόμη και το ίδιο το Σύμπαν μέσα στο οποίο ζούμε, μπορεί να ειδωθεί ως μία ζωντανή οντότητα, κινούμενη και εξελισσόμενη, κι εμείς να μην είμαστε παρά απλώς μικρά τμήματα αυτής της εξέλιξης, αυτού του υπερ-οργανισμού. Το Σύμπαν μπορεί να είναι –κι αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το πιο πιθανό– μία πολυδιαστασιακή υπερ-οντότητα.
Και μπορεί να υπάρχουν άλλα τμήματα αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, που ξεφεύγουν της περιορισμένης –και «χαμηλής», λόγω θέσης– παρατήρησης και εποπτείας μας. Είναι πιο πιθανό να συμβαίνει αυτό, παρά να μη συμβαίνει. Οι οντότητες που θα κατοικούν στους χωροχρόνους που περιγράφονται ως άλλα τμήματα της συμπαντικής εξελικτικής διαδικασίας, ή ακόμη και αυτής του ίδιου μας του κόσμου, θα είναι τελείως ξένες για τον τρόπο αντίληψης και σκέψης μας.
Το Σύμπαν είναι πάρα πολύ πιο μεγάλο και πάρα πολύ πιο παράξενο, απ’ όσο είμαστε ικανοί να φανταστούμε, και το ίδιο ισχύει και για τον μικρό κόσμο μας, (που μπορεί να μην είναι και τόσο μικρός, ιδωμένος μέσα απ’ αυτό το πρίσμα).
Ο εγκέφαλός μας δεν μπορεί να ξεπεράσει τους περιορισμούς του για να δεχθεί, χωρίς να μεταλλαχθεί ριζικά, αυτές τις διαφορές που καθιστούν ξένες αυτές τις οντότητες. Κι όμως, αν υπάρχουν, θα έχουμε συνεχώς επαφή με τέτοια όντα. Επαφές που δεν καταγράφονται πουθενά. Κι αυτό το γεγονός, αν ισχύει, από μόνο του συνιστά μία μυστική ιστορία του κόσμου και μία μυστική ιστορία των εμπειριών μας.
Ίσως οι εξωδιαστασιακές οντότητες να εμφανίζονται ως μέρη της ίδιας της συνείδησής μας, να είναι ανόργανες μορφές ζωής (ξένες προς την έννοια που αποδίδουμε στο οργανικό όν), μη-τοπικές στο χώρο, μη-μετρήσιμες στο χρόνο.
Διανοητές όπως ο Terrence McKenna και ο Timothy Leary, τις περιγράφουν ως όντα από το Υπερδιάστημα, που τις προσεγγίζουμε αντιληπτικά χρησιμοποιώντας παραισθησιογόνα μανιτάρια ή LSD, ή βλέπουμε αλληγορικές αναπαραστάσεις τους στον Κυβερνοχώρο.
Οι αποκρυφιστές αναφέρονται σε αυτές ως πνεύματα, κανάλια, egregorons, θεότητες, δαίμονες, στοιχειακά, κ.λπ.
Οι UFOλόγοι τις περιγράφουν ως εξωγήινους που κατέχουν τεχνολογίες που τους επιτρέπουν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται ή να αλλάζουν μορφές κατά βούληση, το ίδιο και τα οχήματά τους.
Οι παραψυχολόγοι τις θεωρούν μη καταγραμμένες μορφές ενέργειας, σκεπτομορφές, αιθερικά σώματα, εκπομπές του ασυνειδήτου, φαντάσματα.
Οι λαογράφοι και οι παραδόσεις τις εξιστορούν ως ξωτικά, νεράιδες, στοιχειά, Faeries, κλπ.
Οι θρησκείες τις περιγράφουν ως αγγέλους, διαβόλους, Τζιν, Ντέβας, κ.ά.
Συγγραφείς Φανταστικής Λογοτεχνίας όπως ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, ο Άρθουρ Μάχεν ή ο Άλτζερνον Μπλάκγουντ, μέσα στις ιστορίες τους τις αντικρίζουν ως Κθούλου, Γιογκ-Σοθώθ, Γουέντιγκο, Ιτιές, κατοίκους του Λόφου των Ονείρων και ακατονόμαστες εξωκοσμικές ράτσες ή ανόργανα όντα.
Λοιπόν, η δράση εξωδιαστασιακών οντοτήτων ως πιθανή ερμηνεία για τα παράξενα φαινόμενα και όντα που καταγράφουν αμέτρητοι αντισυμβατικοί γνωσιολογικοί τομείς, θα μπορούσε να στοιχειοθετεί μία ενοποιημένη θεωρία της Μεταφυσικής και του Παράξενου.
Αν το Σύμπαν είναι μία ζωντανή υπερ-οντότητα, και εμείς είμαστε στοιχεία της ζωής της, άραγε πώς θα αναγνωρίζαμε ένα άλλο στοιχείο, ξένης και τελείως διαφορετικής μορφής από εμάς; Με ποιους παράξενους τρόπους διαπλέκονται τα στοιχεία του υπερ-οργανισμού του Σύμπαντος για να παράγουν ξεχωριστές πραγματικότητες; Και ποια είναι η θέση μας και η εξελικτική πορεία μας μέσα σε ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων και πραγματικοτήτων;
Αυτές θα έπρεπε να είναι οι ερωτήσεις της θρησκείας και της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Και οι απαντήσεις τους θα έπρεπε να είναι αλληλοσυνδεόμενες.
Το Σύμπαν δεν μπορεί παρά να είναι μια ζωντανή υπερ-οντότητα, πολυδιαστασιακή και πιο σύνθετη πέρα από κάθε φαντασία, και δεν μπορεί παρά να εξελίσσεται και να προεκτείνει συνεχώς τη ζωή του σε άλλες «πραγματικότητες», ακόμη και πέρα από την ίδια την έννοια της πραγματικότητας όπως την καταλαβαίνουμε. Σε άλλες εκδοχές του κόσμου μας, άλλους νόμους της φυσικής, άλλες δονήσεις, άλλα σύμπαντα, ακόμη και στις μυθολογικές πραγματικότητες του ασυνείδητου, ακόμη και πέρα από τους ασαφείς κόσμους του ονείρου.
Πολλά είναι τα μυαλά που υποστήριξαν, στην ιστορία της ανθρωπότητας, ότι μπόρεσαν να αντιληφθούν αυτές τις πραγματικότητες, είτε σε εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης, χρησιμοποιώντας ψυχεδελικές ουσίες ή διαλογισμό, προσευχή ή τεχνολογικές εφευρέσεις, είτε εξ υφαρπαγής, απρόβλεπτα και απερίγραπτα, είτε μέσα από τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνική ή την ποιητική έμπνευση, είτε ερχόμενοι σε επαφή με κάτι που το κατατάσσουμε στα πλαίσια της μαγείας ή της θρησκευτικής εμπειρίας.
Στην πραγματικότητα, το κάθε τι είναι μια θρησκευτική εμπειρία, διότι το κάθε τι αποτελεί ένα κομμάτι της ζωντανής υπερ-οντότητας που ονομάζουμε Σύμπαν. (Ουσιαστικά, το λέμε «Σύμπαν» –Συν-Παν– βάζοντας αυτό το Συν δίπλα στο Παν, για να καταδείξουμε τα «πάντα και κάτι παραπάνω από τα πάντα», για να δώσουμε χώρο ύπαρξης ακόμη και σε εξωδιαστασιακές ή και εξω-συμπαντικές οντότητες, όπως ο Θεός που δημιούργησε το Σύμπαν). Αλλά, η ολότητα βρίσκεται έξω από τη δυνατότητα αντίληψης και κατανόησής μας. Το ίδιο το Σύμπαν βρίσκεται πέρα από την αντίληψη των στοιχείων που το αποτελούν, πέρα από οτιδήποτε μικρότερο από το ίδιο. Και το μέγεθος υποδεικνύει απλώς μία διάσταση, και πρέπει να υπάρχουν πράγματα ακόμη και πέρα από το μέγεθος. Εξωδιαστασιακές οντότητες χωρίς μέγεθος, ακόμη και χωρίς ζωή όπως εμείς καταλαβαίνουμε τη ζωή.
Η ίδια η σκέψη μας ίσως αντιλαμβάνεται εξωδιαστασιακές οντότητες που τις ονομάζουμε ιδέες, και το εξωκοσμικό πεδίο τους να είναι εκείνος ο «κόσμος των ιδεών». Την ίδια στιγμή που ένας επισκέπτης από εκεί, γίνεται αντιληπτός ως ιδέα ή έμπνευση στο νου μας, μπορεί να ζωογονεί τον σπόρο ενός φυτού μέσα στο έδαφος του κήπου μας, και να προκαλεί ένα μικρό σεισμό στην άλλη άκρη του κόσμου, καθώς και μια παράξενη ανάμνηση από κάτι που δεν ζήσαμε, δέκα χρόνια αργότερα στο μέλλον…
2.3.09
16.2.09
ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ
ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ
Κάνει κρύο.
Είμαστε μακριά από τον ήλιο μας, τον πατέρα του φωτός και της θαλπωρής.
Το ηλιοβασίλεμα σήμερα είχε κάτι από τα παγωμένα τοπία ενός άλλου κόσμου, απόμακρου στη σκοτεινιά του ηλιακού συστήματος.
Φαίνονται και στους άλλους πλανήτες τα ηλιοβασιλέματα. Κανένα διαστημικό σκάφος μας δεν φωτογράφησε ένα, όλα τους ψάχνουν το χώμα και τις τροχιές, τους χημικούς τύπους και τα μαθηματικά. Μοιάζει απαγορευμένη η εικόνα ενός εξωγήινου ουρανού. Οι άνθρωποι θα άρχιζαν να ονειρεύονται, κανείς δεν τους θέλει να ονειρεύονται, όλοι τούς θέλουν προσγειωμένους να κοιτούν το χώμα και τους αριθμούς, σαν τα μικρά ρομποτικά διαστημόπλοια που στέλνουμε εκεί έξω. Τελειώνουν την τροχιά τους, προσγειώνονται, στέλνουν πίσω τα στοιχεία για το χώμα, μετρούν τους αριθμούς, κι έπειτα χάνονται.
Μέχρι κι οι τεχνητοί δορυφόροι μας κοιτούν προς τη Γη, κι όχι στην απέραντη εικόνα του σύμπαντος. Είναι σαν να φοβούνται να κοιτάξουν προς τα πάνω.
Εκτός από εκείνο το διαστημικό τηλεσκόπιο, που βλέπει εικόνες που κανένα μάτι ανθρώπου δεν είδε ποτέ, κι ούτε θα δει, εικόνες από πολύχρωμα μακρινά νεφελώματα, από τιτάνια μάτια στο διάστημα, κεφαλές αλόγων, αστρικές μέδουσες, πρόσωπα ολύμπιων θεών, καινοφανείς αστέρες, νέμπουλα, σούπερ νόβα, και αόρατες μελανές οπές. Εικόνες που βλέπουν και αναλύουν οι Κοσμοκράτορες, αυτοί που κρατούν τον Κόσμο, δηλαδή το διάστημα, τα άστρα, το κόσμημα των ουρανών. Ακόμη κι αυτές τις λιγοστές εικόνες που οι Κοσμοκράτορες επιτρέπουν να δειχθούν, σχεδόν κανείς δεν τις βλέπει, κανείς δεν ονειροπολεί, κανείς δεν μελαγχολεί για τη μικρότητά μας απέναντι στους γαλαξίες των αμέτρητων δισεκατομμυρίων άστρων.
Ποιοί είμαστε εμείς που θα εξερευνήσουμε το άπειρο των κόσμων; Με αυτά τα χέρια, με αυτά τα πόδια, αυτά τα ίδια ταλαίπωρα χέρια και πόδια που τα έχουμε από τότε που γεννηθήκαμε, με αυτό το μυαλό που ξεχνάει τις λεπτομέρειες, με αυτά τα μάτια που έχουν αντικρίσει όλα τα θαύματα του κόσμου κι όμως ποτέ δεν τα είδαν, με αυτά τα αυτιά που έχουν μάθει να ακούν μόνο απόηχους μικρών αποστάσεων. Ποιοι είμαστε εμείς που θα εξερευνήσουμε το άπειρο των κόσμων;
Υπήρξαν κάποιες στιγμές που ένας αστροναύτης, ψηλά εκεί στον διαστημικό σταθμό, έμεινε σιωπηλός. Ατενίζοντας το άπειρο. Σιωπηλοί οι αστροναύτες απέναντι στην απέραντη εικόνα που δεν είδε άλλος κανείς. Κανείς τους δεν μίλησε γι’ αυτό, κανείς δεν τούς αφήνει να το κάνουν.
Υπήρξε κάποτε μια στιγμή μέσα στη νύχτα, στον Ατλαντικό Ωκεανό, που ατένισα τον ουρανό των άπειρων άστρων. Έπλεα στην αστρική θάλασσα, μέσ’ στο σκοτάδι, σιωπηλός, μέσ’ στην απέραντη σιωπή. Μια ψυχούλα σαν σπίθα μικρή στον απέραντο ωκεανό των άστρων, χαμένη στα κύματα, χωρίς πυξίδα, χωρίς χρόνο πολύ.
Είδα τους κόσμους. Και κατάλαβα για πρώτη φορά, πόσο μακριά είμαστε από οπουδήποτε. Είμαστε τόσο μακριά από την πατρίδα. Εξόριστοι εδώ πέρα, χωρίς τον χάρτη της διαδρομής, χωρίς μηνύματα, χωρίς ούτε καν ένα τραγούδι.
Κανείς δεν θα μάς θυμάται. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ για την ένδοξη ιστορία μας, τη Βαβυλώνα, τις θεόρατες πυραμίδες στην έρημο, το Έπος του Γκιλγκαμές, την Τροία που την πήραμε μαζί με τον Αχιλλέα με δόρατα κι ασπίδες που έλαμπαν στον ήλιο (όπως κάποτε μού ‘πε ένας γέροντας στον Άθωνα που τις νύχτες ολομόναχος άκουγε τις τροχιές των πλανητών), τη γενναία στρατιά του Αλέξανδρου στην άκρη του κόσμου μπροστά σε ελέφαντες πολεμικούς, τους αμέτρητους πίνακες στο Λούβρο, την Ενάτη του Μπετόβεν που την έγραψε κουφός, τις περιπέτειες του Δον Κιχώτη που γράφτηκαν σε μια φυλακή, την Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ που έκοψε το αυτί του για μια αγαπημένη, τη μάχη του Υπρ στα χαρακώματα, την πολιορκία του Στάλινγκραντ μέσα στα χιόνια, τις εξερευνήσεις του Λοχαγού Μπέρτον, την ένδοξη θλίψη του Ναπολέοντα στη Νήσο της Αγίας Ελένης, την αγία πυρά που κατέκαυσε την Ζαν Ντ’ Αρκ και τον Τζιορντάνο Μπρούνο, τον Ιρλανδό πατριώτη ποιητή Πάτρικ Πηρς στο εκτελεστικό απόσπασμα, την κατάκτηση της Σελήνης, τους ηρωικούς εργάτες που θυσιάστηκαν για να σφραγίσουν το Τσέρνομπιλ, τους πανάρχαιους δρόμους της Νέας Υόρκης όπως θα τους βλέπουν οι μελλοντικοί αρχαιολόγοι, το διαστημικό μας τηλεσκόπιο που κρυφοκοίταζε το Σύμπαν...
Είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι δεν πήγαμε ποτέ στη Σελήνη, ότι όλα ήταν μια κινηματογραφική σκηνοθεσία, μια συνωμοσία. Είναι μεγάλη η άγνοιά μας, κι η δική μου δεν είναι μικρότερη. Αλλά, ξέρω πλέον ότι πήγαμε εκεί πάνω, στ’ αλήθεια. Το κατάλαβα βλέποντας μια σκηνή σ’ ένα βίντεο. Δεν ήταν τα βίντεο της NASA από το φεγγάρι (που τα έχασαν, έτσι κι αλλιώς). Ήταν σε ένα άλλο βίντεο, πιο πρόσφατο. Ένας δημοσιογράφος ρώτησε ειρωνικά τον Μπαζ Όλντριν, έναν από τους δύο ανθρώπους που πρώτοι πάτησαν στο φεγγάρι, για τη συνωμοσία της προσσελήνωσης, λέγοντάς του ότι δεν πήγαν ποτέ εκεί. Ο Μπαζ οργίστηκε και τού έριξε μια μπουνιά, μπροστά σε τόσες κάμερες. Είδα το βλέμμα του. Αυτός ο άνθρωπος είχε πάει στο φεγγάρι. Το είδα στο βλέμμα του και στη γροθιά του. Είχε εκτοξευτεί καθισμένος στη μύτη ενός πυραύλου, είχε ταξιδέψει στο φεγγάρι μέσα σε έναν θερμοσίφωνα, τον είχε προσσεληνώσει, είδε τη Γη με μια θέα που κανείς δεν είχε ξαναδεί, μπήκε πάλι στον θερμοσίφωνα, κατάφερε και γύρισε εδώ πίσω, πέρασε τη φλεγόμενη στρατόσφαιρα, κι έπεσε στον απέραντο ωκεανό, απ’ όπου τον περιμάζεψαν οι δύτες. Κι ήταν τώρα ακόμη ζωντανός, γέροντας...ποιος ξέρει τι όνειρα να βλέπει ο Μπαζ Όλντριν; Και κάποιος γελοίος τού έλεγε τώρα ότι δεν το έκανε όλο αυτό. Κι ο Μπαζ τον χτύπησε. Έπεσαν πάνω του και τον άρπαξαν για να μην τον ξαναχτυπήσει. Είχαν ονομάσει Μπαζ ένα κουκλάκι σε ένα καρτούν, στο Toy Story. Ο Buzz Lightyear, ο Μπαζ-Έτος-Φωτός.
Ένα έτος φωτός είναι η απόσταση που διανύει ένα σώμα όταν ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Μια ταχύτητα στην οποία ποτέ δεν θα τρέξουμε, ένας χρόνος που ποτέ δεν θα ζήσουμε, μια απόσταση που ποτέ δεν θα διανύσουμε. Το έτος φωτός είναι η μέτρηση του χρόνου της φαντασίας. Της ένδοξης φαντασίας μας, που κανείς δεν θα τη θυμάται. Της φαντασίας μας που ταξιδεύει στο άπειρο των κόσμων. Με μια ταχύτητα ανώτερη από την ταχύτητα του φωτός: με την ταχύτητα της σκέψης.
Σε μια στιγμή προσωπικής έμπνευσης, μια από εκείνες τις στιγμές στις οποίες ατενίζουμε το αβέβαιο μέλλον, προσεύχομαι για εκείνον τον άγνωστο μου άνθρωπο που πρώτος θα δει ένα εξωγήινο ηλιοβασίλεμα, σ’ έναν μακρινό πλανήτη. Κανείς δεν ξέρει ακόμη το όνομά του, κανείς δεν ξέρει καν αν θα υπάρξει ποτέ ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που θα πάρει επάνω του όλες τις αμαρτίες μας και όλες τις αγωνίες μας και όλα τα όνειρά μας, και θα τα πάρει μαζί του σε έναν άλλον πλανήτη. Και θα είναι τόσο μακριά από τη γαλάζια μας πατρίδα, στην ξενιτιά –θα πρέπει να βρούμε μια νέα λέξη γι’ αυτήν τη νέα μοναξιά, γι’ αυτήν τη νέα διαστημική νοσταλγία.
Στη σιωπή εκείνης της πρώτης στιγμής, θα ατενίσει το ηλιοβασίλεμα. Ένα ηλιοβασίλεμα που κανείς ποτέ δεν θα έχει ξαναδεί.
Εγώ, ένα μικρό ανθρωπάκι, ανέβαινα κάποτε σκαρφαλώνοντας σ’ ένα βουνό της Γης μας, κάτω από τον καυτό ήλιο ενός καλοκαιριού που έκαιγε όλη μου την ύπαρξη. Νόμισα πως θα πεθάνω, κι όμως τα κατάφερα, κι έφτασα στον σκιερό προορισμό μου. Κι εκεί πάνω, ένας γέρος μού έδειξε τον λαμπρό ήλιο στον γαλάζιο μας ουρανό, και μου είπε: «Τον βλέπεις τον ήλιο εκεί πάνω; Που σ’ έκαψε μέχρι ν’ ανεβείς εδώ στη μοναξιά μας; Είδες πόσο πολύ καίει; Φαντάσου πόσο καίει αυτός που τον έφτιαξε...»
Ποιος είναι αυτός που έφτιαξε όλους αυτούς τους ήλιους, που καίνε τα σύμπαντα, που καίνε τους άπειρους κόσμους, που δίνουν το φως τους σε όλο το μαύρο διάστημα, το φως τους που ταξιδεύει μέχρι τον φακό του διαστημικού μας τηλεσκοπίου που παρατηρεί τη συμπαντική ζωγραφική, και μέχρι τον φακό του ταλαίπωρου ματιού μας που ατενίζει το ηλιοβασίλεμα;
Λέμε ότι ο ήλιος βασιλεύει, στον ουρανό, παντού, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι. Και ξέρουμε ότι θα έρθει ξανά, θα ανατείλει. Είναι ένα ζωντανό όν ο ήλιος μας. Είναι ο βασιλιάς μας. Το φως του δίνει τη ζωή, την εικόνα, τα πρόσωπά μας, τη ζέστη μέσα στο κρύο, το φως στην άκρη του τούνελ. Όποτε πέφτει το σκοτάδι, ξέρουμε την υπόσχεσή του ότι θα έρθει ξανά, την αυγή. Και πάντα έρχεται. Και θα έρχεται, ξανά και ξανά, εις τους αιώνας των αιώνων. Για να φωτίσει εμένα, ένα ανθρωπάκι μικρό και ανίδεο, στην κορυφή ενός βουνού, που ατενίζει το Σύμπαν. Και άπειροι άλλοι μακρινοί ήλιοι στέλνουν εδώ σε μένα το φως τους, υπάρχουν, νεύουν μηνύματα, που ταξιδεύουν τα έτη φωτός, ταξιδεύουν, από τη μακρινή μου πατρίδα μέχρις εδώ, σ’ εμένα, ψιθυρίζοντάς μου ότι δεν είμαι μόνος, μέσα στη σιωπή.
Δεν είμαι μόνος μου, εγώ, μέσα στο άπειρο Σύμπαν, με σκέφτονται τ’ αδέλφια μου όπως τα σκέφτομαι κι εγώ, και ταξιδεύει η σκέψη μας ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός. Δεν είμαι στ’ αλήθεια μικρός και φτωχός. Ποιος βασιλιάς έχει ένα τέτοιο αστρικό στέμμα πάνω απ’ το κεφάλι του; Ποιανού μυαλού τα όνειρα γίνονται τόσα άστρα διάπυρα;
Κι όμως, ποιο παιδί δεν μπορεί να αγκαλιάσει τον πατέρα του, γιατί καίει τόσο πολύ;
Και ποιος πατέρας δεν έδειξε τα άστρα για πρώτη φορά στα παιδιά του, εκεί ψηλά στον ουρανό, δίνοντάς τους έτσι την κληρονομιά των ονείρων του Σύμπαντος;
Κάνει κρύο.
Το ηλιοβασίλεμα σήμερα είχε κάτι από τα παγωμένα τοπία ενός άλλου κόσμου, απόμακρου στη σκοτεινιά του ηλιακού συστήματος.
Φαίνονται και στους άλλους πλανήτες τα ηλιοβασιλέματα.
Έχουν και οι άλλοι πλανήτες παιδιά και πατέρες, μητέρες και εγγόνια. Και μάς φαντάζονται. Έτη φωτός μακριά. Σήμερα το βραδάκι.
27.11.08
The Midnight Special



The Midnight Special
Μιλούσα όλη τη νύχτα με τον Κροκόδειλο, είχαμε γίνει φίλοι. Βαρεθήκαμε να τρώμε σκορπιούς στην έρημο, κάτω από τις Πλειάδες και από ‘κείνο το φεγγάρι λεπτό σαν στιλέτο ή σαν ακονισμένο γιαταγάνι Σαρακηνού. Φυσούσαν οι ανεμοθύελλες κι εμείς τραγουδούσαμε τα blues, τρώγαμε άμμο μαζί με τα φασόλια στην κονσέρβα, η μικρή φωτιά δεν έφτανε για να μας ζεστάνει και τους δύο, τρία κάρβουνα όλα κι όλα, ούτε που φέγγανε, δεν είχαμε να φοβηθούμε κι από τους Βεδουίνους. Μου ‘λεγε ιστορίες για τότε που γυρνούσε με τις νταλίκες νύχτα μετά τη νύχτα κι είχε σαν ναυτικός μια γυναίκα σε κάθε μοτέλ. Ο Γαλαξίας φιδογύριζε από πάνω μας γεμάτος με εξωγήινους πολιτισμούς. Κι εμείς, μόνοι μέσα στην έρημο χωρίς ούτε μια μπύρα, στρίβαμε τσιγάρο με καπνό ξερό, πικρό από το πολύ σκοτάδι και την αστροφεγγιά. Είχαμε μια σκουριασμένη φυσαρμόνικα, φυσούσε αυτός κι εγώ κουνούσα ρυθμικά την ουρά του κροταλία, κι εκεί στη νύχτα της ερήμου τραγουδούσαμε τα blues.
Κάτω από την άμμο βαθιά κρυμμένες κείτονταν αρχαίες αυτοκρατορίες, που τις κατάπιε η έρημος που όλα τα καταπίνει, όπως θα καταπιεί τα ταλαιπωρημένα κορμιά μας, όλες μας τις μνήμες, το παλιό μαύρο μου πουκάμισο και το δαχτυλίδι μου με τον δράκο, κράτα καλά παλιόφιλε Κροκόδειλε, κουράγιο.
Έτσι κι αλλιώς ελπίδα δεν είχαμε στ’ αλήθεια ποτέ, όλο την πλέκαμε και την ξεπλέκαμε σε νύχτες σαν κι αυτήν, στα τραίνα και στα δρομάκια πόλεων κοιμισμένων, σε ξέφρενες ξιφομαχίες, σε κρύα δωμάτια γεμάτα βιβλία, σε ψιθύρους συνθηματικούς και σε χαρτιά με σχέδια πολιορκητικά, σε ταραγμένα όνειρα από ύπνο βιαστικό, και σε χαμόγελα φανταστικών θριάμβων, θυμάσαι...
Σήκωνα το κεφάλι πάνω απ’ τις νότες κι ατένιζα τα χαμένα μονοπάτια που μάς οδήγησαν παντού, που μάς οδήγησαν εδώ κι ακόμη παραπέρα, στο τέλος του κόσμου χωρίς ούτε μια κουβέρτα, στην άκρη της αβύσσου.
Παλαίμαχοι παλαιοτάτων περιπετειών, βετεράνοι καταδρομείς στις σταυροφορίες, με τα παλιά εξάσφαιρα πιστόλια του Θεού ενάντια στα κανόνια του Διαβόλου, ηττημένοι από τις χίμαιρες κι από τους Ινδιάνους, χαμένοι από τον κόσμο, καπεταναίοι χωρίς καράβια πια, ξεμείναμε με το ημερολόγιο καταστρώματος κιτρινισμένο απ’ τον καιρό μέσ’ στο σακίδιο ανταρκτικών αποστολών, ξέμπαρκοι εδώ στους αμμόλοφους, κοιτούσαμε το άπειρο και τραγουδούσαμε τα blues.
Κι ήταν πότε, πότε ήταν, σαν ήμασταν μικρά παιδιά, σκαρφαλωμένα στους πύργους της νύχτας, φωνάζαμε τα ονόματά μας προς το διάστημα, με μπίλιες στην τσέπη και μολυβένια στρατιωτάκια, κι ονειρευόμασταν εξερευνήσεις και τόπους μαγικούς, πού να το φανταστούμε.....κράτα καλά παλιόφιλε Κροκόδειλε, κουράγιο.
Μακριά απ’ οπουδήποτε, στην ερημιά παρέα με τους αντικατοπτρισμούς χαμένων καραβανιών και τα φαντάσματα των τσακαλιών, με τις μπότες μου γεμάτες άμμο, ξεμείναμε εδώ σε μια νύχτα απέραντη, που θα κρατήσει αιώνια μέχρι να πάψει η Γη να γυρνάει, μ’ ένα φλασκί μπαγιάτικο νερό και λίγο ξερό καπνό, κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, εγώ κι ο φίλος μου ο Κροκόδειλος τραγουδούσαμε τα blues...
Oh, Let the Midnight Special, Shine Your Light On Me
Yeah, Let it Shine Your Light Down On Me
Down On Me, Oh, Down On me
Lift Me Up So I Can See
Shine Your Light Until I’m Gone
Gimme the Strength To Carry On
Oh Lord, Let It Shine On Me
Let It Shine On Me
Let the Midnight Special
Shine Your Light On Me
Let Your Light From The LightHouse
Shine The Light On Me
Let Your Light From The LightHouse
Shine Your Light On Me
Angels in Heaven, Wrote My Name to Thee
Let Your Light From The LightHouse
Shine Your Light On Me
Oh, Let It Shine On
Shine On
Shine On
Down On Me
Down On Me
Shine Your Light On Me…
22.10.08
ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

.......Εκεί ψηλά στον βορρά, στη Σκωτία, στη νήσο του Skye στις Εβρίδες, έμενα σ’ ένα σπιτάκι σ’ ένα ερημικό μέρος που λεγότανε Neist Point. Απ’ το παράθυρό μου έβλεπα τον φάρο στο ακρωτήρι, δίπλα στους πιο ψηλούς γκρεμούς που έχεις φανταστεί ποτέ σου. Ολόγυρα απέραντα λιβάδια, βράχια κι ερημιά, πιο πέρα ξεχώριζες στο βάθος δυο-τρεις φάρμες, παντού πρόβατα έβοσκαν ελεύθερα, κι όταν φυσούσε ο αέρας δεν σταματούσε για μέρες, κι έκανε κρύο πολύ και δεν μπορούσες να βγεις από το σπίτι. Τις νύχτες άκουγα τα κύματα από τη Βόρειο Θάλασσα, ο άνεμος σφύριζε, οι πόρτες έτριζαν, κι ήταν σαν να ταξίδευα μέσα σ’ ένα πλοίο για τον Βόρειο Πόλο.
Έριχνα τα ξύλα στη σόμπα, τα κούτσουρα είχαν πάνω τους ρόζους που πολλοί έμοιαζαν με πρόσωπα, παράξενα μικροσκοπικά πρόσωπα που σε κοιτούσαν μέσα από το ξύλο. Τα ξύλα έπαιρναν φωτιά, τα κοιτούσα μέσα από το πορτάκι της σόμπας να καίγονται σιγά-σιγά, τα πρόσωπα με κοιτούσαν κι αυτά σιωπηλά μέσ’ από τις φλόγες. Όλοι οι πεθαμένοι πρόγονοι του τόπου, οι παλιοί θαλασσόλυκοι που φεύγανε στο άγνωστο να κυνηγήσουν τις φάλαινες, νεκροί τώρα πια, τους είχανε θάψει σε παλιούς τάφους κάτω από τα δέντρα, περάσανε τα χρόνια, γίνανε ένα με το χώμα, τις πέτρες και τα δέντρα, περάσανε τα πρόσωπά τους μέσα στο ξύλο και τυπωθήκανε εκεί.
Κι ήτανε πάνω στα κούτσουρα οι φάτσες τους, ακίνητες, παραμορφωμένες, σε κοιτούσανε σαν κάτι να θέλανε να σου πουν, αλλά δεν έλεγαν τίποτα. Ίσως να θέλανε να πούνε ιστορίες για τις φάλαινες, πώς τραγουδούσανε τις νύχτες και τις ακούγανε σαν σειρήνες που θέλανε να τους πνίξουν, και τεντώνανε τις ουρές τους έξω από το νερό σαν να τους χαιρετούσαν. Ίσως να θέλανε να πούνε σε κάποιον τις συνταγές που ξέρανε για το πως να φτιάξεις καλό ουίσκι, από ‘κείνο που το πίνεις και εξατμίζεται στη γλώσσα σου, αφήνοντάς σου ένα γαργάλημα στον ουρανίσκο. Ίσως να θέλανε να διηγηθούν αστείες ιστορίες, όπως εκείνες που λένε οι κιθαρωδοί στα παμπ, όταν νιώθουν πολύ μεθυσμένοι για να τραγουδήσουν. Σε κοιτούσανε μέσα από το ξύλο αλλά δεν έλεγαν τίποτα.
Τους έβλεπα να καίγονται μέσα στη σόμπα, κι ήξερα πως τους ελευθέρωνα, οι φλόγες λύνανε τα μάγια που τους κρατούσανε μέσα στο ξύλο, διαλύανε την ξύλινη μνήμη τους που είχε ρουφήξει το δέντρο μέσ’ απ’ το χώμα, γινότανε καπνός που έφευγε από το μπουρί και λευτερωνότανε στον άνεμο, πετούσανε οι ψυχές τους προς τη Βόρειο Θάλασσα, πηγαίνανε πάλι να κυνηγήσουν τις φάλαινες.
Κολλούσα το πρόσωπό μου στο τζάμι, θάμπωνε από τα χνώτα μου κι από τη ζέστη που έβγαζε η σόμπα. Κοιτούσα έξω, στη νύχτα. Εκεί δε νυχτώνει όπως εδώ, δεν πέφτει το σκοτάδι, η νύχτα είναι ένα βαθύ μπλε, όπως το προχωρημένο σούρουπο... Έβλεπα τη μπλε νύχτα μέσ’ από το τζάμι, κι ο φάρος αναβόσβηνε μέσα στην ερημιά. Ζούσε ένας φαροφύλακας εκεί. Του άρεσε πολύ το τσάι, κι όποτε πήγαινα να τον επισκεφτώ πίναμε κανάτες ολόκληρες. Είχε ένα πόδι ξύλινο. Τις νύχτες, μέσα στην ησυχία, στο σπιτάκι μου θαρρούσα πως τον άκουγα να περπατά πάνω κάτω μέσα στο φάρο, τακ-τακ-τακ, άκουγα το ξυλοπόδαρό του να χτυπά στα σανίδια.
Μερικές φορές, ξεσπούσαν τόσο μεγάλες καταιγίδες, που φοβόμουν ότι θα ξεριζώσουν τον φάρο και θα τον κάνουν πύραυλο. Φανταζόμουν τον φάρο να εκτοξεύεται μέσα στην καταιγίδα σαν πύραυλος, και να απομακρύνεται προς το διάστημα, με το φως του ν’ αναβοσβήνει ακόμη, στέλνοντας σήμα της πορείας του μέσα στη νύχτα. Κι ο φαροφύλακας με το ξύλινο πόδι, θα γινόταν αστροναύτης.
Φοβόμουν ότι θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα ανακάλυπτα πως ο φάρος δεν είναι πια εκεί. Πως χάθηκε στην καταιγίδα χθες το βράδυ. Κι έλεγα, για φαντάσου τον γερο-Γουίλυ να πίνει το τσάι του στο φεγγάρι. Το φεγγάρι φαίνεται μεγαλύτερο από τη βόρεια Σκωτία. Ίσως από εκεί να είναι πιο κοντά απ’ ό,τι απ’ εδώ…......
(Ιστορίες που δεν Διηγήθηκε Ποτέ Κανείς, Π. Γ. )
17.9.08
RONNIE DREW (1934-2008 R.I.P.) Έφυγε ο Βασιλιάς της Καρδιάς της Ιρλανδίας

Έφυγε ο Βασιλιάς της Καρδιάς της Ιρλανδίας
Σήμερα πληροφορήθηκα για τον θάνατο του Ronnie Drew, του τελευταίου Ιρλανδού Βάρδου, τον οποίο θαύμαζα και αγαπούσα πάρα πολύ, (για πάρα πολλά χρόνια ακούω πάντα με μεγάλη συγκίνηση τα τραγούδια του), και τον οποίο είχα τη χαρά και την τιμή να συναντήσω από κοντά κάποτε στο Δουβλίνο υπό αξέχαστες συνθήκες...
Ο Ronnie έφυγε στις 16 Αυγούστου 2008, έπειτα από ηρωική μάχη με τον καρκίνο του λάρυγγα, η αρρώστια τού επιτέθηκε στην ίδια την πηγή της συνταρακτικής φωνής του.
Ήταν ο ιδρυτής και τραγουδιστής (μετά μαζί με τον θρυλικό Luke Kelly) του πιο φημισμένου ιρλανδικού folk συγκροτήματος, των Dubliners, και ένας άνθρωπος της καρδιάς, ποιητής, πότης, ιππότης, βάρδος και story-teller.
(Καθόλου άδικο δεν έχει ο Bonno των U2, που πρόσφατα τον χαρακτήρισε ως τον «αδιαμφισβήτητο βασιλιά της Ιρλανδίας»...)
Τα τραγούδια των Dubliners για την ελευθερία, την αγάπη, τα όνειρα, τις χαμένες στον χρόνο ιστορίες, τους ήρωες, για την Ιρλανδία, και για τα μυστικά του Βασιλείου της Καρδιάς, τα άκουγα πάντα σαν φωνές, στίχους και μελωδίες, που ήταν όσο πιο κοντά θα μπορούσε να είναι κάτι -στη σύγχρονη εποχή- στην τέχνη και τη μουσική των αληθινών Κελτών βάρδων του μακρινού παρελθόντος.
Μεγάλωσα με αυτά, μού προσέφεραν αμέτρητες συγκινήσεις και εμπνεύσεις, έμαθα και κατάλαβα τόσα πολλά πράγματα από αυτά, από την εποχή που μόνος τα ανακάλυψα και τα έπαιζα εκπέμποντάς τα από το ραδιόφωνο (στις αξιομνημόνευτα παράξενες ραδιοφωνικές εκπομπές: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο του Φανταστικού, και, κυρίως, Το Πλοίο Φάντασμα, σ' αυτήν την τελευταία τα τραγούδια τους μαζί με άλλα πάντα συντρόφευαν τα ταξίδια του ραδιοφωνικού Κάπταιν Νέμο τον οποίον υποδυόμουν, και, αν δεν κάνω λάθος, πρέπει να ήμουν τότε ο κύριος ένοχος εξαιτίας του οποίου πολλοί άνθρωποι αγάπησαν τα ιρλανδικά τραγούδια που σχεδόν κανείς δεν γνώριζε εδώ τότε, αν συνυπολογίσω και τις πολλές εκατοντάδες κασέτες και CDs που ξαγρυπνώντας ηχογραφούσα σε συνθηματικές συλλογές μετά μανίας, μοιράζοντάς τα σε φίλους σε όλη την Ελλάδα), από εκείνη την παράξενη ραδιοφωνική εποχή της ώριμης νεότητάς μας μέχρι σήμερα, μετά από περιηγήσεις στην Ιρλανδία και που η μουσική συλλογή μου έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις τότε συλλεκτικές προσδοκίες μου.
Η βαριά και τραχιά αλλά τόσο γλυκιά φωνή του Ronnie Drew, και το συναίσθημα που αλάθητα μετέδιδε, ταυτίστηκε για μένα με την αρχετυπική φωνή των παπούδων βάρδων μιας νοσταλγικής πατρίδας της καρδιάς, ενός παράλληλου ρομαντικού κόσμου, που τραγουδούσαν τα μηνύματά τους προς άγνωστους παραλήπτες, εξιστορώντας πράγματα που δεν θα μπορούσες να μάθεις από πουθενά αλλού, στέλνοντας εμπνεύσεις και συναισθήματα που δεν θα μπορούσες να νιώσεις αλλιώς. Ο Ronnie Drew, για μένα, ήταν πάντοτε το παράδειγμα του gentleman βάρδου επαναστάτη, δανδή και ποιητή, που μπορούσε, σαν παππούλης που λέει ιστορίες στα παιδιά γύρω από τη φωτιά, να μεταδώσει απευθείας στην καρδιά κάτι από αλλού, κάτι από πολύ μακριά, αλλά τόσο οικείο, κοντινό, θερμό, κάτι πολύ αφηρημένο αλλά πολύ σπουδαίο. Και δεν είναι λίγες οι φορές που ήπιαμε μαζί με φίλους της καρδιάς ιρλανδέζικο ουίσκυ στην υγειά του -και στη σεβάσμια γενειάδα του- σε απολαυστικές νύχτες πλημμυρισμένες από καλή μουσική και ιδιαιτέρως εξυψωτικά συναισθήματα και ιδέες.
Όλοι οι Βάρδοι είχαν πεθάνει, είχαν φύγει, αλλά πάντα ξέραμε ότι κάπου εκεί πάνω στην Ιρλανδία ζει ο παππούλης ο Ronnie Drew που τραγουδά ακόμη, ακούραστος, για την αγάπη και την ελευθερία, και για όλα τα σημαντικά πράγματα του κόσμου.

Αυτή είναι η μικρή ιστορία της συνάντησής μου με τον Ronnie Drew, που την αναπολώ σήμερα, συγκινημένος στη μνήμη του.
Στο Δουβλίνο, διερευνώντας για το άγνωστο μέρος το οποίο έγραφαν πάνω τους τα εισιτήριά μας της συναυλίας, μάθαμε ότι ο Ronnie θα έπαιζε στο Tallaght, ένα μικρό προάστιο της πόλης, σε ένα θεατράκι. Μάς έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο Ronnie Drew έπαιζε σε ένα μικρό θεατράκι ενός εργατικού προαστίου, ένα τόσο μεγάλο όνομα στην Ιρλανδία, όπως το βλέπαμε εμείς.
Αποφασίσαμε να πάμε με το λεωφορείο, και πήραμε ένα ταξί μέχρι τον σταθμό, και πιάσαμε κουβέντα με τον ταξιτζή, κι εγώ τον ρώτησα αν δεν είναι πια τόσο διάσημος ο Ronnie Drew στην Ιρλανδία (για να παίζει εκεί). Δεν κατάλαβε την ερώτησή μου, σήμερα καταλαβαίνω ότι τον είχα ρωτήσει αν δεν είναι πια τόσο διάσημος ο Καραϊσκάκης, ή κάτι τέτοιο. «Ronnie?», είπε απορημένος, «ev'ry soul knows Ronnie...»
Όταν πήραμε το λεωφορείο πήγα και μίλησα με τον χαμογελαστό γέροντα οδηγό για να τον ρωτήσω σε ποια στάση έπρεπε να κατεβούμε, κι εκείνος, βλέποντας ότι είμαστε «τουρίστες», με ρώτησε τι δουλειά είχαμε στο Tallaght, δεν υπήρχε τίποτε εκεί. Του είπα για τη συναυλία, που θα γινόταν στο μικρό δημοτικό θέατρο, κι εκείνος με κοίταξε με ενδιαφέρον, σαν να κοιτούσε κάποιον πολύ εκκεντρικό τύπο, που ήρθε από την άλλη άκρη της Ευρώπης για να πάει σε ένα θεατράκι στο Tallaght. Προβληματισμένος, μάς είπε ότι την ώρα που θα τελείωνε η παράσταση θα ήταν νύχτα, και δεν θα υπήρχαν πια λεωφορεία, το τελευταίο θα έφευγε λίγη ώρα πριν. Του είπα, δεν πειράζει, θα πάρουμε ταξί, κι εκείνος γέλασε, κι εμείς καταλάβαμε ότι θα δυσκολευόμασταν να βρούμε μεταφορικό μέσο μετά, αλλά ήταν το τελευταίο πράγμα που μάς ένοιαζε. Όταν φτάσαμε, o οδηγός μάς υπέδειξε το μέρος, και, με τα πολλά, μπαίναμε συγκινημένοι μέσα στο θεατράκι που ήταν και κάτι σαν προαστιακό πολιτιστικό κέντρο, νιώθοντας ότι εκείνη τη στιγμή ένα όνειρο γινόταν αλήθεια: ήμασταν στην Ιρλανδία και θα βλέπαμε από κοντά τον Ronnie Drew!
Με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι στις θέσεις του μικρού θεάτρου γύρω μας δεν καθόντουσαν γενειοφόροι επαναστάτες του I.R.A., ποιητές, ονειροπόλοι, μυστικιστές και μελετητές της ιρλανδικής μουσικής, αλλά άνθρωποι της γειτονιάς, παππούδες και γιαγιάδες και θείοι και θείες και παιδάκια, όλοι τους καλοντυμένοι όπως ντυνόντουσαν παλιά σε ένα χωριό για την κυριακάτικη βόλτα. Όλοι μάς κοιτούσαν περίεργοι, διότι ήμασταν οι μόνοι ξένοι εκεί μέσα, και προφανώς αναρωτιόντουσαν τι δουλειά είχαμε εκεί πέρα. Είχαμε κρατήσει θέσεις στην πρώτη σειρά. Ένιωσα σαν να ήμασταν εμείς το θέαμα.
Σε λίγο, προς έκπληξή μας, πάνω στη σκηνή βγήκε μια παιδική χορωδία και τραγούδησε δυο-τρία παλιά γλυκανάλατα ποπ τραγούδια, κι έπειτα πάνω στη σκηνή βγήκε ένας κωμικός, ένας stand-up comedian, και άρχισε τα εξωφρενικά αστεία, με μεγάλη σοβαρότητα, όπως συνηθίζεται στην Αμερική. Συνειδητοποιήσαμε ότι θα παρακολουθούσαμε ένα ολόκληρο πρόγραμμα, επαρχιωτικού στυλ, το οποίο, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα τελείωνε με την εμφάνιση του Ronnie Drew...
Μετά εμφανίστηκε μια πενηντάρα «σέξυ» κυρία φορώντας μία στρας τουαλέτα, και άρχισε να τραγουδά 70s ποπ-γκλαμ και ντίσκο κομμάτια (όπως το I Will Survive), με μεγάλο στόμφο και σκηνική παρουσία που ενθουσίασε το ακροατήριο που χτυπούσε παλαμάκια με τον ρυθμό, κι εμείς κοιτιόμασταν απορημένοι, και η κυρία σε κάποια στιγμή κατέβηκε από τη σκηνή και ήρθε και στάθηκε από πάνω μου τραγουδώντας (προφανώς αναγνωρίζοντας ότι ήμασταν ξένοι, μάς έκανε αυτήν την τιμή), κοιτώντας με στα μάτια, ποτέ στη ζωή μου δεν έχω συγκρατηθεί τόσο μα τόσο πολύ για να μην πέσω κάτω στο πάτωμα από τα γέλια και προσβάλλω και την κυρία και ρεζιλευτούμε. Τέσσερα-πέντε τραγούδια αργότερα η δοκιμασία μου τελείωσε, η κυρία αποσύρθηκε εν μέσω ζητωκραυγών, και στη σκηνή εμφανίστηκε ένα χορευτικό-τραγουδιστικό γκρουπ από πέντε δεκαεξάχρονα κοριτσάκια που τραγουδούσαν και χόρευαν ραπ! Κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να μοιάζουν με τα ινδάλματά τους, και πρέπει να είχαν κάνει εξοντωτικές πρόβες -η όλη ατμόσφαιρα στο κοινό ήταν εκείνη που υπάρχει όταν οι γονείς πηγαίνουν σε μια σχολική παράσταση και ενθαρρύνουν τα παιδιά τους που όμως δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά αλλά όλοι χειροκροτούν όρθιοι.
Αρχίσαμε να έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν τελικά βρισκόμασταν στο σωστό μέρος. Φαινόταν απίστευτο το ότι ο Ronnie Drew θα εμφανιζόταν ανάμεσα από όλα αυτά...
Κι όμως, κάποτε, επιτέλους, τα φώτα χαμήλωσαν κι εμφανίστηκε στη σκηνή ο ζωντανός θρύλος για εμάς. Κρατούσε την κιθάρα του, με ένα ζεστό χαμόγελο κάτω από τη γενειάδα, και τα μάτια του έλαμπαν πίσω από τα μεγάλα γυαλιά. Με την εξαιρετικά χαρακτηριστική φωνή του χαιρέτησε ευγενικά τον κόσμο, όπως χαιρετά κανείς τους θαμώνες όταν μπαίνει σε ένα επαρχιακό pub στην Ιρλανδία, σύστησε τον μουσικό που θα τον συνόδευε (τον σεμνό και σιωπηλό κιθαρίστα Mike Hanrahan, που κάθισε σε ένα ψηλό σκαμνάκι), και άρχισε να μιλά σαν να βρισκόταν μεταξύ φίλων. Κάθε μεγάλη προσδοκία μας επιβεβαιώθηκε με μιάς. Ακολούθησε ένα από τα πιο μαγευτικά συναυλιακά δίωρα που μπορώ να θυμηθώ ότι έχω παρευρεθεί στη ζωή μου. (Ακόμη και σήμερα, παρ' όλο που έχω παρακολουθήσει πολλές δεκάδες αξιοσημείωτες συναυλίες, αυτήν συνεχίζω να τη θεωρώ ως μία από τις δύο ή τρεις καλύτερες που έχω δει ποτέ μου).
Η παρουσία του Ronnie, one-man-show, ήταν τόσο μα τόσο πληθωρική που ένιωθες ότι κυριολεκτικά είχε πλημμυρίσει τη σκηνή, ήταν σαν να είχε εμφανιστεί ένας ολόκληρος στρατός. Το πρώτο τραγούδι με το οποίο ξεκίνησε ήταν το A Bunch of Red Roses for Me.
Κατά τη βάρδικη συνήθεια, πριν από κάθε τραγούδι διηγούταν μια ιστορία, άλλες φορές ήταν η ιστορία που κρυβόταν πίσω από το κομμάτι, άλλες ήταν μια ιστορία από τη ζωή του ή ιστορίες από διάφορες περιστάσεις και γεγονότα στην Ιρλανδία. Ήταν ένας εξαίσιος τύπος ο Ronnie, ένας πολύ σπάνιος άνθρωπος και καλλιτέχνης, (είναι μεγάλο κρίμα που εμείς στην Ελλάδα δεν έχουμε σήμερα μια τέτοια προσωπικότητα). Άλλες φορές με τα λεγόμενα του σε έκανε αληθινά να δακρύζεις, και άλλες να κρατάς την κοιλιά σου από τα γέλια, άλλες φορές να αναπολείς μαζί του αξιομνημόνευτα περιστατικά που δεν έζησες ποτέ, άλλες να συγκινείσαι επικά, και άλλες να θαυμάζεις την ποιητική του ρητορικότητα που σε παρέσερνε με την ευφράδειά και τη μεταδοτικότητά της.
Εκεί, επάνω σ' εκείνη την ταπεινή σκηνή ενός προαστιακού μικρού θεάτρου, έστεκε, ζεστή και υπερήφανη, η ίδια η ψυχή της Ιρλανδίας. Καμία περιήγηση δεν θα μπορούσε να μού τη δείξει τόσο καλά όσο μού την έδειξε, εμένα, έναν ξένο, εκείνο το βράδυ ο βάρδος Ronnie Drew.
Ήταν μία μυστική περίσταση, αυτό ένιωσα. Στο πιο απρόσμενο και ακατάλληλο μέρος, εκεί που κανείς δεν θα το περίμενε, ανάμεσα από τους σαλτιμπάγκους ενός αδιάφορου λαϊκού πανηγυριού, ήταν σαν να είχε εμφανιστεί ένας αληθινός μάγος, κάνοντας αληθινά μαγικά, που όλοι νόμιζαν ότι ήταν τρικ, και ξαφνικά, απροειδοποίητα, αυτός άνοιξε μία πύλη, εκεί, διαθέσιμη και προσβάσιμη μέχρι και για το πιο μικρό παιδάκι της γειτονιάς, μια πύλη για το χιλιοτραγουδισμένο Βασίλειο της Καρδιάς, όπου όλοι ήταν προσκεκλημένοι, όλοι, και οι απλοί μεροκαματιάρηδες με τα κυριακάτικα σακάκια τους και οι γιαγιάδες με το πασατέμπο και τα παιδάκια κι εμείς οι αλλαζονικοί και υπερόπτες ταξιδιώτες από αλλού. Και έρεε το νέκταρ ενός πνεύματος αγίου θα έλεγες, από αυτόν τον άνθρωπο, για τον κάθε άνθρωπο, και για εκείνους που καταλάβαιναν και για εκείνους που δεν καταλάβαιναν και για όλους, κι ήταν πολύ παππούς, βαρύς μάστορας αυτής της μαγικής τέχνης των βάρδων, αλλά με ανάλαφρη καρδιά σαν μικρό παιδί, ένας σοφός ιππότης που είχε καθίσει στο χώμα να παίξει με τα παιδιά και τους ξετύλιγε το αραβούργημα της μνήμης, της φυλής, της τέχνης, των ηρώων, των περιπετειών, των ταξιδιών, των κόσμων μέσα σε κόσμους. Ποτέ πριν δεν είχα ξαναδεί ή ξανανιώσει κάτι ανάλογο σε μία δημόσια συνεύρεση, ήταν κάτι συγκλονιστικό για μένα, ελαφρύ να είναι το χώμα που τον σκεπάζει...
Θα μπορούσα εδώ να διηγηθώ όλες τις ιστορίες που διηγήθηκε μπροστά μου, να περιγράψω τα τραγούδια, τους στίχους, τις ιστορίες, τις εικόνες, αλλά γνωρίζω ότι θα είναι μάταιο. Ήταν κάτι που συνέβη εκείνες τις ώρες, και μόνο εκείνες τις ώρες, εκεί σ' εκείνο το απρόσμενο μέρος, για λίγο, μόνο για εκείνους που ήταν εκεί για να το δουν, να το ακούσουν, να το νιώσουν, και έγινε πια ένα κομμάτι της καρδιάς σου με το πέρασμα των χρόνων. Πώς να ξετυλίξεις την καρδιά σου για να το ξεχωρίσεις απ' όλα τ' άλλα που περιέχει και με τα οποία είναι αναπόσπαστη ενότητα πια;
Στο απόγειο της βραδιάς τον θυμάμαι να τραγουδά το Viva La Quinta Brigada, και να απαριθμεί μέσα στο τραγούδι τα ονόματα των Ιρλανδών ηρώων που έφυγαν από την Ιρλανδία και πήγαν και πέθαναν στην Ισπανία στον ισπανικό πόλεμο, τα ονόματα και τη ζωή τους (πώς είναι δυνατόν να διηγήθηκε για τόσους ανθρώπους μέσα σε ένα τραγούδι;) και θυμάμαι εμένα και τον Χάρη να έχουμε ξεσηκωθεί χωρίς να γνωρίζουμε γιατί (δεν ήταν κάτι πολιτικό, ούτε εκείνος φαινόταν να το εννοεί ακριβώς ως τέτοιο, ήταν...κάτι συνθηματικό, κάτι κωδικό, μια αλληγορία για κάτι άλλο, πιο σημαντικό). Νομίζω αμέσως μετά τραγούδησε και το Ojos Negros, στα ισπανικά (είχε ζήσει στην Ισπανία ο Ronnie παλιά), και τα είχε ταιριάξει τόσο πολύ αυτά τα εξωτικά μαζί με βάρδικες μπαλάντες όπως το συνταρακτικό Two Island Swans, το Raglan Road, το The Rare Old Times, το Foggy Dew ή το εξαίσια λυρικά δοσμένο My Brothers in Arms...
Θυμάμαι όλη τη βραδιά σαν σε όνειρο. Κι όπως όλα τα όνειρα, τελείωσε, και είχαμε μείνει έκθαμβοι, κι εγώ κι ο Χάρης και -πράγμα σπάνιο- και τα κορίτσια. Δεν θυμάμαι πόσες φορές πήγε να φύγει και τον γυρίσαμε πίσω για να παίξει κι άλλο. Εκείνο το θεατράκι πήγε να γκρεμιστεί από τα χειροκροτήματα και τον ενθουσιασμό, μέσα στην προαστιακή νύχτα, κάποτε, κάπου στην Ιρλανδία.
Στο τέλος, και καθώς ο κόσμος έφευγε και όλοι μάς χαιρετούσαν (είχαν νιώσει ότι είχαμε συμμετάσχει σε κάτι δικό τους και είχαμε ανταποκριθεί σωστά σε αυτό, ή κάτι τέτοιο), ζαλισμένοι από την περίσταση, κοντοσταθήκαμε στην πόρτα. Είχαμε έρθει από τόσο μακριά και ο Ronnie Drew βρισκόταν μερικά μέτρα πιο πέρα κάπου εκεί κοντά. Δεν μπορούσαμε απλά να φύγουμε! Έπρεπε να πάμε να του μιλήσουμε. Βγήκαμε κρυφά από την πίσω πόρτα σε ένα σκοτεινό προαύλιο δίπλα σ' ένα πάρκινγκ. Είδαμε μπροστά μας το συγκρότημα με τα κοριτσάκια που χορεύανε ραπ. Στείλαμε τα κορίτσια να τους μιλήσουν, το έπαιξαν θαυμάστριες για να μη τις στεναχωρήσουν και σύντομα τις ρωτούσαν πού είναι ο Ronnie Drew. Μάς έδειξαν την πόρτα μιας αποθήκης δίπλα στο θέατρο.
Πήγαμε να τη χτυπήσουμε, αλλά η πόρτα άνοιξε και βγήκε ο Ronnie. Φορούσε ένα γκρίζο πανωφόρι και κάπνιζε το παλιό καλό πούρο του. Μάς είδε και γελούσε, σαν να μάς περίμενε! Εμείς και ο Ronnie Drew, μόνοι μας, μπροστά σε μια αποθήκη μέσα στη μαύρη νύχτα. Πέσαμε στην αγκαλιά του δακρυσμένοι κι εκείνος μάς αγκάλιαζε και γελούσε. Τού είπαμε ότι είχαμε έρθει από την Ελλάδα, ότι ακούγαμε τόσα χρόνια τα τραγούδια του, κι ότι ήρθαμε τώρα επιτέλους να τον δούμε. Μάς άκουγε χαρούμενος και με χτυπούσε φιλικά στην πλάτη, μάς έδινε ευχές, μάς ρωτούσε για την Ελλάδα, ειλικρινά ήμουν τόσο χαρούμενος και συνεπαρμένος που δεν θυμάμαι για ποια πράγματα μιλήσαμε. Θυμάμαι τα υγρά μάτια του, την ικανοποίησή του, τη χαρά του, την ευγένειά του. Η σκηνή ήταν πολύ ιδιαίτερη, δεν θέλαμε να τη χαλάσουμε με φωτογραφήσεις. Ο Χάρης τού είπε, γράψε μας κάτι σε ένα χαρτάκι, να το δείξουμε στους φίλους μας πίσω στην πατρίδα γιατί δεν θα μάς πιστεύουν. Του έδωσα ένα φύλλο από το μικρό σημειωματάριό μου, έκανε πώς βουτάει το στυλό μέσα στην καρδιά του, χαμογέλασε, κι έπειτα έγραψε πάνω σ' εκείνο το χαρτάκι: «God Bless, Pan & Harry, God Bless! Ronnie...»
Η ώρα ήταν περασμένη. Άρχισε να κάνει κρύο. Μιλώντας, καταλάβαμε ότι δεν είχε πάρει λεφτά για να παίξει εκεί, το έκανε «for the people». Σε λίγο τον πήρε ο μαυροντυμένος Mike Hanrahan ευγενικά λέγοντας μας ότι o Ronnie είναι πολύ κουρασμένος, εκείνος αμήχανος από την παρέμβαση δεν ήθελε να μάς αφήσει, αλλά τελικά μπήκαν σε ένα αυτοκίνητο κι έφυγαν, ο Ronnie μάς χαιρετούσε από το παράθυρο με το πούρο ανάμεσα από τα δόντια του. «Failte!»
Μείναμε εκεί ακίνητοι, χαρούμενοι, αέρας φυσούσε, νύχτα, τα κορίτσια κρύωναν. Κοίταξα γύρω μου. Ψυχή πουθενά. Ήμασταν, γι' ακόμη μια φορά, όπως τόσες άλλες, στη μέση του πουθενά.
Απόμακρα φώτα εργοστασίων, άδειοι σκοτεινοί δρόμοι, ερημιά. Βαδίσαμε προς το μέρος απ' όπου είχαμε έρθει μέχρι εκεί. Μπροστά μας, λίγο πιο πέρα, αντικρίσαμε τους προβολείς ενός οχήματος, νομίσαμε ότι ήταν κάποιο φορτηγό. Ήταν το λεωφορείο! Υποτίθεται ότι το τελευταίο λεωφορείο έπρεπε να είχε φύγει πριν από μία ώρα. Τρέξαμε προς το μέρος του. Πλησιάσαμε, ήταν τελείως άδειο. Στο τιμόνι καθόταν χαμογελαστός ο παππούλης οδηγός που μάς είχε φέρει.
«Το ήξερα ότι δεν θα βρίσκατε μεταφορικό μέσο για να γυρίσετε, ξένοι εδώ μέσα στην ερημιά», είπε χαμογελώντας ζεστά, «και είπα να σάς περιμένω. Ανεβείτε να φύγουμε!».
Κάπου εκεί μακριά στην Ιρλανδία, στο Tallaght έξω από το Δουβλίνο, σ' ένα τελείως άγνωστο για εμάς μέρος τότε, σ' έναν άλλο κόσμο, ο οδηγός του λεωφορείου της γραμμής μάς περίμενε για να μάς γυρίσει πίσω, «για να μη χαθούμε». Καλή του ώρα, όπου κι αν είναι τώρα...και αιωνία η μνήμη του βάρδου της καρδιάς, του Ronnie Drew, που ταξιδεύει τώρα για τον παράδεισο, μαζί με τις νεράιδες της Ιρλανδίας, ή για εκείνο το κρυφό μέρος που πηγαίνουν οι βάρδοι όταν φεύγουν από αυτόν τον κόσμο. Σίγουρα φεύγοντας θα τον περίμενε το λεωφορείο, αργοπορημένα μέσα στη νύχτα, θα τον περίμενε για να μη χαθεί, όπως δεν χαθήκαμε κι εμείς και ξέρουμε ακόμη πού βαδίζουμε και γιατί...

click >
The Auld Triangle
Nora
The Dunes
The Rare Old Times
Ojos Negros
Viva La Quinta Brigada
Skibbereen
The Irish Rover (The Dubliners with The Pogues)
And the Band Played Waltzing Matilda
The Holy Ground
Στη μνήμη του Ciaran Bourke (όποιος ξέρει τι βλέπει, καταλαβαίνει)
Raglan Road
The Parting Glass
R.I.P. Ronnie
2.6.08
ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΥΘΕΝΑ

Όπως πολλοί άλλοι (πόσοι είναι άραγε;) έτσι κι εγώ, θα ήθελα να είμαι σαν τον Ρόμπινσον Κρούσο. Ναυαγός σε ένα νησί, να γράφω λίστες με τις προμήθειες από το βυθισμένο πλοίο, να φτιάξω ψάθινη ομπρέλα, να έχω ένα τουφέκι για πιστό σύντροφο, και να ανακεφαλαιώνω τη ζωή μου καθισμένος σε έναν βράχο, αγναντεύοντας τον ορίζοντα για ένα πλοίο που κάποτε θα έρθει για να με πάρει.
Να φτιάξω ένα δικό μου ριψοκίνδυνο καταφύγιο, στην άκρη του πουθενά, και να ξεχάσω τα πάντα για μένα, για όλους, κι όλοι να με ξεχάσουν, και κάθε ημέρα μου να είναι ακριβώς αυτό που φαντάστηκα για αυτήν. Να γράψω όλες τις ιστορίες που θέλω να γράψω.
Έχω επισκεφτεί το σπίτι του αληθινού Ρόμπινσον Κρούσο, στη Σκωτία, στο Upper Largo, στα ψαροχώρια του Fife. Έχει ένα άγαλμά του πάνω από την πόρτα, να κοιτάει με το κυάλι μακριά (ή έτσι το θυμάμαι). Το αληθινό του όνομα ήταν Αλεξάντερ Σέλκιρκ. Όταν τον βρήκε ένα πλοίο για να τον πάει πίσω στην πατρίδα του, οι ναύτες δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί του, γιατί από τη μοναξιά τόσα χρόνια είχε ξεχάσει να μιλάει.
Ήταν εξαίρετος ναυτικός, και με τις γνώσεις του, στη διαδρομή, τους βοήθησε να συλλάβουν ένα ισπανικό πλοίο, στο οποίο τον έκαναν καπετάνιο. Γύρισε πίσω στην πατρίδα πλούσιος από αυτό το κατόρθωμα. Κι όμως, όταν επέστρεψε, τελικά έφτιαξε το σπίτι του μέσα σε μια σπηλιά κι έμεινε εκεί μέσα για δεκαπέντε χρόνια.
Όταν τον ρώτησε ο δοκιμιογράφος που έγραψε για τη ζωή του από την οποία επηρεάστηκε ο Ντιφόου κι έγραψε το γνωστό βιβλίο, ο Σέλκιρκ απάντησε: «ο πολιτισμένος κόσμος δεν μπορεί, με όλες τις απολαύσεις του, να μου δώσει πίσω τη νηφαλιότητα και την ηρεμία της απομόνωσής μου...»
Τελικά γύρισε πίσω στη θάλασσα, στα σαρανταπέντε του, μπαρκάροντας με ένα πολεμικό πλοίο, και πέθανε στο ταξίδι επειδή ήπιε νερό μολυσμένο από μια τροπική ασθένεια.
Ο Σάκλετον ναυάγησε στην Ανταρκτική, το πλοίο του, το Endurance, παγιδεύτηκε στους πάγους και καταστράφηκε, κι ο Σάκλετον έκανε το μεγαλύτερο κατόρθωμα που ξέρω: έφυγε με τους συντρόφους του με μια αυτοσχέδια βαρκούλα από τους πάγους έτοιμοι να συναντήσουν τον θάνατό τους, και ανέλπιστα κάποτε έφτασαν σε ένα παγωμένο ορεινό νησί, το Elephant Island, και τους άφησε εκεί, γιατί δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Ο ίδιος διέσχισε τα παγωμένα βουνά περπατώντας μισοπεθαμένος, μέχρι την άλλη άκρη του νησιού, κι από εκεί με μια βάρκα διέσχισε χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα στον παγωμένο ωκεανό, αντιμετωπίζοντας κύμματα είκοσι μέτρων στα πιο δύσκολα νερά του κόσμου, από ένα θαύμα βρήκε μια στεριά στη South Georgia, και γύρισε στον πολιτισμό με τα πόδια συναντώντας έπειτα από αμέτρητες περιπέτειες μερικούς φαλαινοθήρες, κι έφτασε σχεδόν μέχρι τη Χιλή, σε ένα απίστευτο ταξίδι.
Εκεί, έπειτα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, κατάφερε να βρει ένα πλοίο, και γύρισε πίσω στο παγωμένο νησί και έσωσε όλους τους συντρόφους του.
Όταν γύρισε στην πατρίδα του, αμέσως οργάνωσε ακόμη μια αποστολή στην Ανταρκτική με το πλοίο Quest, με σκοπό να εξερευνήσει όλες τις ακτές της ανεξερεύνητης παγωμένης ηπείρου. Σχεδόν όλοι οι σύντροφοί του από το προηγούμενο ταξίδι, τον ακολούθησαν σε αυτή τη νέα αποστολή!
Στη διαδρομή, έξω από το Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Σάκλετον έπαθε καρδιακό έμφραγμα, αλλά αρνήθηκε να ματαιώσουν την αποστολή και να επιστρέψουν στη Βρετανία. Συνέχισαν για τους πάγους, ώσπου η καρδιά τού Σάκλετον κατέρρευσε λίγο πριν φτάσουν, πέθανε στις 5 Ιανουαρίου του 1922, τελείως φτωχός, στην άκρη του κόσμου, μαζί με καλούς φίλους και γενναίους συντρόφους.
Το σώμα του γενναίου εξερευνητή Σάκλετον θάφτηκε στον καταυλισμό του Grytviken, στο παγωμένο νησί της South Georgia, στον νότιο Ατλαντικό, και ο τάφος του είναι ακόμη και σήμερα εκεί, σημαδεμένος με έναν μονόλιθο που έχει πάνω του χαραγμένο ένα εννιάκτινο αστέρι.
Χρόνια πριν, όταν ετοίμαζε ακόμη την άτυχη αποστολή του Endurance για την Ανταρκτική, ο Σάκλετον είχε δημοσιεύσει αυτή τη θρυλική αγγελία, «Men Wanted»:
«Ζητούνται άντρες: για πολύ επικίνδυνο ταξίδι. Μικροί μισθοί, πίκρες και θλίψη, φριχτό κρύο, μακριοί μήνες στο απόλυτο σκοτάδι, συνεχής κίνδυνος, περιπέτεια, ασφαλής επιστροφή εξαιρετικά αμφίβολη. Τιμή και αναγνώριση σε περίπτωση επιτυχίας... Σερ Έρνεστ Σάκλετον»
O εξερευνητής Κάπταιν Ρόμπερτ Σκοττ και οι σύντροφοί του έφτασαν στην Ανταρκτική με σκοπό να πατήσουν στον Νότιο Πόλο, αλλά ο εξερευνητής Αμούνδσεν και οι Νορβηγοί τούς είχαν προλάβει, έπειτα από έναν πολύμηνο αγώνα. Ο Σκοττ είχε κάνει την άκρη του κόσμου τον σκοπό της ζωής του.
Επιστρέφοντας από τον Πόλο, αυτός και οι τέσσερις σύντροφοί του που είχαν απομείνει ζωντανοί, έπρεπε να διασχίσουν σχεδόν χίλια μίλια με τα πόδια μέσα στους πάγους, στις πιο αντίξοες συνθήκες που θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί άνθρωπος. Είχαν ήδη διασχίσει την απόσταση αυτή και έπρεπε να τη διασχίσουν πάλι στην επιστροφή, και να προλάβουν πριν έρθει ο Απρίλιος και αρχίσει ο μεγάλος ανταρκτικός χειμώνας που θα έφερνε αβάσταχτη παγωνιά και απόλυτο σκοτάδι.
Οι ήρωες αυτοί, έπεσαν πάνω σε φριχτές χιονοθύελλες και παγωμένους ανέμους, έχοντας λιγοστό φαγητό και προμήθειες, καταπονημένοι και αποκαρδιωμένοι.
Ένας από τους συντρόφους του Σκοττ, που είχε τραυματιστεί και είχε πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια, δεν μπορούσε να συνεχίσει, και δεν ήθελε να καθυστερεί τους φίλους του, και, όταν κατασκήνωσαν μέσα σε μια χιονοθύελλα, βγήκε από τη σκηνή μέσα στη θύελλα και απομακρύνθηκε. Τα τελευταία του λόγια ήταν, όπως τα κατέγραψε ο Σκοττ στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνω έξω, και μπορεί να αργήσω λίγο να γυρίσω...» Εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.
Όλοι τους πέθαναν μέσα σε εκείνο το αντίσκηνο από την παγωνιά, ενώ απείχαν μόλις δώδεκα μίλια από την επόμενη αποθήκη τροφίμων και καυσίμων.
Μισό χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1912, μια ομάδα διάσωσης στάλθηκε για να ανακαλύψει τον Σκοττ στους πάγους. Βρήκαν τον Σκοττ και τους ηρωικούς φίλους του στο αντίσκηνό τους καλυμμένο από χιόνι, παγωμένους μέσα στους υπνοσάκκους τους. Βρέθηκε το ημερολόγιο του Σκοττ, στο οποίο έγραφε μέχρι την τελευταία στιγμή, και έθαψαν τα σώματά τους τυλιγμένα με τη σκηνή, κάτω από το χιόνι, κι έτσι οι θλιμμένοι εξερευνητές είναι ακόμη και σήμερα εκεί, άθικτοι, παγωμένοι μέσα στην καρδιά της Ανταρκτικής.
Τα τελευταία λόγια που έγραψε ο Σκοττ στο ημερολόγιό του μέσα στη μοιραία χιονοθύελλα, στη μέση του πουθενά, ήταν τα εξής:
«Αν ζούσαμε, θα διηγούμουν μια καταπληκτική ιστορία, που θα συγκλόνιζε την καρδιά κάθε ανθρώπου... Θέλω να μιλήσω για τους γενναίους συντρόφους μου, που με ακολούθησαν εδώ στην άκρη του κόσμου, και πέθαναν δίπλα μου μέσα στην απόλυτη παγωνιά... Το χέρι μου έχει παγώσει τελείως και δεν μπορώ να γράψω άλλο...»
Στο αστροσκάφος Voyager που έφυγε για να χαθεί για πάντα στο διάστημα, μέσα στον δίσκο που μεταφέρει, για να διαβαστεί από όποιον κάποτε το ανακαλύψει στο Σύμπαν, υπάρχει κι ένα μήνυμα στα ελληνικά:
«Οίτινες, ποτ’ έστε, χαίρετε. Ειρηνικώς, προς φίλους εληλύθαμεν φίλοι…»
15.4.08
ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ

ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ
«Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε, και το τέλος όλης μας της εξερεύνησης θα είναι να ξαναγυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά…»
(Τ. Σ. Έλλιοτ)
(Χ. Φ. Λάβκραφτ)
«Κι αν ακόμη ζούσες τρεις χιλιάδες ή τριάντα χιλιάδες χρόνια, θυμήσου πως κανείς δε χάνει άλλη ζωή απ' αυτήν που ζει τώρα, ούτε ζει άλλη απ' αυτήν που χάνει. Λοιπόν, το πιο μεγάλο χρονικό διάστημα ή το πιο μικρό είναι ίσα. Το Παρόν ανήκει σε όλους. Το να πεθάνεις σημαίνει να χάσεις το Παρόν, που είναι ένα χρονικό διάστημα άπειρα μικρό. Κανείς δε χάνει το Παρελθόν ούτε το Μέλλον, γιατί κανείς δεν μπορεί να χάσει κάτι που δεν έχει. Θυμήσου πως όλα τα πράγματα περιστρέφονται ακούραστα γύρω στις ίδιες τροχιές -και πως για τον θεατή είναι το ίδιο αν τα βλέπει έναν αιώνα, ή δύο, ή όλη την αιωνιότητα...»
«Αυτή η αργή αράχνη που γλιστρά στο φως του φεγγαριού κι αυτό το ίδιο το φως του φεγγαριού, ακόμη κι εσύ κι εγώ, που σιγοψιθυρίζουμε μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού, που συζητούμε για πράγματα αιώνια, δεν έχουμε ήδη υπάρξει στο παρελθόν; Και δεν θα ξανασυναντηθούμε άραγε άλλη μια φορά στο μεγάλο δρόμο, σ' αυτόν τον τεράστιο τρεμάμενο δρόμο, και δεν θα ξανασυναντιόμαστε αιώνια; Αυτά σου έλεγα, όλο και πιο χαμηλόφωνα, γιατί οι πιο βαθιές και οι πιο κρυφές μου σκέψεις μου προκαλούσαν τρόμο!...»
Τον 3ο αιώνα π.Χ. ο φιλόσοφος Εύδημος γράφει: «Αν πιστέψουμε τους Πυθαγόρειους, τα ίδια πράγματα αναπαράγονται με κάθε ακρίβεια και με κάθε λεπτομέρεια, ξανά και ξανά. Και 'σεις θα ξαναβρεθείτε μαζί μου και θα σας επαναλάβω αυτήν τη θεωρία και το χέρι μου θα ξαναπαίξει με τούτο το ραβδί πάνω στο χώμα, και ούτω καθ’ εξής, ξανά και ξανά...»
«...Αν καλλιεργήσουμε τις ψυχικές μας δυνατότητες, θα μπορέσουμε να ζήσουμε δύο ζωές. Μια με το σημερινό ζωντανό κόσμο και άλλη μια με το παρελθόν, με τον κόσμο του Χθες. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν με την ψυχή τους, πέρα από τον κόσμο του Σήμερα. Αυτό που ονομάζουμε θάνατο, δεν είναι παρά η προσωποποίηση του φόβου μας για το Μέλλον, που φέρνει όλες τις αλλαγές που μας ξυπνούν από το λήθαργο των παλιών εαυτών. Δεν πιστεύω ότι θα πεθάνω. Πιστεύω ότι θα έχω μια συνέχεια της ζωής μου, και ξέρω πολύ καλά ότι με τη σκέψη μου θα μπορέσω να επικοινωνήσω με άτομα που ίσως ακόμη δεν έχουν γεννηθεί. Αργά ή γρήγορα, οι άνθρωποι θα πιστέψουν στον Κόσμο των Ονείρων και στη ζωή που συνεχίζεται μετά το θάνατο. Όταν θα γίνει αυτό, η ανθρώπινη υπόθεση θα αλλάξει καθοριστικά, γιατί θα οδηγηθούν στο να εκμεταλλευθούν αυτά τα μυστικά για την εξέλιξη της ψυχής...»
Ο Χρόνος δεν υπάρχει. Το Παρελθόν συνεχίζει να ζει μέσα στο Παρόν και να διατρέχει συνεχώς το Μέλλον. Εμείς είμαστε εδώ αλλά και αλλού, ταυτόχρονα, και όλοι οι Χρόνοι υπάρχουν ο ένας μέσα στον άλλον, ατέρμονα, κι όλα αυτά που υπήρξαν και όλα αυτά που υπάρχουν και όλα αυτά που θα υπάρξουν, υπάρχουν τώρα, αυτή τη στιγμή, αυτή τη μοναδική στιγμή, όλα μαζί, έξω από τον Χρόνο. Κι όλα είναι ένα, το ένα μέσα στο άλλο, κι όλα είναι κάτι άλλο.
Η θέα από το παράθυρο του 2ου ορόφου στις 18:30΄ το απόγευμα στις 28 Φεβρουαρίου 1931 όπως την έβλεπε κάποτε ο Χάουαρντ Λάβκραφτ, ίδια είναι με τη θέα μιας συννεφοκόκκινης κοιλάδας από την κορυφή ενός λόφου ονειρικού σε όνειρο που είδε ο ίδιος τη νύχτας της 14ης Δεκεμβρίου 1917, ίδια είναι με τη γκραβούρα που χάραξε το χέρι του Ντορέ σε σελίδα της Μπαλάντας του Αρχαίου Ναυτικού του Κόλλεριτζ, ίδια είναι με την ανάμνηση που έρχεται και ξανάρχεται στον νου μου για έναν κήπο παιδικό γεμάτο μικρά αγάλματα στο σούρουπο, για ένα πύργο στη φουρτουνιασμένη παραλία πριν από χρόνους αμέτρητους, ίδια είναι με τη θέα απ’ το παράθυρο ενός τραίνου που ταξιδεύει σε ένα δειλινό του 2038 για μια πόλη μακρινή. Ο Χρόνος είναι ψέματα.
Όλα τα βιβλία γράφηκαν την ίδια στιγμή, μια ανείπωτη, απερίγραπτη στιγμή, που πλέει ατέρμονα στη θάλασσα της αιωνιότητας, που δεν άρχισε ποτέ και δεν τελείωσε ποτέ. Κανένας άνθρωπος δεν τα διάβασε.
Ποτέ δεν παραδόθηκε η Ρώμη στους βαρβάρους, ποτέ δεν ξεψύχησε ο Πόε φτωχός και μεθυσμένος στη Βαλτιμόρη, γιατί το 1849 είναι ένας τόπος απρόσιτος που τον ονειρεύονται τα βιβλία, είναι ένας τόπος που ταξιδεύει ατέλειωτα στο παράξενο ημίφως του γαλαξία. Το πρόσωπο του Ηράκλειτου είναι ζωγραφισμένο πάνω στο δίσκο της πανσελήνου, ήταν εκεί ακόμη και τότε που αυτός ονειρευόταν τις φωτιές μέσα στη νύχτα σε μια έρημη εξοχή της Ιωνίας, αλλά κρύβεται και μέσα σ’ ένα καθρέφτη όταν κοιτάχτηκε μέσα σ' αυτόν μια κρύα νύχτα ενός αιωνόβιου χειμώνα ο Ρότζερ Μπέηκον, και μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα του Τζων Ντη, που του την έδωσε ένα απόγευμα ένας άγγελος που πετούσε έξω απ’ το παράθυρό του, ο ίδιος άγγελος που ονειρεύτηκαν ο Μπλέηκ κι ο Σβέντενμποργκ, εκείνος ο άγγελος που διακρίνεται σε μια σταγόνα νερού που στάζει από τη βρύση ενός σπιτιού που χάθηκε στην άβυσσο του Χρόνου μιας Θεσσαλονίκης που δεν υπάρχει πια παρά μόνο μέσα στις μνήμες μου, αλλά δεν τον είδε κανείς, «άγγελε, που είσαι όλο χαρά, ευτυχία και φως μονάχα, ξέρεις την αδικία, τις θλίψεις, τα ντροπιάσματα, την άγνοια και την πλήξη;» γράφει ο Μπωντλαίρ γι’ αυτόν, αιώνες μακριά απ’ οπουδήποτε, έχοντας το ίδιο χαμένο βλέμμα που είχε για λίγο η Γκοζίμα στις 22:17’ μιας Κυριακής, όταν ο Νίτσε της φώναξε «σ’ αγαπώ», κι όταν την ίδια στιγμή ένα ελάφι στο Κεμπέκ κοιτούσε τις κορυφές των δέντρων που έπαιζαν με τον άνεμο μέσα στη νύχτα, τον ίδιο άνεμο που φύσηξε απ’ το ανοιχτό παράθυρο και κυμάτισε τις κουρτίνες μέσα στο δωμάτιο του Χάουαρντ Λάβκραφτ ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1937, κι αυτός δεν το ’ξερε ότι σε πέντε μέρες θα πεθάνει.
Ο Χρόνος είναι ψέματα.
Άνθρωποι που χάθηκαν μέσα στους καιρούς. Παντού ξανασυναντιούνται. Ηλιοβασίλεμα λουσμένο μ’ αναμνήσεις, μια ερημική παραλία μ’ έναν ύποπτο άνεμο, ένα υπόγειο δωμάτιο και ψιθυριστές ιστορίες, κάποιος παίζει μια ανήκουστη μελωδία στο πιάνο, δεν θα την ακούσει ποτέ κανείς, κάποιος βαδίζει μόνος κι είναι νύχτα, δεν τον βλέπει κανείς, εκείνο το εγκαταλειμμένο σπίτι που κάποτε πρέπει να το εξερευνήσουμε είναι και θα είναι στοιχειωμένο στους αιώνες των αιώνων. Ένα όνειρο που το ξέχασα, σήμερα το ονειρεύεται κάποιος άλλος. Κάποιος βγαίνει μέσα από το σκοτάδι και πυροβολεί τον Ιούλιο Βερν, οι σφαίρες τον αφήνουν κουτσό, δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στα ταξίδια που ήθελε και το μόνο που μπόρεσε ήταν να γράψει γι' αυτά, και πόσοι άνθρωποι άραγε ταξίδεψαν μέσα από αυτά τα γραπτά; Η Καρδιά του Σκοταδιού και η Ουλαλούμη, το Xanadu και ο Ιπτάμενος Ολλανδός, ο Τζακ Λόντον βάζει το ρεβόλβερ στον κρόταφο, ένα τραγούδι από ένα μακρινό τόπο, κάποιος ουρλιάζει τα βράδια στις γειτονιές, ένας γέρος με τρελό βλέμμα ψάχνει στα σκουπίδια απέναντι από το σπίτι μου, ο Αλμπέρ Καμύ στρίβει τη γωνία για το δυστύχημα, ένας προδότης στο εκτελεστικό απόσπασμα, μια παρέα παιδιών κυνηγά μια γάτα, τα μάτια της κοιτούν με αγωνία τον ουρανό, ένας φτωχός ποιητής πουλάει στο καφενείο τα ποιήματά του για τον Λόρκα, τον θυμάμαι ακόμη, κορίτσια που γελούν ανέμελα, ένα τηλέφωνο που χτυπά αλλά κανείς δεν το σηκώνει, ένας στρατιώτης στη σκοπιά σημαδεύει το φεγγάρι, από τον ουρανό κατεβαίνει η Νέα Ιερουσαλήμ, προσγειώνεται χωρίς κανείς να τη δει. Κάποιος βγαίνει μέσα από το σκοτάδι και πυροβολεί τον Ιούλιο Βερν…
Η χαμένη αλληλογραφία του Λάβκραφτ, το χαμόγελο του συνταγματάρχη Τσέρτσγουορντ, ο Ρεμπώ λαθρέμπορος όπλων στην Αβησσυνία, μια θολή ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ρόμπερτ Τσέημπερς, ένας παλιός δίσκος του Ντοκ Γουάτσον του τυφλού βάρδου, η φυματίωση του Χανκ Γουίλιαμς, μια ταινία με τη θλίψη του Μπόρχες, παλεύει ο Χουντίνι με τις αλυσίδες στον βυθό ενός ποταμού, ο Μπέλα Λουγκόσι τρελάθηκε και πίστευε πως είναι ο Ντράκουλα, ένα σημείωμα που έγραψε ο Σκοττ μέσα σ’ ένα αντίσκηνο στην Ανταρκτική, ένα σκουριασμένο σπαθί που κάποτε το χάιδεψε ο Σαλαντίν, ένα σκιτσάκι του Φώτη Κόντογλου, κι ένα παράξενο όνειρο του Φραντς Κάφκα.
Ο Μέλβιλ στο Μόμπυ Ντικ γράφει σελίδες επί σελίδων για να περιγράψει την τρομερή λευκότητα της φάλαινας, ο Καρυωτάκης δίπλα στο κύμα κάπου στην Πρέβεζα οπλίζει το πιστόλι, κι ο Κουράνις ακόμη βασιλεύει στη Σελεφαΐς και στη Σεράνιαν, κοιμάται ο Κθούλου κι ονειρεύεται στο βυθισμένο παλάτι του στο βυθό του Ειρηνικού, κι ένας ζωγράφος που ταξιδεύει από πίνακα σε πίνακα δεν έχει να πληρώσει το ρεύμα, φτωχός ο Βιλλιέ ντε Λιλ Αντάμ γράφει τα διηγήματά του πάνω στις χαρτοπετσέτες ενός καπηλειού, κανείς δεν είδε το απερίγραπτο βλέμμα του κύκνου που πέταξε πάνω από τις καλαμιές προς τα δυτικά χθες το βραδάκι, πριν την αρχή του Χρόνου ένας άνθρωπος γυμνός ανακαλύπτει έκθαμβος τη φωτιά και μια μάγισσα τραγουδά μέσα στις φλόγες μιας πυρράς που δεν την άναψε ακόμη η Ιερά Εξέταση.
Ένα τραίνο παλιό παίζει ρυθμούς πάνω στις ράγες του σιδηρόδρομου και νανουρίζει τον δεκανέα Χίτλερ σ’ ένα ταξίδι προς τη Βιέννη, κι η Ιρλανδία είναι ελεύθερη, στην Ελλάδα κανείς δεν άκουσε ακόμη για τον Όμηρο, κι ο Γκυ ντε Μωπασάν γράφει την τελευταία γραμμή του Χόρλα, ένα πλάσμα αόρατο τον παρακολουθεί, ο Κόνγουεη ακόμη ψάχνει για τη Σάνγκρι-Λα, κι ο καπνός από το τσιγάρο μου ίδιος είναι μ’ εκείνον που σκέπασε τη βιβλιοθήκη στην Αλεξάνδρεια.
(Ο Λάιμπνιτς έγραφε: «Αν το πνεύμα έπρεπε να ξανασκέφτεται την κάθε σκέψη του, θα αρκούσε να αντιληφθεί μία μονάχα αίσθηση, για να τη σκεφτεί, και για να σκεφτεί ύστερα τη σκέψη, και ύστερα τη σκέψη της σκέψης, και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον...» Σημείωσε ότι είναι κάποιες σκέψεις του για τη φύση του Θεού...)
Η διαδικασία που πρότεινε ο Dunne για την απόκτηση ενός άπειρου αριθμού Χρόνων είναι η εξής: θεωρεί δεδομένο ότι το Μέλλον υπάρχει ήδη με όλες τις λεπτομέρειές του. Προς αυτό το προϋπάρχον Μέλλον κυλά ο απόλυτος ποταμός του Κοσμικού Χρόνου, η θνητή ζωή μας. Αυτή η ροή απαιτεί έναν καθορισμένο Χρόνο. Θα έχουμε, λοιπόν, έναν δεύτερο Χρόνο, εντός του οποίου πρέπει να κυλήσει ο πρώτος, έναν τρίτο Χρόνο, για να κυλήσει ο δεύτερος, και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον. Σ' αυτούς τους παράλληλους Χρόνους, κατοικούν αδιάκοπα τα αδιόρατα υποκείμενα που αναπαράγει αυτός ο πολλαπλασιασμός. Υποκείμενα που βρίσκονται το ένα μέσα στο άλλο, παρατηρώντας τους Χρόνους που τους αναλογούν, αλλά όλα βρίσκονται το ένα μέσα στο άλλο.
Πριν ξεψυχήσει, ο Έντγκαρ Πόε ψιθύρισε: «Κύριε, βοήθησε τη φτωχή μου ψυχή…»
Το Κοράνι γράφει: «…Ο Κύριός σου δε σε εγκατέλειψε. Δε σε βρήκε ορφανό και σου έδωσε στέγη; Δε σε βρήκε διψασμένο και σου έδωσε νερό;…» Θυμήσου, Κύριε, τον Άρθουρ Μάχεν, που περπάτησε πάνω στους λόφους του ονείρου κι έγραψε κάποτε σε μια σελίδα ημερολογίου (κι είναι σαν να το έχουμε γράψει όλοι μας):
«Ενώ εγώ βρίσκομαι εντελώς μόνος, μέσα στο μικρό δωμάτιό μου, χωρίς φίλους, έρημος. Συνειδητοποιώντας ως το βάθος της καρδιάς μου την ολοκληρωτική μου αδεξιότητα. Κι όσες φορές σκέφτηκα να δοκιμάσω να χειριστώ τον υπέροχο λόγο της Λογοτεχνίας, περιπλανιέμαι αμήχανος μέσα στον κόσμο της φαντασίας, χωρίς να ξέρω που πηγαίνω. Αναζητώ ψηλαφώντας το δρόμο μου, όπως ένας τυφλός, και χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο, όπως ένας τυφλός. Κανείς δε με βοηθά, δεν έχω κανένα φίλο, κανένα να με συμβουλέψει, κανένα να με παρηγορήσει…»
μια σκιά σ’ ένα παράθυρο αγναντεύει τους δρόμους,
άνθρωποι που εξαφανίστηκαν το βράδυ, καθώς γύριζαν στο σπίτι…
Ο Dunne μάς διαβεβαιώνει με τον πιο υπέροχο τρόπο ότι:
«Ο θάνατος θα μας διδάξει τον σωστό χειρισμό της αιωνιότητας. Θα ξαναβρούμε όλες τις στιγμές της ζωής μας, και θα τις συνδυάσουμε όπως μας αρέσει. Ο Θεός, οι φίλοι μας, ο Ιούλιος Καίσαρ και ο Σαίξπηρ, θα συνεργαστούν μαζί μας σ' αυτό το παιχνίδι...»
Αυτό το κείμενο που γράφω εδώ, δεν πρόκειται να σβηστεί ποτέ, θα υπάρχει για πάντα και για πάντα.
Τίποτε δεν πέθανε, ποτέ.
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ.
Κι όλα θα ζουν, για πάντα, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
20.3.08
ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΝΩ
Υπάρχει ένα μεγάλο μυστικό στον κόσμο, και το μαθαίνουν μονάχα αυτοί που φεύγουν από τον κόσμο.
Ο χειμώνας απομακρύνεται, και παίρνει μαζί του τον Sir Arthur C. Clarke, τον Dr. Christopher S. Hyatt, και τον Gary Gygax. Πεπρωμένα που συνεχίζονται προς άγνωστη κατεύθυνση.
Όλος ο κόσμος επηρεάζεται από όλον τον κόσμο, πρέπει να κάνεις μια μεγάλη υπέρβαση για να επηρεάσεις εσύ τον κόσμο, εσύ μόνος σου, κι αυτό γίνεται διακριτό μόνο όταν φεύγεις. Όταν δηλαδή δεν έχει πια και τόση σημασία.
Συνεχίζουν να με συγκινούν τα βιβλία. Εκεί μέσα ζουν όλοι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Αλλά, μάλλον, δεν είναι πια άνθρωποι, είναι κάτι άλλο. Έχουν περάσει στον κόσμο των ιδεών, έγιναν κάτι για το οποίο μπορείς να συζητήσεις σήμερα το βράδυ, μαζί με τους δικούς σου ανθρώπους, χωρίς ποτέ να ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάς ακριβώς. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ιδεών, έτσι τις ξεχωρίζεις από όλα τα άλλα πράγματα του κόσμου: έχουν μια αρχή, το σημείο στο οποίο ήρθαν σε επαφή μαζί σου, και δεν έχουν τέλος, οι ιδέες είναι αυτό που δεν τελειώνει όταν εσύ θα τελειώσεις.
Μπορείς να ανιχνεύσεις την ιδέα, μπορείς να συζητήσεις για μια ιδέα, διερευνώντας την πορεία της, αλλά δεν μπορείς να συζητήσεις για την ιδέα αυτήν καθ' αυτήν.
Έχουν αυτό το κοινό με τους ανθρώπους: κανείς δεν ξέρει από πού ήρθαν και κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνουν, ούτε πώς...ούτε γιατί...
Μου αρέσει να φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε κοινό μεταξύ τους. Ο καθένας ζει μέσα στις σκέψεις του και στη φαντασία του, έχει παρασυρθεί στο δικό του μονοπάτι, κανείς δεν είναι στ' αλήθεια εδώ. Σκοντάφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον, βλέπουμε αυτό που θέλουμε να δούμε, καταλαβαίνουμε αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε, όταν θέλουμε, και συνεχίζουμε να βαδίζουμε στο πολύ ιδιωτικό μας μονοπάτι. Ο κόσμος καταστρέφεται πίσω μας έπειτα από κάθε μας βήμα. Κι ο κόσμος ξεπροβάλλει μπροστά μας έπειτα από το επόμενο μας βήμα. Βήμα στο βήμα υπογράφουμε με τον εαυτό μας τον χάρτη του κόσμου όσο μας αφορά. Κι όμως, τίποτε δεν μας αφορά. Είναι όλα στιγμιότυπα. Κι όλα δεν είναι παρά συνδέσεις που οδηγούν πίσω σ' εμάς. Ίσως αυτό σημαίνει ότι μας αφορούν τα πάντα.
Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αν θέλουμε. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Και όλα γίνονται, όλα συμβαίνουν, όλα συνέβησαν και όλα θα συμβούν. Η ιστορία του εαυτού μας είναι ένα συμβάν ανάμεσα σε όλα τα άλλα, και είναι ένα συμβάν που συμβαίνει μόνο για τον εαυτό του, ένα συμβάν στο οποίο συμβαίνουν όλα τα συμβάντα, αλλά και κανένα έξω από αυτό. Φυσικά, πρόκειται για μια παραδοξολογία, αυτό είναι η πραγματικότητά μας: μια διαρκής εκπαίδευση στο παράδοξο.
Είναι πολύ παράδοξο που μετατρέπουμε συνέχεια το παράδοξο σε κάτι συνηθισμένο, σε κάτι οικείο, σε κάτι δικό μας, ιστορικό, αναμνηστικό, ένα σουβενίρ της πραγματικότητας. Α, ναι...τί θα ήμασταν χωρίς τη μνήμη μας;
Ό,τι θυμόμαστε είναι δικό μας. Στην ουσία, αυτό που αποκαλούμε «εαυτό μας» δεν είναι παρά οι μνήμες μας. Απ' όσο ξέρω, μονάχα η φαντασία μάς οδηγεί έξω από τις μνήμες μας, δηλαδή έξω από τον εαυτό μας, δηλαδή έξω από τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.
Άγιοι για μένα είναι οι άνθρωποι που αξίζουν να τους θυμόμαστε, που ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου θα χανόταν για εμάς αν τους ξεχνούσαμε, και, φυσικά, είναι οι άνθρωποι που βοηθούν τη φαντασία μας να φαντάζεται όλο και περισσότερα πράγματα, εκείνοι που μάς βοηθούν να απομακρυνόμαστε.
Ο μόνος άξιος αγώνας είναι αυτός που γίνεται για την προέκταση της πραγματικότητας. Αυτό πιστεύω.
Κι επειδή καμιά άλλη πραγματικότητα δεν ξέρουμε πέρα από τη δική μας, είναι εκείνος ο αγώνας που γίνεται για την προέκταση του εαυτού μας. Την προέκταση του κόσμου. Προς το Άγνωστο.
Στον αγώνα μας αυτό, με τις δράσεις του, τελικά προεκτείνονται και οι άλλοι άνθρωποι, μέσω της ιστορίας των ιδεών, όπως αυτή καταγράφεται στις μνήμες, όπως αυτή καλλιεργεί τη φαντασία, κι έτσι είναι που προεκτείνεται κι ο κόσμος προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Μεγάλος μυστικός πόλεμος γίνεται για αυτές τις κατευθύνσεις...
Ας μην σας αποπροσανατολίζει η απογοήτευση. Προεκτεινόμαστε προς τα πάνω. Πορεία προς τα Άνω. Όλα εξ Άνωθεν. Αλλιώς ξαναγυρίζουμε στα ίδια, όλα εδώ γύρω είναι...
O Sir Arthur C. Clarke θα μείνει αθάνατος μέσα από τα έργα του, και το πνεύμα του θα ταξιδέψει μαζί με τους πρωτοπόρους ταξιδευτές στο διάστημα κατά τη μετανάστευσή μας σε άλλους πλανήτες, όπως το ονειρευόταν πάντα, και θα μιλήσουμε για αυτόν στους εξωγήινους πολιτισμούς που κάποτε θα συναντήσουμε.
Ο Dr. Hyatt θα επιβιώσει μέσα από τις φράσεις που άρθρωσε, και που εισχώρησαν στον νου του καθενός στον οποίο δίδαξε μια επανάσταση που κάποτε θα γίνει χωρίς αυτόν, και το ίδιο μαγικά πολλοί άνθρωποι θα κάνουν αυτό που κάποτε αυτός θέλησε, χωρίς να τον γνωρίζουν.
Ο Gary Gygax ο εμπνευσμένος πατέρας των Role Playing Games, δημιουργός του Dungeons & Dragons και του TSR, ένας αφοσιωμένος συγγραφέας του Φανταστικού, θα συνεχίσει να αναπαράγει εξομοιώσεις της πραγματικότητας διδάσκοντας εμμέσως ότι η πραγματικότητά μας είναι ένα παιχνίδι ρόλων και εξομοιώσεων. Κάποιος ήδη παίζει τον ρόλο του, κι έτσι αυτός ποτέ δεν θα φύγει, αλλά θα συνεχίσει να παίζει εδώ το μεγάλο παιχνίδι...
«Ο κόσμος είναι ένα θλιμμένο μέρος, αλλά γιατί να μη νιώθει ο ίδιος τη θλίψη του και να τη νιώθω μόνο εγώ;...» αναρωτιόταν ο J. K. Chesterton, δικαίως.
Όλα τα νιώθω μόνο εγώ, και τίποτε δεν με νιώθει στ' αλήθεια.
Αλλά υπάρχουν ορισμένα συγκλονιστικά πράγματα που μπορούμε να νιώσουμε απόψε το βράδυ, και μάς περιμένουν -υπομονετικά ή καραδοκώντας, όπως το δει κανείς- για να τα νιώσουμε. Έρχονται από ψηλά. Να τα νιώσουμε, για πρώτη φορά. Να αρχίσουμε έτσι την Επαφή με κάτι έξω από εμάς, που μπορεί να γίνει δικό μας, που μπορεί να μας αλλάξει, να αλλάξει τον κόσμο.
Υπάρχει μια πύλη μέσα στη θλίψη, που οδηγεί πέρα από τη θλίψη, σε όλα τα μυστικά του κόσμου, αυτό έγραφε ένα αρχαίο κείμενο, ή εγώ το φαντάστηκα ότι το έγραφε. Τα κείμενα δεν γράφουν, οι άνθρωποι γράφουν.
Και οι άνθρωποι δεν γράφουν τίποτε αν δεν τους διαβάσεις.
Όλα έγιναν επειδή τα είδες.
Θα μπορούσες να μην έχεις δει τίποτε.
Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα έτσι, να μην είχες δει τίποτε.
Είναι τόσο κρίμα που πάντα βλέπεις τόσα λίγα...
4.3.08
27.12.07
ΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ
Τώρα που γράφω, προηγουμένως ένας φίλος μου παλιός μου έστειλε ένα μήνυμα: «Καλό βράδυ! Πέτρος». Έχω να τον δω ή να του μιλήσω δέκα χρόνια! (Και πιο πριν, άλλα τόσα). Ποιος ξέρει τι θυμήθηκε από μένα μέσα στη νύχτα, και μου έστειλε αυτό το μήνυμα στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Δεν ήξερε τι να μου πει, έπειτα από τόσο καιρό. Καλό βράδυ! Για μια στιγμή θέλησα να του απαντήσω «Επίσης! Παντελής», αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να έμενε με την ιδέα ότι έστειλε αυτό το μήνυμα μέσα στη νύχτα, στο άγνωστο, απ' όπου κανείς δεν περιμένει απάντηση, κι έτσι δεν είπα τίποτε. Αναζητούσε κι αυτός τα χαμένα του χρόνια, που είχαν γίνει πρόσωπα, ιστορίες, παρελθόντα που όλοι ονειρευόμαστε να τους στείλουμε ένα μήνυμα και να μας απαντήσουν, να μας πουν τι γίνεται πίσω στον χρόνο, τον χρόνο που μας άφησε, τον χρόνο που απολιθωμένος κάπου μας άφησε όπως ήμασταν, τον χρόνο που μας ασπρίζει τα μαλλιά, όσα μείνανε, στα παρελθόντα που όλοι νοσταλγούμε, να πάρουμε μια απάντηση από το παρελθόν, ή έστω να στείλουμε πίσω στο παρελθόν μας ένα μήνυμα, «καλό βράδυ!». Ακόμη νύχτα είναι φίλε, δεν ξημέρωσε ποτέ, ακόμη μεθάμε και γελάμε με παράξενες ιστορίες και ονειρευόμαστε περιπέτειες, όπως όταν ήμασταν μικροί, σε όμορφα δειλινά που χάθηκαν για πάντα, αλλά που ζουν ακόμη μέσα στον λαβύρινθο του μυαλού μας, τριγυρνώντας σαν φαντάσματα μέσα στους διαδρόμους, συγκρουόμενα με τις ελπίδες και τα όνειρά μας, τα κατορθώματά μας, τις φαντασιώσεις άλλων εαυτών μας, που ποτέ δεν υπήρξαν αλλά ίσως κάποτε να υπάρξουν, σε μια άλλη ζωή, όταν εγώ δεν θα είμαι εγώ, εσύ δεν θα είσαι εσύ, αλλά και οι δύο θα είμαστε κάποιος άλλος, ίσως, κάποτε, κάπως, κάποιος. Έτσι ταξιδεύουν τα μηνύματα μέσα στη νύχτα, σταλμένα χωρίς λόγο, από μια κρυφή παρόρμηση, με αγωνία, προς άγνωστο πια παραλήπτη, αναπάντητα.
Σε λίγες μέρες έρχεται το 2008. Ποτέ μου δεν περίμενα ότι κάποτε θα ζω στο 2008. Πάντα ήταν από τις χρονολογίες που για τη γενιά μου συνδεόταν με την επιστημονική φαντασία. Πριν από τόσα χρόνια, δεν το ήξεραν οι παρέες μας ότι οι άνθρωποι θα είναι κολλημένοι σε κινητά τηλέφωνα, στο internet, σε οθόνες τηλεοράσεων και ηλεκτρονικών υπολογιστών, σαν ζόμπι από τις ταινίες του Ρομέρο, σαν νεκροζώντανοι που συνεχίζουν να κάνουν αυτοματικά αυτό που έκαναν όταν κάποτε ζούσαν, κι όλοι θα είναι τόσο μόνοι, τόσο απεγνωσμένοι, κι όλοι θα ακούνε τα λαϊκά που μισούσαμε, θα υπολογίζουν με το κομπιουτεράκι τους λογαριασμούς, θα στήνονται στις ουρές των τραπεζών, των λεωφορείων, των δημόσιων υπηρεσιών, των κινηματογράφων, των γάμων, των κηδειών, των τίγρεων. Κι όλοι κοιμούνται όρθιοι, χωρίς όνειρα, χωρίς ξυπνήματα, χωρίς καν κουβέρτες, μέσα στο κρύο.
Η Οδύσσεια του Διαστήματος ήρθε και πέρασε, από το 2001 ακόμη, κανείς δεν την κατάλαβε. Τώρα έρχεται το 2008. Ο κόσμος είναι αυτό που πάντα ήταν. Ένα ανελεύθερο μέρος, γεμάτο αδικία, παράνοια, ατιμία, λάθη, αλαζονεία, μίσος, φόβους, κι ο κόσμος ακόμη περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία…ποιανού πράγματος; Δεν ξέρουν καν για ποιο πράγμα μιλάνε. Βαρέθηκα να μιλούν οι άνθρωποι και να μην ξέρουν για ποιο πράγμα μιλάνε. Είναι καλύτερα να ξέρουν και να μη μιλούν για ποιο πράγμα ξέρουν, (όχι από μυστικισμό, απλά, έτσι, για ποικιλία).
Μετρώ τους νεκρούς μας, τις απώλειες. Χαμένοι φίλοι, χαμένοι συγγραφείς, χαμένα είδωλα, καλλιτέχνες, ήρωες, ακόμη και άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε ποτέ τίποτε γι' αυτούς αλλά θα θέλαμε τόσο πολύ να τους είχαμε γνωρίσει αν γνωρίζαμε κάτι γι' αυτούς, κι ακόμη κι αυτοί χάθηκαν, ναι, πρέπει να χάθηκαν πολλοί ακόμη κι απ' αυτούς. Όλοι αυτοί, οι νεκροί μας, δεν το είχαν φανταστεί ότι δεν θα ζήσουν το 2008. Έκαναν όνειρα για τις μακρινές χρονολογίες. Φανταζόντουσαν εξελίξεις, μελλοντικές περιπέτειες, νέους φίλους, νέα βιβλία, νέα τραγούδια, ταξίδια, ανέλπιστες ευκαιρίες, ήττες και θριάμβους, ένα καλύτερο σπίτι, ένα οποιοδήποτε μέλλον. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Δεν ξέρουμε ποια χρονολογία θα μείνει για εμάς φανταστική.
Ζούμε μέσα στη φαντασία μας, έτσι κι αλλιώς. Δεν ανησυχώ. Ξέρω τι συμβαίνει.
Ο Ηράκλειτος είχε ένα αγαπημένο φαγητό, είχε παιδική ηλικία, είχε όνειρα, αλλά όλοι ξέρουν πια γι' αυτόν μόνο το ποτάμι, και τη φωτιά. Ο Όμηρος δεν ήταν ο Οδυσσέας ή ο Αχιλλέας, αλλά όλοι ξέρουν πια μόνο τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, κανείς δεν ξέρει τίποτε για τον Όμηρο. Ο Ρόμπερτ Λουίς Στήβενσον πρέπει να είχε ένα τετραδιάκι με διευθύνσεις φίλων, σημειώματα, λίστες για ψώνια, και πρέπει να είχε ένα αγαπημένο πουκάμισο, μια πίπα, μια αγαπημένη κουβέρτα, ένα τατουάζ που του άρεσε πάνω στο δέρμα μιας ιθαγενούς στη Σαμόα, μια χιλιοειπωμένη προσευχή, δεν ήξερε ότι το μόνο που θα έμενε από αυτόν θα ήταν το Νησί των Θησαυρών και ο Δόκτωρ Τζέκυλ, οι Νέες Χίλιες Και Μία Νύχτες, και κάτι ποιήματα για τα παιδάκια. Ο Νταβίντσι δεν είχε μόνο τη Τζοκόντα, είχε και μάνα, και κανείς δεν μνημονεύει το χαμόγελό του.
Ζούμε μέσα στη φαντασία μας, έτσι κι αλλιώς.
Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε το 2008, μετά Χριστόν, κι ούτε που ξέρουμε τίποτε για το 2008 προ Χριστού. Έτσι, κάποτε κανείς πια δεν θα θυμάται τίποτε για το 2008 μας.
Δεν είμαι πια το παιδί που ήμουν κάποτε, 2008 αιώνες πριν. Είναι σαν να έχουν περάσει αιώνες, σαν να μην ήμουν εγώ ποτέ. Τώρα έχω παιδιά δικά μου. Και δεν μπορούν να παίξουν στις αλάνες που εγώ κάποτε έπαιζα. Έχουν χαθεί σε εναλλακτικούς χωροχρόνους, και τα παιδιά μου μπορούν να μάθουν για τις περιπέτειές μας σε αυτές τις αλάνες, μόνο μέσα από μένα. Θα τους μεταφέρω μια ζωή που δεν είναι δική τους, μέσα στη δική τους, όπως κάνουν όλοι οι γονείς. Κάποτε, σύντομα, δεν θα θυμούνται τίποτε από το 2008 μας, είναι μικρά ακόμη. Δεν θυμάμαι τι θυμόμουν όταν ήμουν στην ηλικία τους. Οι δυνάμεις του σκότους με κρατούν μακριά από την αληθινή ζωή μου, το ίδιο θα συμβεί και στα παιδιά μου, στα παιδιά μας. Και το φως που παράγουμε με την ελπίδα μας, δεν είναι ποτέ αρκετό, για να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του σκότους, δηλαδή την άλλη πλευρά του νομίσματός μας, την άλλη πλευρά του χρόνου, τη νύχτα, που όπως κατακλύζει τον κόσμο με εναλλαγές, έτσι κατακλύζει και το πνεύμα μας, με επίπονες εναλλαγές. Τη βαρέθηκα αυτήν τη νομοτέλεια. Νομίζω ότι εγκρίνω την ιδέα μιας ολοκληρωτικής ανατροπής της, και ό,τι είναι να γίνει ας γίνει, να τελειώνουμε. Ο καθένας ας μετρηθεί για την αξία του, ο κόσμος μας επίσης.
Το μυστήριο του χρόνου συνεχίζει να μου είναι ακατανόητο, είναι το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια, δεν ξέρουμε απολύτως τίποτε γι' αυτό. Το μυστήριο της ζωής μας, επίσης. Εννοώ της προσωπικής ζωής μας, όχι της ζωής γενικώς. Δεν καταλαβαίνω τίποτε. Όλα είναι κλειδωμένα για μένα, κι όλα επίπονα τα ξεκλειδώνω. Όλα τα βλέπω για πρώτη φορά, και όλα με εκπλήσσουν. Ξανά και ξανά. Μένω συνεχώς άναυδος από την όλη συνομωσία των πραγμάτων. Κι όλο ανακαλύπτω τα πιο σκοτεινά πράγματα, μου αποκαλύπτονται αλύπητα. Ξανά και ξανά.
Πώς μας την έφερε έτσι ο Χρόνος; Να μην μπορώ να δω τον εαυτό μου στο μέλλον, να μη θυμάμαι καλά τον εαυτό μου στο παρελθόν, και το παρόν μου να είναι ένα σκοτεινό δάσος γεμάτο ιδέες που ακόμη προσπαθώ να εξερευνήσω, κι εγώ κάποτε νόμισα ότι μπορείς να το διασχίσεις όλο το δάσος, πέρα ως πέρα, κι ακόμη παραπέρα, τι δουλειά έχω ακόμη μέσα στις σκιές του; Κι από την άλλη, πώς βρέθηκα εγώ εδώ πέρα, σ' αυτόν τον μελλοντικό κόσμο, ανάμεσα στους φαύλους και στους βαρβάρους, σ' έναν κόσμο χειρότερο, πώς βρεθήκαμε εδώ πέρα, εμείς, που παίζαμε με τα τόξα μαζί με τον Ρομπέν των Δασών, που καλπάζαμε μαζί με τον Ιβανόη, που βουτούσαμε στους βαθύτερους βυθούς μαζί με τον Κάπταιν Νέμο, και περνούσαμε πέρα από τους καθρέφτες μαζί με την Αλίκη, που ονειρευτήκαμε διαστημικές αποικίες, αθανασία, αιώνιους έρωτες, αχώριστες φιλίες, εμείς, που τραγουδούσαμε τα πιο επαναστατικά τραγούδια, που ονειρευτήκαμε ταξίδια μακρινά; κι εγώ που, όπως όλοι οι συγγραφείς, εγώ που έβλεπα τον παράδεισο σαν μια βιβλιοθήκη, ακόμη δεν την έχω τη βιβλιοθήκη, όλο τη φτιάχνω και όλο τη χάνω, όλο μου την παίρνουν, όλο μου διαφεύγει, σαν τον παράδεισο.
Σκέφτομαι ότι, κατά βάθος, όλοι μας ζούμε με την ελπίδα. Δεν έχουμε τίποτε άλλο. Έχουμε μόνο την ελπίδα και τη φαντασία μας, όλα τα άλλα είναι ψεύτικα. Αυτά είναι ακόμη αγνά, ίσως, είναι ακόμη δικά μας, αιώνια, όπως ήταν πάντα.
Και τώρα, λίγες μέρες πριν από το 2008 (ή λίγες μέρες μετά, τι σημασία έχει), προσπαθώ να αντικρίσω μπροστά μου τον χρόνο, και βλέπω καθαρά, βλέπω μονάχα τις ελπίδες μου, βλέπω μονάχα τις ελπίδες μας. Είναι τόσο εύθραυστες. Κι είναι τα πιο σημαντικά πράγματα του κόσμου, τα μόνα αληθινά πράγματα του κόσμου, τα μόνα αληθινά πράγματα σε έναν ψεύτικο κόσμο. Οι ελπίδες μας. Βλέπω μπροστά στον χρόνο μας, και βλέπω καθαρά, για πρώτη φορά, βλέπω καθαρά, βλέπω μόνο τις ελπίδες μας. Βλέπω τις ελπίδες μου. Βλέπω και τις δικές σου ελπίδες, όποιος κι αν είσαι εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές που τις έγραψα ένα βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, καθώς ψηνόμουν στον πυρετό, ολομόναχος, «πάνω στο τραπέζι του διαβόλου» (όπως έγραψε κάποτε ο Κόντογλου, και όπως, νομίζω, ο Μπέκφορντ). Τις βλέπω τις ελπίδες σου. Ποιος ξέρει πόσες ελπίδες έχουμε κοινές. Ποιος ξέρει τι μοιραζόμαστε εμείς οι δύο. Ποιος ξέρει πόσοι είμαστε.
Έτσι, χωρίς να τις γράψω, παρά μόνο να τις κοιτώ στον ορίζοντα, στέλνω κι εγώ το μήνυμά μου προς το άγνωστο, ανείπωτο, προς άγνωστο παραλήπτη, το μήνυμα με τις ελπίδες μου, κι εύχομαι οι ελπίδες σου, αναγνώστη, να είναι καλές ελπίδες, σαν τις δικές μου, κι όλες να έχουν έστω και μια μικρή ευκαιρία να γίνουν αληθινές, το 2008 που έρχεται, που ήρθε, που θα φύγει.
Να, φίλοι μου, κι έτσι νιώθω, εδώ στο καράβι των αιώνων μας και των ταξιδιών μας, πώς γι' ακόμη μια φορά, στρίβουμε τη γωνία, και πλησιάζουμε στο ύστατο σύνορο, κανείς δεν ξέρει τι μας περιμένει πίσω από εκεί, μόνο πλησιάζουμε, όλο και πιο μακριά, στην άκρη του γνωστού μας χρόνου, πλησιάζουμε, πάλι, στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Οι άνθρωποι το ονόμασαν έτσι, εκεί, στην άκρη της Μαύρης Αφρικής, γιατί δεν ήξεραν τι θα τους τύχει πιο πέρα, στον άγνωστο ωκεανό, κι είχε μεγάλες φουρτούνες εκεί πέρα, στο ακρωτήρι στην άκρη του κόσμου, και γι' αυτό το ονομάσαμε, εμείς οι άνθρωποι, το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος.
Αυτό γράφει ο χάρτης ακόμη, το 2008, κι έτσι παίρνουν κουράγιο οι ναυτικοί, και ξεγλιστρούν από το ακρωτήρι, και απομακρύνονται πέρα στον ωκεανό, μαζί με τις ελπίδες τους. Αφού ζούμε ακόμη, δεν μας πρόδωσαν. Κι αυτό σημαίνει, αν το καταλαβαίνω καλά, ότι δεν μας πρόδωσε ακόμη ο εαυτός μας. Αν υπάρχει μια αρετή αληθινά μεγάλη, είναι η γενναιότητα. Αυτήν την αρετή αν έχουμε, πάντα στο πλευρό μας, δεν θα φοβόμαστε τίποτε, όταν χαθεί στον ορίζοντα πίσω μας το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Κι από αυτό το κατάστρωμα, έχει τη μεγαλύτερη θέα που είδες στη ζωή σου. Είμαστε ακόμη εδώ, πάνω στην πλώρη, ζωντανοί, έπειτα από τόσα και τόσα. Τι να φοβηθούμε;
ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ
Μικρούλης εγώ, πάνω στην κερασιά εκεί σκαρφαλωμένος με τις ώρες
κρατιόμουν καλά από τα κλαδιά και κοίταζα πέρα, σε ξένες χώρες.
Είδα τους διπλανούς κήπους που ξανοίγονται μέσ' στα λουλούδια πέρα εκεί
κι άλλα πανέμορφα μέρη να φαίνονται που ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί.
Είδα τα νερά του ποταμού να κυλούν και τον γαλάζιο καθρέφτη τ' ουρανού
είδα ανθρώπους πρός την πόλη να περπατούν και τους μεγάλους δρόμους που οδηγούν αλλού.
Αν κατάφερνα ένα δέντρο πιο ψηλό να βρω
όλο και πιο μακριά θα μπορούσα να δω
εκεί που το ποτάμι με την θάλασσα γίνετ' ένα
στα πλοία που φεύγουνε για μέρη ξένα,
εκεί που οι δρόμοι, από κάθε χέρι,
μακριά οδηγούν στων ξωτικών τα μέρη
εκεί που τα παιδιά πάνε για ύπνο αργά
κι όλα τα παιχνίδια είναι ζωντανά.
(Ρόμπερτ Λουίς Στήβενσον)
20.11.07
ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Το Σύμπαν κρύβεται μέσα στα βιβλία. Γιατί διηγείται τα πάντα για τον εαυτό του στους εαυτούς μας; Πέρα μακριά, στο μαύρο διάστημα που κρέμεται από πάνω μας, η ελπίδα ταξιδεύει και δημιουργεί τα σύμπαντα. Υλοποιείται στις μικρότερες πιθανότητες, ανατινάζει τους ήλιους, δονεί τα pulsars, κατασκευάζει αστρικά όνειρα, γράφει ποιήματα με τους γαλαξίες και παίζει μουσική με τις τροχιές.
Στο άπειρο των κόσμων είναι γραφτό να δικαιωθούν όλες οι υποθέσεις, να ισχύσουν όλες οι πιθανότητες, να υλοποιηθεί αργά ή γρήγορα κάθε φαντασία και όλα εκείνα που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Στο άπειρο του χρόνου, καμιά ματαιότητα δεν θα παραμείνει, κανένα παρελθόν δεν θα σβήσει δίχως να επαναληφθεί ξανά και ξανά, καμιά προφητεία δεν θα μείνει ανεκπλήρωτη, κανένα ταξίδι δεν θα τελειώσει ποτέ. «Το ξέρω πως είμαι αθάνατος, καρδιά μου. Έτσι, μαζί περάσαμε τρισεκατομμύρια χειμώνες, κι άλλα τόσα καλοκαίρια, και μας περιμένουν ακόμη τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα. Ποιός από τους περαστικούς εαυτούς μου σου γράφει άραγε τώρα αυτές τις γραμμές;...» (Γουώλτ Γουίτμαν)
Πού είναι όλοι εκείνοι οι τόποι που ο άνεμος φέρνει κάτι από αυτούς μέχρι το παράθυρο μου και μέχρι την καρδιά μου; Γιατί είμαι έγκλειστος εδώ; Πού είναι η ουτοπία; Γιατί όλοι γύρω μου είναι τόσο τοπικοί και τροπικοί, και λένε ότι είναι άτοπο το όνειρο, και δεν το ξέρουν πως είναι άτροπος ο μυστικός πόθος της ψυχής; Ο Κόσμος δεν είναι η γειτονιά σας! Είναι απέραντος, πολύτροπος, άγνωστος, αχαρτογράφητος. Ακόμη κι εκείνα τα αμέτρητα μακρινά αστέρια που βλέπετε τη νύχτα (όταν δεν έχετε το κεφάλι σκυφτό), είναι μονάχα αυτά που μπορείτε να δείτε.
Φυσικά, εγώ δεν είμαι εγώ, πώς θα μπορούσα να είμαι μόνο εγώ και τίποτε άλλο; Το Σύμπαν ολόκληρο καθρεφτίζεται μεσ’ στην καρδιά μου και στον νού μου, κι αυτό είναι μυστικό, κι όμως το Σύμπαν δεν είναι ο μικρός μου νους, κι αυτό είναι φανερό.
«...Υπάρχουν κι άλλα πράγματα, Οράτιε, στον ουρανό και στη γη, που δεν τα ονειρεύτηκε ποτέ η φιλοσοφία μας...» απαντούσε ο Σαίξπηρ –ή, τέλος πάντων, ο Φράνσις Μπέηκον– χτυπώντας συγκαταβατικά στον ώμο έναν διαχρονικό Οράτιο, που πάντα νόμιζε ότι ο κόσμος και ο χρόνος είναι η γειτονιά του, ο δικός του μικρός νους, και τίποτε παραπάνω. Κι ίσως να ‘ναι ακριβώς έτσι, ο κόσμος μας να είναι ο κόσμος του Οράτιου κι όχι του ποιητή, γι’ αυτό και κάποιοι άνθρωποι θέλησαν να φύγουν μακριά από τη μετριότητα και την ανοησία, τη μισαλλοδοξία, τη λήθη και τη θλίψη, τις κακές μητριές του κόσμου μας που κυβερνούν τόσο ανελέητα τους ανθρώπους. «Οπουδήποτε! Αρκεί να είναι μακριά από αυτόν τον κόσμο…» αναφωνούσε ο Μπωντλαίρ.
Ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη, είδα τις βροχές όλες ίδιες, και παντού οι άνθρωποι νιώθουν καλύτερα αν τους δώσεις μια καλή κουβέντα κι ένα χαμόγελο. Τραγουδούν οι νεκροί στο φεγγάρι (εκεί πηγαίνουν), και καμιά φορά, μαζί με τους φίλους μου, ακούμε μέσα στη νύχτα τα τραγούδια τους στο ραδιόφωνο, στα βραχέα. Ό,τι αγαπάμε φεύγει, αλλά ξανάρχεται να μας βρει μεταμφιεσμένο, είναι πια ένα κομμάτι από τον εαυτό μας. Κλωνισμός. Είμαστε όλοι κλώνοι των αναμνήσεών μας. Κι ο νους μας είναι η χώρα των θαυμάτων, κι όμως δεν ξέρουμε τίποτε γι’ αυτήν.
Πώς είναι δυνατόν ένα μικρό σπιρτόκουτο με χρώματα λευκό, κόκκινο και μαύρο, που έχει πάνω του μία μικροσκοπική γκραβούρα με μια γέφυρα σ’ ένα ποτάμι και κάτι μαύρα δέντρα απόμακρα, να με κάνει να ονειρεύομαι; Ποιο είναι το τρομερό μυστικό ενός πράγματος που υπονοεί κάποιο άλλο, που συνεννοείται κρυφά με τον νου μας χωρίς την άδειά μας, δείχνοντας μας έτσι ότι όλα τα πράγματα υπάρχουν μέσα σε όλα τα πράγματα; Με ποιον άμετρο τρόπο, κάθε κίνηση και κάθε λέξη μου, αναπαράγεται συνεχώς μέσα στο νου των ανθρώπων που συναντώ;
Κι όλοι ψάχνουν για τον θησαυρό, αλλά κανένας δεν τον βρίσκει. Είσαι αθώος όταν ονειρεύεσαι –αυτό λέει εκείνο το τραγούδι του Tom Waits– κι όλοι οι μεγάλοι μουσικοί ονειρεύτηκαν τις μουσικές τους. Μερικοί δεν τις έπαιξαν ποτέ. Οι άνθρωποι πρέπει να κρίνονται από τα όνειρά τους (και όχι από τα έργα τους). Κι όμως, τελικά κανείς δεν ξέρει πού θα πάμε, αλλά όλοι θέλουν να μας οδηγήσουν –τι κρίμα που κανείς δεν θέλει απλά να πάμε για βόλτα. Μια εκδρομή στο Άγνωστο: για πικ-νικ στην άλλη άκρη του Σύμπαντος.
Έτσι κι αλλιώς, όλα είναι ψέματα, από πού ήρθε όλη αυτή η περιέργεια για την αλήθεια; Άλλωστε, εγώ ήθελα να φύγω. Ωραία περάσαμε, αλλά σκέφτομαι ποιος απ’ όλους θα θυμάται ποιον απ’ όλους. Να οι δύο τελεσίδικες ανθρώπινες τάξεις: αυτοί που τους ξεχνούν και αυτοί που τους θυμούνται.
Ωραία. Ας μιλήσουμε με γρίφους. Ταξίδεψα κι εγώ στη θάλασσα. Γιατί αυτό δεν με κάνει ναύτη; Ποιο είναι το μυστικό που κρύβουν τα μυστικά; Καμιά μαργαρίτα δεν είναι όλες οι μαργαρίτες, κι όμως είναι. Ποιος είναι αυτός που εκδίδει τα εισιτήρια; Μονάχα τους ελεγκτές έχω δει. Πουθενά δεν αναγράφεται ο προορισμός της αμαξοστοιχίας. Σταθμοί δεν υπάρχουν. Από πού ανέβηκαν όλοι αυτοί;…
Δεν επιθύμησα κανέναν κανόνα, αλλά τους θαύμασα όλους για τη γενναιότητά τους να συντηρούν άψογα τον εαυτό τους. Το παιχνίδι δεν είναι στημένο. Διότι δεν υπάρχει παιχνίδι. Υπάρχουν μόνο οι κανόνες του, όλοι τους αποστηθίζουν, τους υπακούν, άλλοι προσπαθούν να τους αλλάξουν, αλλά κανένας δεν παίζει…
Ναι, τα πράγματα εδώ γύρω δεν είναι αυτό που φαίνονται, αλλά πίσω από όλα τα πράγματα κρύβεται μόνο η θλίψη. Κι όμως, εξερευνώντας αυτή τη θλίψη, καταδυόμενος στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης τραγωδίας, κατανοώντας μέσα από τη θλίψη του την ίδια τη θλίψη του κόσμου, ο ονειροπόλος τελικά ανακαλύπτει χαρά. Είναι η ίδια η βαθιά χαρά της ύπαρξης, εκείνη που κινεί τον κόσμο και τα όντα. Η ώριμη χαρά της περιπέτειας, η γνώση πως η ζωή μας είναι μια μυστηριώδης περιπέτεια και πως κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει το επόμενο ξημέρωμα. Η ενατένιση του μυστηρίου του χρόνου.
Μέσα από αυτή τη χαρά, ο ονειροπόλος τραγουδά τον ολόδικό του εσπερινό και τον απευθύνει στη Ρέμβη, γίνεται ο εφευρέτης της Ελπίδας (Esperanza). Μέσα από αυτήν τη θλίψη των όντων, οι άνθρωποι έφτιαξαν τη μουσική, την ποίηση, αναζήτησαν τον Θεό, εξερεύνησαν τ’ αστέρια. Μέσα από αυτήν τη θλίψη των όντων ένας αυτόχειρας δημόσιος υπάλληλος στην Πρέβεζα έγραψε τον Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων, και μέσα από αυτήν τη θλίψη των όντων ένας κουφός συνέθεσε την Ωδή στη Χαρά. «Εν τω κόσμω θλίψιν έξεται, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον…» Ο C. S. Lewis έγραφε: «Οι άνθρωποι γράφουν γιατί είναι μόνοι, και διαβάζουν για να μην είναι μόνοι…» Ευχαριστώ για την παρέα...
2.6.07
ΦΩΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΦΩΣ!

ΦΩΣ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΦΩΣ!
Το Somewhere Over the Rainbow τραγουδισμένο θλιμμένα από την Tori Amos με ανεπαίσθητο πιάνο, τα μικρότερα πουλιά πετούν ελεύθερα στον άνεμο από σκεπή σε σκεπή, γιατί να μην μπορούμε κι εμείς; Σε ένα μοναχικό αντίσκηνο μέσα στους πάγους, στη μέση του πουθενά, αργοπεθαίνει ο Σκοττ, ο αποτυχημένος εξερευνητής της Ανταρκτικής, και γράφει ένα σημείωμα μέχρι που παγώνουν τελείως τα χέρια του: «Θέλω να μιλήσω για τη γενναιότητα των συντρόφων μου, που κείτονται ακίνητοι δίπλα μου, εδώ, στην άκρη του κόσμου…»
Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει αρετή μεγαλύτερη από τη γενναιότητα (αν και κάθε αρετή περιέχει όλες τις άλλες). Εκτός και αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς: όπως εκείνος ο Ρώσος αστροναύτης που τον ξέχασαν έναν ολόκληρο χρόνο πάνω στον διαστημικό σταθμό, τον άκουγαν στον ασύρματο να μονολογεί τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας ολομόναχος στο διάστημα, έχοντας μόνο ένα μικρό φωτάκι να τον φωτίζει, κι όταν επιτέλους τον κατέβασαν στη Γη, όλος ο κόσμος είχε αλλάξει μορφή, και το σώμα του τσακίστηκε εξαιτίας της ξαφνικής μεγάλης βαρύτητας... Ποιος θα μας πει όλα τα μυστικά του κόσμου, και πώς θα αντέξουμε τη βαρύτητα;
Η καλή νεράιδα εξ ουρανού τραγουδά στον Πινόκιο, στην ξύλινη μαριονέτα που θέλει να γίνει άνθρωπος: «When you wish upon a star, like dreamers do, makes no difference who you are...» Το σύνθημα παραμένει: Ad Astra Per Aspera. Οι αστρονόμοι κοιτούν προς τα άστρα αλλά δεν βλέπουν τίποτε πέρα από μαθηματικές και χημικές εξισώσεις, ορισμούς και περιορισμούς. Συχνά, βλέπετε, είναι κι αυτοί δημόσιοι υπάλληλοι, περιμένουν τη σύνταξη και παίρνουν δώρο Χριστουγέννων, τιμής ένεκεν του άστρου της Βηθλεέμ.
Κι όμως, ο φίλος αστρονόμος-ποιητής, καθηγητής Χρήστος Γούδης, μέσα στο έναστρο ημίφως έγραφε:
«Ο κόσμος της Αστρονομίας σκοτεινός, οι αστρονόμοι άλλωστε τη νύχτα συνευρίσκονται, για το όποιο υπερκόσμιο ή χθόνιο εγχείρημά τους, τη βοηθεία τεχνητών μεταβαλλόμενης γεωμετρίας αισθητηρίων οργάνων, κι εγχειριδίων παλαιόθεν διακοσμηθέντων υπό μοναχών, και δουλεμένων στα χυτήρια, της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Porto Leone, σου διάρπαξαν το λιοντάρι σου! Giordano Bruno, ad astra per aspera!... Οι θόλοι των εκκλησιών εδώ και χρόνια διαπλέκονται, στον ευσεβή πολύστροφο εγκέφαλό τους, με τον αντίστροφα της Γης περιστρεφόμενο, Θόλο Ουράνιο τον Μέγιστο, και τα βαριά υπερουράνια στοιχεία, Πλουτώνιο Αμερίκιο Καλιφόρνιο, με τους Αγγέλους της Κολάσεως, τα heavy metals, τους on the road σε Harley-Davidson οχούμενους Mexico City Moody Blues. Εκπρόσωποι του Σύμπαντος ελέω του Παλαιού των Ημερών, τονίζουν την αναγκαιότητα της παρουσίας της ‘’Ζωής’’ στα άστρα, για τα παιδιά κυρίως, αλλά και για τους υπέργηρους ενήλικες αστέρες. Όμως οι μαύρες τρύπες ελλοχεύουν, εκτός πεδίου οράσεως των αστρονόμων και λοιπών θνητών, γίνονται καθυστερημένα αισθητές κατά την πτώση. Εκεί παγώνει ο χρόνος κι ούτε το αλεξίπτωτο δεν προλαβαίνεις να ανοίξεις, όπως και το μυαλό θα ‘πρεπε να ‘τανε εκ των προτέρων ανοιχτό, για να σε σώσει…» (De Revolutionibus, από την ποιητική συλλογή του, Ιερή Συνεύρεση).
Έχει ειπωθεί ότι η Βασιλεία των Ουρανών (δηλαδή το διάστημα) βρίσκεται μέσα μας, κάτι που όλοι αποφεύγουν να το συζητάνε και την περιμένουν να προσγειωθεί ή να απαχθούν προς τους ουρανούς, γιατί αν είναι μέσα μας τότε εμείς έχουμε όλη την ευθύνη, μια ευθύνη που κανείς δεν τη θέλει… Φαντάζομαι τη Φαντασία μας σαν ένα φως που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας, μια δέσμη φωτός που φωτίζει σκοτεινούς και μακρινούς ορίζοντες, κι έτσι μπορούμε να ρίξουμε μια βιαστική ματιά προς τα εκεί, και κάτι να ψιθυρίσουμε από εκείνο το φως, πριν μας αντιληφθούν οι άλλοι και μας κρεμάσουν επί παραδειγματισμό.
Θυμάμαι τον Παράκελσο, που από τις πολλές περιπλανήσεις και τις διώξεις και τους χλευασμούς και τις δυσκολίες, έχασε το βροντερό γέλιο του, δεν είχε κανέναν φίλο, και μια ιστορία λέει ότι επειδή δεν είχε κανέναν για να του μιλήσει, είχε αρχίσει να συνομιλεί με τη σκιά του. Άναβε ένα κηροπήγιο, καθόταν μπροστά σε έναν τοίχο και συνομιλούσε με τη σκιά του σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλές φορές τον άκουγαν να φωνάζει μόνος του. Εκείνη την εποχή έγραψε το μεγαλύτερο αριστούργημα του, το Signa Rerum. Δυστυχώς, σώζονται μόνο τα τελευταία κεφάλαια του, γιατί ο Παράκελσος κάθε βράδυ έσχιζε μερικές σελίδες, τις έβαζε φωτιά και τις πετούσε από το παράθυρο «για να δουν λίγο φως μέσα στη νύχτα επιτέλους οι άνθρωποι...»
Σε κάποια από τις σελίδες που σώθηκαν, γράφει: «Ο άνθρωπος δεν είναι σώμα. Η καρδιά, το πνεύμα, είναι άνθρωπος. Κι αυτό το πνεύμα είναι ένα ολόκληρο άστρο, από το οποίο είναι φτιαγμένος. Το άστρο αυτό ταξιδεύει μέσα στο σύμπαν. Δεν ξέρουμε από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Αλλά αν ο άνθρωπος είναι τέλειος στην καρδιά του, τίποτε σε ολόκληρο το φως της φύσεως δεν μπορεί να του είναι κρυφό. Το πρώτο βήμα στη λειτουργία αυτής της επιστήμης, είναι να αποκτήσει το πνεύμα υπόσταση από το εσωτερικό στερέωμα, με τη Φαντασία.…»
Θυμάμαι τον άγιο μοναχό της εξερεύνησης του Αγνώστου, τον Ρότζερ Μπέηκον, έγκλειστο στο πιο βαθύ και σκοτεινό κελί της φυλακής για χρόνια και για χρόνια, επειδή τόλμησε να εφεύρει τους νόμους της οπτικής, και να πει τη θρυλική φράση «η εξουσία δεν έχει καμία απολύτως δύναμη αν δεν την υπολογίζουμε…» Ο Μπέηκον έγραψε τα σπουδαιότερα φιλοσοφικά του συγγράμματα, στο φως μιας αχτίδας ηλίου που έμπαινε για μία ώρα και σαράντα λεπτά κάθε ημέρα από μια μικρή τρύπα στο θεοσκότεινο κελί του. Τυφλώθηκε στην φυλακή. Κάποτε απελευθερώθηκε, αλλά ήταν πια ένας απογοητευμένος και εξαντλημένος τυφλός γέροντας. Πέθανε ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση του. Ξεψυχώντας είπε: «Μετανιώνω που έκανα τον εαυτό μου να υποφέρει τόσο πολύ, προσπαθώντας να πολεμήσω την αμάθεια των ανθρώπων...»
Οι Μοναχοί του τάγματος του, μετά τον θάνατο του, γεμάτοι από φρίκη μόλις ανακάλυψαν τις εργασίες του, κάρφωσαν τα έργα του πάνω σε σανίδες, αφήνοντας σκουλήκια και παράσιτα πάνω στις σελίδες «για να τις καταστρέψει ο Θεός». Ο ιερέας της περιοχής αρνήθηκε να του κάνει χριστιανική ταφή. Το σώμα του πετάχτηκε σε έναν ομαδικό τάφο ζητιάνων…
Κι όμως, εμείς θυμόμαστε το όνομά του, κι εκείνη η αχτίδα φωτός, φωτίζει μέχρι σήμερα, μέσα στο σκοτάδι, μέσα από μια μαύρη τρύπα στον τοίχο και της δικής μας φυλακής.
Κι ο Θερβάντες έγραψε τον Δον Κιχώτη περιμένοντας του δήμιου το τσεκούρι, σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι αιχμάλωτος των πειρατών στο Αλγέρι, στο φως μιας ίδιας ηλιαχτίδας που έμπαινε από μια τρύπα στον τοίχο του κελιού του. Δεν έχει τάφο…
Ποιος ξέρει τι άλλο θα καταφέρναμε, έστω μέσα από το κελί μας, αν υπήρχε περισσότερο φως... Ξεψυχώντας ο Γκαίτε, ο πιο σοφός άνθρωπος της εποχής του, λένε πως αναφώνησε: «Licht! Mehr Licht!» («Φως! Περισσότερο Φως!»), και κάποιος ηλίθιος πήγε να ανοίξει τις κουρτίνες.
Άλλωστε η λέξη Φως περιέχεται στη λέξη Σοφός, που διαβάζεται το ίδιο και ανάποδα, έτσι κι αλλιώς…
ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ανοίγω μπροστά μου τον χάρτη.
Πλησιάζω κοντά του μια μικρή λάμπα και το χαρτί του γεμίζει σκιές. Το χέρι μου διατρέχει τις διαδρομές του, οι μακρινές αποστάσεις φαίνονται λίγα εκατοστά μακριά η μια από την άλλη. Οι άνθρωποι αόρατοι. Τα όνειρα τους επίσης. Μονάχα συμμετρίες και οριοθετήσεις.
Ένας χάρτης συχνά είναι μια πολύ απογοητευτική γεωμετρία. Δεν έχει προεκτάσεις, ούτε σημεία απόδρασης. Δεν διηγείται καμιά ιστορία. Είναι ένας αυστηρός κώδικας που καθορίζει με ακρίβεια κάθε σου βήμα. Μια ιχνογραφία των ορίων της πραγματικότητας. Όμως, ποιος είναι αυτός που ορίζει την ακριβή γεωμετρία της πραγματικότητας που ζει ο καθένας μας;
Ο καθένας μπορεί να έχει τον ολόδικό του χάρτη και να είναι χαρτογράφος και εξερευνητής της δικής του γεωγραφίας. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει ένα ταξίδι μέσα στον μεγάλο χάρτη που μας φιλοξενεί, και χαράσσοντας τις δικές του διαδρομές να μεταλλάξει αυτόν τον χάρτη σε κάτι πολύ καινούργιο. Ένα μικρό ταξίδι πάνω στον χάρτη, ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στο νου.
Ίσως έτσι να μπορέσουμε να ακούσουμε λίγες από τις μυστικές ιστορίες που ο χάρτης μας κρύβει πίσω από ονόματα και συντεταγμένες…
Οι χάρτες μας αποτελούν τις σύγχρονες ιερές βίβλους της κοσμικής επικοινωνίας, ξεπερασμένες μόνο από τον παντεπόπτη ναό της τηλε-όρασης (μιας δεύτερης όρασης, της όρασης από μακριά). Είναι στον χάρτη που φανερώνεται ότι οι τόποι και οι πόλεις τους επικοινωνούν. Μια κοντινή ή μακρινή πόλη δεν είναι χαμένη κάπου στον ορίζοντα, ξεκομμένη σε έναν άλλο κόσμο, κρυμμένη σε μια ξένη τοπογραφία. Η άλλη πόλη, όποια κι αν είναι αυτή κι όπου κι αν στέκει, επικοινωνεί με την πόλη που ζεις, επικοινωνεί με δρόμους, με ατέρμονα δίκτυα δρόμων και διαδρομών, κι είναι στο χάρτη που γίνεται φανερό αυτό, κι υπολογίσιμο σαν μια αστρολογία πόλεων, μ’ όλες τις πόλεις να σχηματίζουν αστερισμούς που ενώνονται με ατέλειωτες φλέβες και αρτηρίες.
Στην ιδεατή τους φανέρωση πάνω στους χάρτες, οι δρόμοι είναι επιθυμίες ή προτάσεις για ταξίδια. Ο χάρτης σου ξετυλίγει την αποκρυπτογράφηση των λαβύρινθων της απόστασης, οι δρόμοι φανερώνονται, οι δρόμοι κουλουριάζονται και ξετυλίγονται σαν φίδια, οι δρόμοι σιωπηλά απαιτούν να τους ταξιδέψεις. Τα οδικά σήματα, τα ονόματα των οδών, η οδοσήμανση και οι κάθε είδους πινακίδες των δρόμων, είναι οι τρισδιάστατοι μεσάζοντες επικοινωνίας με το δισδιάστατο κόσμο του χάρτη, κατοπτρικά σύμβολα που μετατρέπουν την τοπολογία σε ένα δίκτυο διαγραμμάτων. Οι οδοσημάνσεις είναι τα μαγικά σύμβολα που επικοινωνούν με το χάρτη, κι ο χάρτης είναι η μαγεία του νου για να μπορεί να καταλάβει την πόλη. Κοιτώντας τον χάρτη και τα οδοσήματα και βαδίζοντας ή οδηγώντας στους δρόμους, ξεχνάς ότι ο χάρτης αντιπροσωπεύει την πόλη, πιστεύεις πια ότι η πόλη αντιπροσωπεύει το χάρτη, ταξιδεύεις πάνω στον χάρτη, παντού γύρω σου απλώνεται ο χάρτης, και μέσα απ’ αυτήν την χωροταξική αλληγορία, μέσα απ’ αυτήν την αστική κρυπτανάλυση, μ’ αυτή τη χαρτογραφική μαγεία, μεταλλάσσεις την πόλη σε σύμβολο του νου, και τελικά την κατέχεις, την ελέγχεις, φτάνεις στο σημείο να πιστεύεις ότι μπορείς να την προβλέψεις. Κι έπειτα η μνήμη της πόλης γίνεται χάρτης μέσα στον νου, θυμάσαι την πόλη ως χάρτη, η πόλη μεταμορφώνεται στο χάρτη της.
Κι όμως, οι χάρτες είναι εφευρέσεις των χαρτογράφων, συγκριτιστικές σπουδές πάνω στην τοπολογία, μονοδιάστατοι τουριστικοί οδηγοί, γεωμετρικές έμμονες ιδέες. Μπορούμε να αντισταθούμε στο παγιωμένο και στείρο έργο των χαρτογράφων της πραγματικότητας, μπορούμε να φτιάξουμε τους δικούς μας χάρτες, ακόμη και χάρτες που να έχουν νόημα μόνο για εμάς και για κανέναν άλλον.
Ο συμβατικός χάρτης είναι προσωπική υπόθεση του χαρτογράφου, όχι δική μου. Μπορώ να φτιάξω δικούς μου χάρτες, και –έτσι γι’ αλλαγή– να μην έχω την πρόθεση να τους επιβάλλω σε κανέναν άνθρωπο, ούτε να είμαι υποχρεωμένος να ακολουθήσω αποδεκτά δόγματα για να επιβάλλω τους χάρτες μου στην Ιστορία.
Φαντάζομαι χάρτες που θα περιέχουν πληροφορίες για τις ατμόσφαιρες των τόπων. Χάρτες πόλεων που μαζί με τους δρόμους τους θα καταδεικνύουν και τις έμμονες πορείες των πουλιών. Χάρτες που, μαζί με τα υπαρκτά σπίτια, θα περιέχουν και τα σπίτια που φαντάστηκα ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν. Χάρτες αληθινών τόπων που θα συμπεριλαμβάνουν τις ονειρικές προεκτάσεις αυτών των τόπων, έτσι όπως τις είδαν σε όνειρα τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων. Χάρτες που θα σκιαγραφούν ταυτόχρονα και το παρελθόν και το παρόν αλλά και το μέλλον, όπως χάρτες μίας πόλης που θα έχουν αχνά, κάτω από την παρούσα πολεοδομία, τα ίχνη της πολεοδομίας των περασμένων αιώνων, κι ακόμη πιο αχνά τα προβλεπόμενα ίχνη της πολεοδομίας του μέλλοντος, ίσως επιβάλλοντάς την.
Φαντάζομαι χάρτες που θα σημειώνουν προσωπικές πληροφορίες, όπως το καφενείο που μου αρέσει, τη γειτονιά που έπαιζα όταν ήμουν παιδί, η οποία δεν υπάρχει πια, το ατυχές μέρος ενός ερωτικού ραντεβού που οδήγησε σε απογοήτευση, ένα δρόμο που νομίζω ότι είναι στοιχειωμένος από το φάντασμα μιας γριάς που ακόμη ζει σ’ ένα εγκατελειμένο του σπίτι, όλα τα σπίτια από τα οποία μετακόμισα στο παρελθόν, το δρόμο της πόλης στον οποίο γεννήθηκα, την περιοχή στην οποία έχασα ένα αγαπημένο αντικείμενο, το μέρος από το οποίο έχω μία καλή θέα που την προτιμώ απ’ όλες τις άλλες, το πάρκο στο οποίο έγραψα ένα ποίημα (στο οποίο θα δοθεί ως όνομα ο τίτλος του ποιήματος), τις συνοικίες στις οποίες κατοικούν άνθρωποι που αντιπαθώ (με σχετικές προειδοποιήσεις για τους περιηγητές), τις διαδρομές στις οποίες μπορεί κανείς να συναντήσει πολλά από τα δέντρα που μου αρέσουν, και άλλα πολλά…
Φαντάζομαι χάρτες που θα αποκαλύψουν –ξεκάθαρα κατά τη μελέτη τους– την τοπολογία των συμπτώσεων. Χάρτες που θα σημειώνουν όλα τα σημεία των ατυχημάτων μέσα στην πόλη, στους οποίους θα γίνεται φανερή η σχέση τους ή η επανάληψη ατυχημάτων στο ίδιο σημείο ή στην ίδια περιοχή. Χάρτες που θα σημειώνουν τα μέρη στα οποία οι άνθρωποι αισθάνονται όμορφα ή άσχημα. Χάρτες θανάτων ή χάρτες γεννήσεων. Χάρτες της πόλης που θα υποδεικνύουν τα σημεία που συγκεντρώνονται οι επίδοξοι καλλιτέχνες ή οι όμορφες γυναίκες ή οι φαλακροί, οι πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, οι χαρτοπαίκτες, οι ζητιάνοι, χωρίς να είναι συνεννοημένοι γι’ αυτό. Χάρτες για κάθε τύπο ανθρώπων που υπάρχει ή που θα μπορούσε να επινοήσει κανείς.
Φαντάζομαι χάρτες της πόλης που θα αποκαλύπτουν τα σημεία επαφής της πόλης με άλλες πόλεις, αλλά και με άλλους κόσμους. Χάρτες που θα σημειώνουν τις διαδρομές ξένων οντοτήτων μέσα στις διαδρομές της καθημερινότητάς μας. Χάρτες που θα σημειώνουν τα ακριβή περάσματα των UFO και τις διαδρομές τους πάνω από συγκεκριμένες περιοχές. Χάρτες που θα καταγράφουν τις εμφανίσεις των φαντασμάτων της πόλης. Τα λαβυρινθώδη δίκτυα των φόβων και των ανασφαλειών, των κρουσμάτων ψυχασθένειας και των καλλιτεχνικών εμπνεύσεων, των εφιαλτών και των οραμάτων, καθώς και τα δίκτυα του ύπνου.
Φαντάζομαι χάρτες που θα ξεπερνούν τις προθέσεις των χαρτογράφων τους…
Έτσι, φαντάζομαι μια χαρτογραφική λογοτεχνία.
Φαντάζομαι και τον ύστατο πολυεπίπεδο χάρτη που θα περιέχει όλους τους χάρτες μιας τέτοιας χαρτογραφικής λογοτεχνίας...
Ένας χαρτογραφικός μυστικισμός, ένα αριστούργημα Αστυμαγείας. Το ύστατο Megapolisomancy…
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Όταν ήμουν μικρός, πολλές φορές άκουγα τους μεγάλους γύρω μου να λένε: «Το ύψιστον αγαθόν είναι η ελευθερία». Η φράση αυτή με προβλημάτιζε όποτε την άκουγα, ώσπου κάποια στιγμή κατάλαβα ότι σήμαινε πως «το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι ελεύθερος».
Μπορεί να ήμουν ακόμη μικρό παιδάκι, αλλά τότε κατάλαβα ότι εγώ δεν ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορούσα να βγω από το σπίτι μου χωρίς συνοδό, δεν μπορούσα να απομακρυνθώ προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεν μπορούσα να κοιμάμαι ό,τι ώρα ήθελα, δεν μπορούσα να παίξω όποτε και όσο ήθελα, ό,τι έλεγα στους άλλους ήταν πάντα λάθος και όλοι ήθελαν να με διορθώνουν, δεν μπορούσα να αποκτήσω ό,τι ήθελα, να φάω και να πιω ό,τι ήθελα, να εξερευνήσω τον κόσμο, να πετάξω, να γνωρίσω απαγορευμένα για μένα πράγματα, να αμφισβητήσω τους δασκάλους μου, κλπ, κλπ.
Ρωτούσα τους μεγάλους γύρω μου αν είναι σωστό να έχει κανείς το καλύτερο πράγμα στον κόσμο και να είναι ευτυχισμένος μ’ αυτό. Μου απαντούσαν, ναι, είναι σωστό. Τότε τους ρωτούσα γιατί εγώ να μην έχω την ελευθερία μου, αφού αυτό είναι το «ύψιστον αγαθόν» που μπορεί να έχει κανείς. Οι μισοί μου απαντούσαν ότι ήμουν ακόμη πολύ μικρός και οι κίνδυνοι στον κόσμο ήταν πάρα πολλοί, γι’ αυτό και έπρεπε να κάνω ό,τι μου λένε και να μην είμαι τόσο ελεύθερος. Οι άλλοι μισοί μου απαντούσαν ότι ήμουν ακόμη πολύ μικρός για να τα καταλάβω αυτά και θα έπρεπε να περιμένω να μεγαλώσω για να μου παραχωρηθεί το «ύψιστον αγαθόν». Έτσι κι εγώ, έκανα υπομονή περιμένοντας να μεγαλώσω (εντάξει, έκανα και μερικές «παρανομίες» για να πάρω μία γεύση από τη μελλοντική ελευθερία μου), υπακούοντας σε ό,τι μου έλεγαν οι μεγάλοι, περιμένοντας με καρτερία τη στιγμή που θα μπορώ κι εγώ το σκλαβάκι να απολαύσω το «ύψιστον αγαθόν».
Σήμερα, έχοντας σώας τα φρένας και το ώριμον της ηλικίας, καταγγέλλω τους μεγάλους ότι με εξαπάτησαν. Όχι μόνο συνεχίζω να μην είμαι ελεύθερος, αλλά όταν ήμουν μικρός ήμουν πολύ πιο ελεύθερος απ’ ότι είμαι τώρα, σε σημείο να νοσταλγώ συχνά την ελευθερία της παιδικής μου ηλικίας!
Δεν είμαι ελεύθερος τώρα που μεγάλωσα, παρ’ όλες τις παιδικές προσδοκίες μου. Δεν είμαι ελεύθερος γιατί είμαι δεσμευμένος από το χρήμα, από τις υποχρεώσεις μου, από το ρόλο που απαιτούν από εμένα οι άλλοι άνθρωποι, δεσμευμένος από το φόβο για τα πάντα, τις ενοχές για τα πάντα, δεσμευμένος σε μια προγραμματισμένη καθημερινότητα, σε έναν τόπο, σε μία γλώσσα, σε μία αντίληψη, δεσμευμένος από κοινωνικές επιταγές, θρησκευτικές επιταγές, οικογενειακές επιταγές, δεοντολογικές επιταγές, γεωγραφικές και κλιματικές επιταγές, τραπεζικές επιταγές. Κι όλα αυτά δεν είναι παρά η αδόκιμη εισαγωγή στην περιγραφή του δράματος της δέσμευσής μου.
Θα μου πείτε ότι είμαι ουσιαστικά ελεύθερος, στον «ελεύθερο χρόνο» μου. Τί ειρωνεία... Τι ειρωνική έκφραση: «στον ελεύθερο χρόνο μου». Για να την κατανοούμε καλύτερα, πρέπει να θυμόμαστε ότι η λέξη «δουλειά» είναι η λέξη «δουλεία» με τον τόνο μετατοπισμένο. Γιατί, αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η δουλειά είναι αυτό ακριβώς: μισθωτή δουλεία. «Δουλεύω» σημαίνει είμαι δούλος. Πέντε χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και επίπονης εξερεύνησης του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των ιδεών, το μόνο ουσιαστικό που κατάφεραν ήταν να μετατοπίσουν έναν τόνο σε μία λέξη, για να μη νιώθουμε άσχημα. Κάποτε οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν δούλοι των ισχυρών. Μέσα σε πέντε χιλιάδες χρόνια κάτι άλλαξε: τώρα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ακόμη δούλοι, αλλά τους έχει παραχωρηθεί λίγος «ελεύθερος χρόνος». (Και «διακοπές», δύο φορές το χρόνο: μία για τον Χριστούλη και μία για τον τουρισμό).
Τέλος πάντων, δεν θέλω να κατηγορηθώ εδώ για πολιτική σκέψη, αφού θεωρώ την πολιτική σκέψη ύποπτη διαδικασία, μιας και θεωρώ την πολιτική: εφαρμοσμένη συνωμοσιολογία. Προτιμώ να κατηγορηθώ για ελεύθερη σκέψη…
(Κι η ελεύθερή μου σκέψη, κοιτώντας το παιχνίδι γύρω μου, μου λέει ότι ο νόμος που εκπέμπεται είναι αυτός: «Θα δουλεύεις για να παράγεις τα προϊόντα που θα αγοράζεις με το χρήμα που θα παίρνεις από τη δουλειά σου. Όσο πιο καλά και υπάκουα παίζεις σ’ αυτό το φαύλο κύκλο, τόσο πιο ελεύθερος θα γίνεσαι, αφού θα σου παραχωρείται όλο και πιο πολύς “ελεύθερος χρόνος”…» Μάλιστα… Τώρα καταλαβαίνω την αληθινή έννοια της παράξενης φράσης «ο χρόνος είναι χρήμα»).
Επειδή όμως πλέον είμαι αρκετά μορφωμένος, μπορώ πια να αναλύσω αυτή τη ρήση των μεγάλων, με φιλοσοφική πρόθεση. (Δεν είμαι μορφωμένος επειδή πήγα στα σχολεία και στα πανεπιστήμιά τους, τελικά μορφώθηκα μόνος μου. Αφού –αν θέλετε να συνεχίσουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– τα παιδάκια τα στέλνουν στο σχολείο για να μάθουν να ξυπνάνε το πρωί, να υπακούνε σε ανωτέρους, να πειθαρχούν, και να συμβιώνουν με τα άλλα παιδάκια κάνοντας ό,τι κάνουν τα άλλα παιδάκια με στόχο την ομοιογένεια. Αυτό δεν είναι μόρφωση, είναι «κοινωνική εκπαίδευση» για να φτιάχνει εργάτες και υπαλλήλους, στρατιώτες και μέλισσες, και κατ’ εξαίρεση «ειδικούς» σε προδιαγεγραμμένους τομείς. Ή, μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, είναι μόρφωση, γιατί η λέξη «μόρφωση» σημαίνει τη διαδικασία με την οποία κάτι «παίρνει μορφή». Και, στην περίπτωσή μας, η μορφή προέρχεται από κάποιο καλούπι ενός αόρατου εργοστάσιου. Χμ, κι αν η πρέσα δεν δουλέψει σωστά, τότε το προϊόν πρέπει να πάει στο «αναμορφωτήριο». Γι’ αυτό μάλλον μου αρέσει να λέω ότι μορφώθηκα μόνος μου, όσο μπόρεσα).
Αν αναλύσω, λοιπόν, εκείνη τη ρήση των μεγάλων, με φιλοσοφική πρόθεση, θα δω ότι ανάμεσα στη μικρότητα και στην ελευθερία στέκει ένα σοβαρό διαχωριστικό εμπόδιο: ο φόβος.
Όταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου συνήθιζε να λέει μία άλλη αινιγματική ρήση, που τότε δεν την καταλάβαινα: «Ο φόβος φυλάει τα έρημα…» Σήμερα, η ίδια φιλοσοφική πρόθεση (ή αλληγορική, αν προτιμάτε) με βοηθάει να την κατανοήσω. Αναφέρεται στα πρόβατα ή –γιατί όχι– στα μικρά παιδάκια. Εννοεί ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούμε πολύ αν τα πρόβατα μείνουν αφύλαχτα, («έρημα», δηλαδή μόνα τους, χωρίς φύλακα), αφού τα φυλάει ο φόβος τους. Φοβούνται και από μόνα τους, δεν χρειάζεται να τα φοβίζουμε εμείς συνεχώς…
Λοιπόν, ένα πρώτο μου συμπέρασμα καθώς μεγάλωνα, ήταν ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος γιατί φοβάται. Τί φοβάται; Μα, φυσικά, την ελευθερία. Φοβάται την ελευθερία. (Κι όταν δεν τη φοβάται αυτός, δεν πειράζει, τη φοβούνται οι άλλοι, στο πρόσωπό του… Αν το σκεφτείτε λίγο, θα δείτε ότι οι «ελεύθεροι» άνθρωποι συνήθως είναι ύποπτοι, «αναξιόπιστοι», «αμφιλεγόμενοι», «απειθάρχητοι», «άτακτοι», «ανεξέλεγκτοι», «ιδιόρρυθμοι», «τρελοί», «παράνομοι», ακόμη και «σατανικοί»). Φυσικά, αυτό ισχύει γιατί ο άνθρωπος, πάνω απ’ όλα, φοβάται το άγνωστο (την ύψιστη σύνοψη όλων των φόβων), δηλαδή τον θάνατο. Νομίζω πως –σε ανησυχητικά μεγάλο βαθμό– είμαστε όντα της συνήθειας. Αν είμαι κλεισμένος στο βολικό, γνωστό, ασφαλές κελί μου, που στο κάτω-κάτω το έχω συνηθίσει κιόλας, γιατί να βγω εκεί έξω στο άγνωστο, άβολο, ανασφαλές και ασυνήθιστο σύμπαν για χάρη της ελευθερίας μου;
Από την άλλη, στην παιδική μου σκέψη, ελευθερία σημαίνει να κάνω αυτό που θέλω. Αλλά για να κάνω αυτό που θέλω, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να ξέρω τι θέλω. Δηλαδή, όπως το καταλαβαίνω εγώ, να έχω όνειρα, να έχω οραματικό σκοπό. Απ’ όσο ξέρω, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν, δεν έχουν ιδιαίτερα όνειρα, δεν έχουν οραματικό σκοπό, είναι βολεμένοι στο μικρό κελί τους (και δεν ανησυχούν όσο βλέπουν και τους άλλους να είναι στα κελιά τους, οπότε δεν έχουν λόγο να αισθάνονται και ιδιαίτερα άσχημα, «αφού συμβαίνει σε όλους…») Η παράξενη αλήθεια είναι αυτή: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι. Ή έστω δεν ξέρουν καν γιατί να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι, δεν έχουν καν λόγο να είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι. Απ’ ό,τι φαίνεται τους αρκεί να είναι «λίγο» ελεύθεροι, είναι ικανοποιημένοι με «λίγη» ελευθερία, όχι με «πολύ». Σαν να λέμε, είναι ευχαριστημένοι αν το κελί έχει ωραία θέα από τα κάγκελα, μια τηλεόραση κι ένα μπαρ, κι επισκέπτες από τα άλλα κελιά, και που και που, όταν θέλουν, ελεύθερα, να βγαίνουν και μια βόλτα στην αυλή.
Κάποτε, συζητώντας –κάτι σχετικό με όλα αυτά– με τον μουσικό Ζαν-Ζακ Μπουρνέλ (τον μπασίστα των Stranglers), θυμάμαι μου είχε πει: «Α, είναι πρόστυχο να είσαι ελεύθερος, ή ακόμη και να θέλεις να είσαι ελεύθερος. Ποιος είσαι εσύ για να απαιτείς να είσαι ελεύθερος; Τί έχεις να παρουσιάσεις; Όταν όλοι γύρω σου είναι δούλοι του συστήματος ή του ρόλου τους, πώς μπορείς εσύ να είσαι ελεύθερος; Είναι αγένεια. Είναι σαν να πεινάνε τα παιδάκια στην Αιθιοπία κι εσύ να θέλεις μπριζόλες και αρώματα. Είναι απάνθρωπο…»
Ο ειρωνικός φιλοσοφικός κυνισμός του Ζαν-Ζακ, με είχε κάνει να γελάσω εύθυμα, χωρίς να αναλογιστώ αμέσως τις μεγάλες αλήθειες που έκρυβε. Τότε, ήταν λίγο «πανκ» όλα αυτά, η οργή και η ειρωνεία ήταν κάτι σαν κοινωνική υποχρέωση, ήταν θέμα στυλ.
Τελικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν αληθινά την ελευθερία, τους φοβίζει ή δεν την καταλαβαίνουν. Χρησιμοποιούν τη λέξη ελευθερία, ποιητικά, (μάλιστα, ίσως είναι η μόνη ποίηση που επιτρέπουν τόσο συχνά στον εαυτό τους). Οι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι ελεύθεροι, θέλουν να έχουν «δικαιώματα». Τους ενδιαφέρει η «δικαιοσύνη», όχι η «ελευθερία». Θέλουν «να έχουν το δικαίωμα» να κάνουν κάτι, να λένε κάτι, ή να είναι κάπως. Αυτό εννοούν όταν λένε ότι θέλουν «να είναι ελεύθεροι».
Δικαίωμα σημαίνει παραχώρηση δικαίου, «άδεια για το δικό μου», ας πούμε, δικαιωμένη απαίτηση. Είναι σαν να ζητάς μια άδεια από το λοχαγό σου, και να είναι υποχρεωμένος από τον κανονισμό να σου τη δώσει, αν τελείς τις προδιαγραφές γι’ αυτήν. Η λέξη «δικαίωμα», κατά τη γνώμη μου, κατά βάθος είναι προσβλητική, κάποτε κάποιος έδωσε κάποια «δικαιώματα» στους δούλους, ουσιαστικά τα απαραίτητα για μια κάπως αξιοπρεπή ζωή. Όλοι οι ανθρώπινοι αγώνες, δυστυχώς, έγιναν για το δικαίωμα στη ζωή και για την αξιοπρέπεια, φοβάμαι ότι δεν έγιναν για την Ελευθερία. Είμαστε, όπως μου το έλεγε ο Μπουρνέλ, παιδάκια σε μια πνευματική Αιθιοπία, πρέπει να ζητάμε ψωμί, νερό, περισσότερες ανάσες, όχι «μπριζόλες και αρώματα». Έπειτα από πέντε χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι –και όχι όλοι– κατέκτησαν απλώς το δικαίωμα στη ζωή και λίγο στην έκφραση, τα δεδομένα δηλαδή, και όχι την ελευθερία τους, την ατομική τους ελευθερία, πόσο μάλλον μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία. Χρειάζεται άλλα πέντε χιλιάδες χρόνια πολιτισμός για να το κατακτήσουμε αυτό. Κι εγώ δεν θα είμαι εδώ τότε…
«Παντελή, κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία. Οι άνθρωποι θέλουν ευτυχία. Δεν θέλουν ελευθερία, τί να την κάνουν; Και ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος μόνο αν είναι εξαρτημένος. Ελευθερία σημαίνει ανεξαρτησία, να μην εξαρτάσαι από κανέναν και από τίποτε, να είσαι ανεξάρτητος. Όμως, απ’ ό,τι βλέπεις, αυτό δεν είναι και τόσο φυσικό. Οι άνθρωποι, από τη φύση τους, είναι απόλυτα εξαρτημένοι από τα πάντα, επιθυμούν την εξάρτηση, μ’ αυτήν νιώθουν καλά, την αποζητούν για να νιώσουν ευτυχία, γαλήνη και αρμονία. Είναι εξαρτημένοι από τη μαμά τους και τον μπαμπά τους, από τη γυναίκα τους ή από τον άντρα τους, από το φαγητό, από την ικανοποίηση των αναγκών τους, από τα όργανα του σώματός τους, από τις αισθήσεις τους, από τον καιρό, από τις ουσίες, από το σεξ, από το σπίτι τους και τα αντικείμενά τους, από την πατρίδα τους, από το DNA τους, από τις συνήθειές τους, από την καλοπέραση, από την ειρήνη και την ασφάλεια, από την πληροφορία, από τα σώου, από τις εντυπώσεις, από τη γνώμη και την κριτική των άλλων, από τις βιολογικές τους ανάγκες, από τον Θεό τους, κλπ. Έτσι νιώθουν ευτυχισμένοι. Έτσι έχουν μάθει. Έτσι είναι ένα με τον κόσμο γύρω τους, τον κόσμο τους. Το να αποζητάς την ελευθερία, την ανεξαρτησία, είναι σαν να θέλεις να είσαι δυστυχισμένος.
»Η πενηντάχρονη πείρα μου ως τώρα με έχει διδάξει ότι οι άνθρωποι θέλουν αγάπη, τρυφερότητα και στοργή, αποδοχή και κοινωνική αναγνώριση, ησυχία και ασφάλεια, ψυχαγωγία και φιλία, οικογένεια και δημιουργία, παρηγοριά και κατανόηση, σεβασμό, σιγουριά και καλοπέραση. Όλα αυτά είναι εξάρτηση. Δεν θέλουν να είναι ανεξάρτητοι. Δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητοι. Απλά το λένε καμιά φορά για πλάκα, για να κάνουν τους έξυπνους, τους διαφορετικούς. Αυτό είναι όλο. Αν υπήρχε αληθινή ελευθερία στον κόσμο, χαθήκαμε, καταστραφήκαμε. Κανείς δεν θα ξέρει που πάνε τα τέσσερα…»
Ο Θόδωρος είναι επίσης κυνικός και μεγάλος χιουμορίστας, αλλά νομίζω ότι είναι σοφό αυτό που μου είπε, έχει δίκιο. Στην ουσία δεν διαφέρει απ’ αυτό που μου είπε κάποτε ο Λάμα Ντόρτζιε: «Απόλυτη ελευθερία σημαίνει και ελευθερία από την ελευθερία…» Αν και αυτό είναι ένας ακροβατικός συλλογισμός, μια λεκτική μαύρη τρύπα, που στοχεύει στη «φώτιση» του ακροατή, όπως του το δίδαξαν οι δάσκαλοί του.
Από την άλλη, θυμάμαι μια παλιά μυστηριώδη συζήτηση με τον συγγραφέα Γιώργο Μπαλάνο, κατά την οποία είχε πει την θρυλική ατάκα: «Τα πάντα γίνονται για μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας…» ©
Δηλαδή, όπως το σκέφτομαι αυτήν τη στιγμή, όλα, τα πάντα, γίνονται για την ελευθερία, αλλά βήμα-βήμα, κάθε φορά έστω και για μια ίντσα παραπάνω ελευθερίας, επίπονα, αργά, σταδιακά, πολεμικά. Όμως, κοιτώ γύρω μου και μέσα μου και βλέπω ότι αυτό γίνεται απελπιστικά αργά, τόσο αργά που όταν επιτέλους κερδίζεται η ίντσα κανείς δεν το συνειδητοποιεί. Και έστω μέχρι να γίνει αυτό το βηματάκι, ο αρχικός σκοπός του έχει ξεπεραστεί προ πολλού, είναι πλέον άσκοπο, η πρόθεση έχει μεταλλαχθεί πολύ πριν καν θυμηθεί ότι κάποτε έδωσε την εντολή γι’ αυτό το τόσο καθυστερημένο βήμα. Αυτά τα βήματα, αυτά τα αργοπορημένα «ποσοστά», είναι σαν τους παλιούς καλούς επαναστάτες, που ξεκίνησαν να πολεμήσουν την τυραννία, και μέχρι να τη νικήσουν έχουν γίνει και οι ίδιοι τύραννοι.
Η Ελευθερία, αυτή η αγαπημένη κυρία των πολεμιστών και των ποιητών, ξεγλιστρά συνεχώς, ξεφεύγει από τις προθέσεις, είναι πάντα ένα βήμα μπροστά, πάντα άπιαστη, πάντα χαμένη. Δεν προσφέρει ποτέ ένα ανέλπιστο νόημα, έστω κι αν τα πάντα γίνονται γι’ αυτήν…
Αλλά, να, δεν ησυχάζω, κοιτώ γύρω μου και βλέπω έναν κόσμο στον οποίο βασιλεύει η τερατώδης βλακεία, μια βλακεία που βγάζει μάτι. Και, έστω κι αν αυτό το συμπέρασμα κατά βάθος υπονοεί ότι εγώ είμαι ο έξυπνος ή έστω ο πιο βλάκας, δεν αντέχω αν δεν το καταγγείλω.
Βλέπω στην τηλεόραση ανθρώπους να μιλούν για ελευθερία, ενώ έχουν δεμένο το λαιμό τους με γραβάτες και περιστοιχίζονται από υπάλληλους, στρατιώτες και ασφαλίτες. Και κανένας δεν το παρατηρεί. Βλέπω τον μισό κόσμο να γενοκτονεί τον άλλο μισό κόσμο, στο όνομα του Θεού, της οικονομίας, της «ελευθερίας». Βλέπω τους μεγαλο-δημοσιογράφους να μιλούν για ελευθερία της σκέψης και της γνώμης, οι ίδιοι άνθρωποι που διαμορφώνουν κατά παραγγελία (άγνωστο από ποιους) επί δεκαετίες την κοινή γνώμη, και μάλιστα όλοι τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με ολόιδιες μεθόδους και γραμμές, σε σημείο να κάνεις ζάπινγκ στα δελτία ειδήσεων και να μη χάνεις καμία είδηση, γιατί τις λένε όλα με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια πλάνα, με τις ίδιες λέξεις και ακόμη και με την ίδια σειρά. Και κανένας δεν το παρατηρεί. Βλέπω τους ανθρώπους να στεναχωριούνται με τα ίδια πράγματα, να χαίρονται με τα ίδια πράγματα, να ποθούν τα ίδια πράγματα, να μιλούν με τον ίδιο τρόπο για τα ίδια πάντα θέματα, να κινούνται όλοι μαζί με τον ίδιο τρόπο, να ντύνονται με τα ίδια ρούχα, να κάνουν τα ίδια λάθη, να πιστεύουν όλοι βασικά στα ίδια πράγματα, να ονειρεύονται τα ίδια πράγματα, να έχουν ίδια αντίληψη, ίδιο τρόπο σκέψης, ίδια ζωή, ίδιο θάνατο. Και όλοι τους νιώθουν διαφορετικοί, μοναδικοί, ελεύθεροι, και κανείς δεν παρατηρεί τη ρομποτική μας ομοιογένεια…
Από την άλλη, βλέπω τον άνθρωπο, όσο τον ξέρω: δεν αγωνίζεται για μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας, αλλά για μεγαλύτερα ποσοστά δύναμης. Είτε αυτό σημαίνει να έχει το καλύτερο αυτοκίνητο, την καλύτερη μαγεία, τον καλύτερο θεό με το μέρος του, είτε σημαίνει να έχει απόλυτο έλεγχο στα πράγματα, να έχει τη μεγαλύτερη αποδοχή από τους άλλους, να έχει περισσότερο χρήμα, δεν σταματά να αγωνίζεται συνεχώς για μεγαλύτερα ποσοστά δύναμης.
Βλέπω ακόμη και τους λεγόμενους «διανοούμενους» να μην είναι καθόλου εστιασμένοι στον πνευματικό κόσμο, αναζητώντας πνευματική ελευθερία, αλλά να θέλουν να ελέγχουν για λογαριασμό και εν ονόματι του πνεύματος τον υλικό κόσμο, αναζητώντας πνευματικό θρόνο επί της ύλης, κι ο καθένας κατασκευάζει το μικρό του δόγμα, ζητώντας από τους άλλους να το προσκυνήσουν, ή να παραμείνουν «σκλάβοι» της «άγνοιας» αν δεν αποδεχθούν το δόγμα της γνώσης που αυτοί εγκαθιδρύουν. Και κανένας δεν το παρατηρεί, κι όλοι τους ονομάζουν «ανθρώπους του πνεύματος».
Και από την άλλη για να είσαι αποδεκτός ως «άνθρωπος του πνεύματος και της γνώσης», ακόμη και ως απλός στοχαστής ή ως αναλυτής, πρέπει να είσαι «έγκυρος». Και κανένας δεν ρωτάει επιτέλους: τί εννοείτε όταν λέτε «έγκυρος» ρε παιδιά; Να έχει «εγκριθεί» και «επικυρωθεί» από ποιόν; Να του έχει δοθεί «κύρος» από ποιον; Πώς τον λένε επιτέλους να μάθουμε κι εμείς το όνομά του; «Έγκυρος» βάσει ποιου δόγματος; Βάσει ποιας γραμμής; «Εν κύρος» βάσει ποιου κυρίου;
Βλέπω τους ανθρώπους να ψάχνουν παντού και πάντα την αλήθεια, σε έναν κόσμο που είναι ολόκληρος κατασκευασμένος πάνω στα ψέματα, και να μετατρέπουν τα πιο διαδεδομένα από αυτά τα ψέματα, σε «μεγάλες αλήθειες». Όλοι θέλουν να είναι ξεχωριστοί από τους άλλους, και θέλουν να πρεσβεύει η γνώμη τους την αλήθεια, και θέλουν να λένε ελεύθερα τη γνώμη τους. Και πιστεύουν ότι η αλήθεια είναι πάντα μία! Τί σημασία έχει να λέμε ελεύθερα τη γνώμη μας, αν αυτή είναι ίδια με όλες τις άλλες;;...
Όλους τους ανθρώπους τους ενδιαφέρει η αλήθεια, ενώ θα έπρεπε να τους ενδιαφέρει η ελευθερία.
Τους ενδιαφέρει η «αλήθεια»! Άραγε, ποια από τις επτά δισεκατομμύρια αλήθειες; Αυτή που τους βολεύει, αυτή που έχουν μάθει, αυτή στην οποία αναγνωρίζουν τα στοιχεία που τους τρέφουν, αυτή που είναι «επικυρωμένη» από την «παγκόσμια επιτροπή αναγνώρισης και επικύρωσης αληθειών».
«Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα». Λάθος! Βγες εκεί έξω να συλλογιστείς ελεύθερα και θα δεις τι έχεις να πάθεις. Οι άνθρωποι γύρω μου ξέρουν και πιστεύουν και αναγκάζονται κάτι άλλο: «Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ψύχραιμα», δηλαδή όποιος είναι ψυχρόαιμος σαν τις σαύρες, όποιος είναι διπλωμάτης (με «διπλά μάτια»), όποιος ζυγίζει τι τον συμφέρει και τι όχι, όποιος «προσέχει» τι συλλογάται, και αν αυτό που συλλογάται είναι εγκεκριμένο από την «επιτροπή έγκρισης και αποδοχής συλλογισμών»…
Με την απλοϊκή παιδική μου σκέψη σημαίνει: να είμαι απλά ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω και να λέω ό,τι θέλω, αρκεί να μη στερώ την ελευθερία των άλλων, να επενδύω το χρόνο μου όπου θέλω και να μην εκβιάζομαι με κανέναν απολύτως τρόπο, να μπορώ να μετακινούμαι όπου θέλω και να μαθαίνω ό,τι θέλω, να πιστεύω ό,τι θέλω και να εκφράζω την πίστη μου όπως θέλω, να είμαι ελεύθερος να καταθέτω την άποψή μου και να είναι σεβαστή από όλους, το ίδιο σεβαστή με την άποψη όποιου άλλου, όποιος κι αν είναι αυτός, να επικοινωνώ ελεύθερα με όποιον θέλω και με όποιον τρόπο έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας, να μπορώ ελεύθερα να δημιουργώ, να επιλέγω, να μη δίνω αναφορά σε κανέναν αν δεν το επιθυμώ, να εφαρμόζω τον ολόδικό μου τρόπο ζωής, να αλλάζω τελείως τον εαυτό μου όποτε θέλω, να είμαι ελεύθερος σε όλα αυτά αρκεί να μη βλάπτω συνειδητά κανέναν.
Αν ρίξετε μια προσεκτική ματιά στα παραπάνω, θα δείτε ότι όλα ανήκουν στα «ευκόλως εννοούμενα». Και μάλιστα, η τυραννία της βλακείας που μας βασανίζει καθημερινά, έχει κάνει τους περισσότερους από εμάς να πιστεύουμε ότι όλα αυτά ισχύουν, ότι όλα αυτά τα έχουμε! Κι όμως, δεν τα έχουμε, ούτε καν τυπικά, παρά μόνο ίσως στο τελείως ελάχιστο και απαραίτητο για την επιβίωσή μας (και συχνά ούτε καν αυτό). Δεν τα είχαμε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, κανένας μας.
Ποια είναι λοιπόν η Ελευθερία, κύριοι σοφοί δάσκαλοι που μου μιλούσατε γι’ αυτήν στο σχολείο; Κι εσείς οι μεγάλοι που μου λέγατε ότι ήμουν μικρός ακόμη για να τα καταλάβω όλα αυτά και «προς το παρόν» έπρεπε να κάνω ό,τι μου λέγατε; Ποια είναι η ελευθερία για την οποία αγωνιστήκατε κύριοι επαναστάτες; Ποια είναι η Ελευθερία που της έγραψες ύμνο κύριε μεγάλε ποιητή; Αφού δεν τη γνωρίσατε ποτέ, από πού τη μάθατε;
Τη μάθατε από τους ωραίους ανθρώπους που την είδανε με τη φαντασία τους.
Τη μάθατε από τους ονειροπόλους που την ονειρεύτηκαν. Τη νιώθατε στον άνεμο να σας καλεί τότε που ήσασταν μικρά παιδιά, και την ποθήσατε για να παίξετε και για να εξερευνήσετε το μυστήριο του κόσμου.
Τη μάθατε από τους «φευγάτους» εραστές της περιπέτειας και από τους εξερευνητές, που φύγανε στα πέρατα του κόσμου για να την εντοπίσουν.
Τη μάθατε από τους καλλιτέχνες που την είδαν σε οράματα και προσπάθησαν να τη ζωγραφίσουν, να τη συλλαβίσουν, να την τραγουδήσουν, και από τους «τρελούς».
Τη μάθατε από τους κατατρεγμένους και από τους φυλακισμένους, από τους ευφάνταστους δούλους και από τους δραπέτες και τους φυγάδες και τους αμφισβητίες, από τους αναίτιους αντάρτες και από τους «αμφιλεγόμενους».
Δεν τη μάθατε από τους μεγάλους, από το σχολείο, από τους πολιτικούς, από τους στρατοκράτες, από τους παπάδες, από τους δικηγόρους και από τους δημοσιογράφους και τους τραπεζίτες, από τους λογικούς, από τους «έγκυρους» και από τους άρχοντες και τους μεσσίες. Γιατί δεν μου το είπατε ποτέ αυτό;...
Η ελευθερία για την οποία όλοι μου μιλούν, δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ.
Υπάρχει μόνο το «Φάντασμα της Ελευθερίας». Μια ελπίδα, ένας πυρετός του νου, ένα όραμα, ένα όνειρο, μια φανταστική κατασκευή, μια τρελή ιδέα για τη ζωή και την έκφραση.
Νιώθω πολύ απογοητευμένος από τον κόσμο των μεγάλων που δεν μου τα δίδαξε ποτέ αυτά, και που έπρεπε να αφιερώσω δεκαετίες αναζήτησης για να τα μάθω και να τα καταλάβω μόνος μου.
Και τώρα που τα κατάλαβα, βλέπω τους πάντες γύρω μου να κοροϊδεύουν τους πάντες, βλέπω ακόμη και τους σοφούς και τους αντιδραστικούς να μην το καταγγέλλουν, να μη μιλάνε. Γιατί; Άραγε, ακόμη και οι σοφοί και οι αντιδραστικοί είναι τελικά βλάκες; Όχι. Είναι γιατί φοβούνται! Γιατί δεν υπάρχει ελευθερία. Φοβούνται να μιλήσουν, να το ξεσκεπάσουν. Φοβούνται μήπως χάσουν τη σύνταξή τους, τη θέση τους, τις μετοχές τους, την πόζα τους, τη ζωή τους. Αυτό πιστεύω εγώ, νομίζω ότι είναι ολοφάνερο, χωρίς να θέλω να αδικήσω μέσα μου τις λαμπρές εξαιρέσεις (πεθαμένοι άνθρωποι οι περισσότεροι) που άλλωστε δεν είναι αρκετές, ούτε ήταν ποτέ.
…Από τότε που ήμουνα μικρό παιδάκι, το όνειρό μου ήταν να γίνω συγγραφέας. Μου άρεσε να φαντάζομαι πράγματα, περνούσα τις ώρες μου ονειροπολώντας, παρατηρώντας το κάθε τι, εξερευνώντας τις λεπτομέρειες που δεν πρόσεχε κανείς.
Μου άρεσε να διαβάζω βιβλία, να βλέπω ταινίες, να παίζω δραματοποιώντας τις φαντασίες μου, να βλέπω όνειρα, να ακούω συναρπαστικές ιστορίες, να ταξιδεύω με τη σκέψη μου σε μέρη μακρινά, να ψάχνω παντού για το μυστήριο, το ασυνήθιστο, το πρωτόγνωρο, το άπιαστο. Μου άρεσε να διηγούμαι ιστορίες, να μετατρέπω τα πάντα σε ιστορίες, να επινοώ και να εφευρίσκω τις απολαύσεις μου. Πάντοτε ενθουσιαζόμουν με τα πάντα, τόσο πολύ και σε τέτοιο σημείο, που έφτασα να πιστεύω πως ο κόσμος είναι υπέροχος, μυστηριώδης, ανεξερεύνητος, απερίγραπτος. Κι άρχισα να νιώθω πως αναλογούσε σε μένα τον μικρούλη, να τον περιγράψω, να τον αποκρυπτογραφήσω, να τον ακούσω και να σημειώνω ό,τι μου έλεγε.
Έψαχνα και μάθαινα τα πάντα με μεγάλη δίψα, εξερευνούσα και ζούσα τις δικές μου επικές περιπέτειες, κι έγραφα, έγραφα, έγραφα, τόσο πολύ και τόσο πεισματικά, που στο τέλος το πίστεψαν όλοι πως είμαι συγγραφέας, κι άρχισαν να με διαβάζουν. Κι ήμουν τόσο χαρούμενος γι’ αυτό, είχα τόσα πολλά να τους πω για τον κόσμο και για τα πράγματα που είχα μάθει, για τα όνειρα των ανθρώπων και για τις λεπτομέρειες που δεν πρόσεχε κανείς. Είχα τόσες πολλές ιστορίες να διηγηθώ, που στο τέλος άρχισε να με πιάνει μια μεγάλη θλίψη, γιατί κατάλαβα ότι δεν θα έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να το κάνω, ο χρόνος που μου παραχωρήθηκε δεν θα μου επαρκούσε για να μάθω τα πάντα και να διηγηθώ τα πάντα.
Παρ’ όλα αυτά συνέχισα μόνο με την ελπίδα, πείθοντας τον εαυτό μου ότι είναι αθάνατος και ότι ο χρόνος είναι ψέματα. Διψούσα για τον κόσμο και για όλα του τα περιεχόμενα, ορατά και αόρατα. Πίστεψα ότι θα μπορούσα ίσως να ελευθερωθώ από το χώρο και το χρόνο, να αντισταθώ στη θλίψη και σε όλα τα άσχημα πράγματα, να πολεμήσω με την πένα μου την αδικία και την ασχήμια που βασανίζει όλους μας. Παιδικά πράγματα. Έλεγα ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από μυστήριο, συγκλονιστικές αλήθειες, κι ότι κρυφά στηρίζεται στη δικαιοσύνη, στην ελπίδα και στην ομορφιά. Πίστεψα ότι μπορώ να παρασύρω τους άλλους, τους φίλους μου έστω, να αντισταθούμε όλοι μαζί με τη δυναμική φαντασία μας, να νικήσουμε, και να δούμε όλα εκείνα που απαγορεύεται να δούμε, να ανακαλύψουμε για πρώτη φορά τον κόσμο...
Σήμερα νιώθω προδομένος από τον κόσμο. Κατάλαβα επιτέλους αυτό που ο κόσμος μου έκρυβε: ότι δεν είμαι παρά ένας ανόητος ονειροπαρμένος ψευτο-διανοούμενος, που περνάει την ώρα του μουτζουρώνοντας χαρτιά. Κατάλαβα ότι ίσως τελικά ο κόσμος δεν έχει τίποτε παραπάνω να μου προσφέρει, παρά μόνο θλίψη και θάνατο, σκλαβιά και αδικία. Είναι ένας κόσμος φτιαγμένος πάνω στον αδυσώπητο νόμο του ισχυρού. Ο Αδόλφος Χίτλερ είχε τελικά μεγάλο δίκιο όταν το έγραφε αυτό στο Mein Kampf, ήταν φυσιολάτρης, και εδώ πέρα ο μόνος δικαιωμένος αγώνας είναι εκείνος του ισχυρού εις βάρος του αδύνατου, όπως το θέλει και η μονότονη φύση, χωρίς να κρύβει κανένα μυστήριο πέρα από εκείνα της δύναμης και του αίματος, της πείνας και της δίψας, του θανάτου και της εξολόθρευσης, της αναπαραγωγής και της λήθης. Όποιος έχει το όπλο σκοτώνει τον άοπλο, όποιος έχει τη δύναμη υποτάσσει τον αδύνατο, μόνο οι Χίτλερ επιβιώνουν. «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων», όπως το έλεγε ο Ηράκλειτος που πέθανε μέσα στην κοπριά και τον φάγανε τα σκυλιά. Αυτός είναι ο «αγώνας για τα μεγαλύτερα ποσοστά ελευθερίας».
Η μόνη αξιοπρέπεια που έχουμε είναι η Σκέψη.
Ό,τι υπέροχο έβλεπα σαν μικρό ενθουσιασμένο παιδάκι, ήταν και είναι απλά μέσα στο μυαλό μου. Αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος να φάει τον εαυτό του για να έχει τροφή! Να σκοτώνει για να ζει! Να προδίδει για να ελπίζει! Να φανερώνει για να κρύβει! Γαμώτο, και όλοι οι άνθρωποι είναι αθώοι, όλοι ανεξαιρέτως, υπακούνε απλώς στο ορμέμφυτο, είναι κατασκευαστικό πρόβλημα του κόσμου όλα αυτά.
Σήμερα νιώθω ότι ο κόσμος είναι ένα τραγικό λάθος, και ότι η μόνη του ελπίδα είναι το μυαλό μου. Το μυαλό σου. Η ελευθερία μου είναι μόνο η σκέψη μου... Ελευθερία έχω μονάχα μέσα μου. Η Σκέψη είναι ελεύθερη, κανείς δεν μπορεί να της στερήσει τη μαγική ελευθερία της, η οποία είναι αγνώστου προελεύσεως, δεν είναι από εδώ.
Παρηγοριέμαι με τη γνώση ότι το είχαν καταλάβει και άλλοι αυτό, κι ότι δεν είμαι ο πρώτος, άρα δεν είμαι μόνος μου. Διαβάζω κάτι ξεχασμένους στίχους του ποιητή Algernon Swinburne:
«Είστε δυνατοί, ω βασιλιάδες, ω ισχυροί άντρες; Όχι,
Ξοδέψτε όλοι σας την ισχύ και κλέψτε ό,τι μπορείτε,
Κι όμως υπάρχει κάτι που ποτέ δεν θα σκοτώσετε, ποτέ,
Τη Σκέψη, που ούτε η φωτιά ούτε το σίδερο μπορεί να τη φοβίσει.
Η απλήγωτη κι αόρατη σκέψη που φεύγει
Ελεύθερη έξω από το χρόνο, καθώς ο νότιος κι ο βόρειος άνεμος φυσούν,
Ελεύθερη έξω από το χώρο, καθώς η ανατολική κι η δυτική θάλασσα κυλούν,
Κι όλα τα σκοτεινά πράγματα μπροστά της αποκτούνε λάμψη…»
Θα κάνω τα πάντα για να διηγηθώ τα πάντα για οποιονδήποτε άλλον κόσμο εκτός από αυτόν...
Άλλωστε, από καιρό το υποψιαζόμουν και τώρα πλέον το ξέρω καλά: Ο κόσμος αποτελείται από κόσμους, κι η αληθινή ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία όλων αυτών των κόσμων, που γεννιούνται στο κεφάλι μας και ίσως δεν πεθαίνουν μαζί με το κεφάλι μας, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν, και να διηγούνται ατέρμονα εκείνη τη μυστική ιστορία που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς: την ιστορία της ελευθερίας του πνεύματος...
CALIFORNIA

CALIFORNIA
Τη νύχτα, ο άνεμος από την ακτή του Ειρηνικού αναδεύει δροσερά τα φύλλα από τα φοινικόδεντρα. Στον ορίζοντα της θάλασσας οι μακρινές πλατφόρμες των πετρελαιοπηγών είναι φωτισμένες και φαίνονται σαν θαλάσσια λούνα-παρκ. Ο Πάτρικ είναι Κινέζος, εξήντα χρονών, μόλις έχουμε μπει στο σπίτι του κι εκείνος παίζει κιθάρα και τραγουδάει με εφηβική φωνή ένα παλιό τραγούδι του Έλβις, το Heartbrake Hotel, στους τοίχους γύρω του κρέμονται ινδιάνικα κειμήλια, αρχαία ελληνικά πιάτα, κοχύλια και αστερίες από τη Χαβάη, κουκλάκια των Χόπι, βραβεία για τον καλύτερο πωλητή ασφαλειών, ένα κέντημα με λουλούδια που γράφει God Bless America με παιδιάστικα γράμματα… Ακούγοντας εκείνο το χωρίς ντροπή τραγούδι του με τη νοσταλγική φωνή και τα κλειστά του μάτια, κατάλαβα για πρώτη φορά πόσο μακριά βρισκόμουν από το σπίτι μου. Η Μαρία, η γυναίκα του, είναι Ελληνίδα από την Κύπρο, από τα κατεχόμενα, κι έξω από το λευκό σπίτι τους στο Λος Άντζελες έχουν μια πινακίδα με έναν ελληνικό ήλιο και έναν ανεμόμυλο που γράφει Καλώς Ήλθατε στη Λάπιθο, το χωριό της Μαρίας που το πήρανε οι Τούρκοι ένα μεσημέρι και σκοτώσανε τον πατέρα της, κι εκείνη μιλά συνέχεια για τη Λάπιθο που είναι απαγορευμένη για τα βήματά της, και λέει ιστορίες στη Λένα για τις Ινδιάνες μάγισσες στην Αριζόνα.
Στο Σαν Χουάν Καπιστράνο, στο σαλούν του Coach-House, η Michelle Shocked χτυπιέται με την κιθάρα της πάνω στη σκηνή και τραγουδάει για τους Hobos, τους αλήτες που ταξίδευαν λαθραία με τα τραίνα, το Τζακ Ντάνιελς είναι το πιο φτηνό ποτό και το ντεπόζιτο της βενζίνης του αυτοκινήτου γεμίζει μόνο με 9 δολάρια.
Έξω από το σπίτι του Κάρλος Καστανέντα στο Westwood, πάνω από τη Σάντα Μόνικα, μια μαύρη γάτα μας παρακολουθεί σκαρφαλωμένη πάνω στο φράχτη. Στη Σάντα Άννα ψάχναμε για το σπίτι του Φίλιπ Κ. Ντικ, αναζητούσαμε μάταια τα ίχνη του που έχουν χαθεί από τον πλανήτη ή έχουν μεταμορφωθεί σε βιβλία. Ένα μεγάλο κύμα εμφανίσεων UFO στα σύνορα με το Μεξικό, έχω ακόμη στα μάτια μου τις ερημιές του Ortega Highway (μα πού είναι το El Toro;), τις μυστικές εξοχές που τις ξέρουν μόνο οι τσοπεράδες, και μια πινακίδα έξω από μια ξύλινη εκκλησία βαπτιστών που έλεγε στον ταξιδιώτη: «Έλα μέσα. Ο Θεός θέλει να σου μιλήσει». Ο Θεός μιλάει από το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, του αρέσουν τα ντόνατς σε ένα παρακμιακό μαγαζάκι στις όχθες της λίμνης Έλσινορ, το σέρφινγκ στη Balboa Beach, κι ο αυτοκινητόδρομος της αμαρτίας: το Freeway 15 προς Νεβάδα, που διασχίζει την έρημο Mojave και πάει στο Λας Βέγκας για τα καζίνα. Στο Πάλος Βέρντες είδα για λίγο τον Παράδεισο, που τον έχουν αγοράσει οι πλούσιοι κι έχουν αποδημήσει εκεί, κι όλοι οι άλλοι νομίζουν πως είναι στο Μπέβερλυ Χιλς. Τις νύχτες ονειρεύονται και πηγαίνουν στο Dreamland, στο Area 51 στην έρημο, για να μιλήσουν με τους δαίμονες που ζουν εκεί με τα λεφτά των φορολογούμενων, στην υπόγεια βάση.
Ένα όμορφο σούρουπο στο Bell Air, οδηγάμε στο Mulholland Drive, κι είμαστε σίγουροι πως θα στρίψουμε σε μια στροφή και θα βγούμε σε έναν άλλο κόσμο, ή έστω μέσα σε ένα όνειρο του Ντέηβιντ Λυντς, τί άλλο να ελπίσω έπειτα από τη θέα των φωτισμένων ουρανοξυστών στο L.A. και μερικά παλιά υπονοούμενα για το San Bernardino Freeway; Υπάρχει ένα Route 66 του εσωτερικού διαστήματος: είσοδος ελεύθερη.
Ένα δάσος με τιτάνιες σεγκόγιες στη Σονόμα, η κάθε μια τους με εμβαδόν όσο ένα σπίτι και ύψος τουλάχιστον όσο μια ελληνική πολυκατοικία, και στη Venice Beach ένας απροσδιόριστος φυλετικά τύπος με τεράστιο τουρμπάνι στο κεφάλι και πατίνια στα πόδια, φορά μια λευκή μπέρτα κι έχει κρεμασμένο έναν ενισχυτή με μπαταρίες στη μέση του, περνά με ταχύτητα δίπλα μου και παίζει ηλεκτρική κιθάρα. Στο Σαν Φρανσίσκο στέκει ακόμη ο πύργος της τηλεόρασης που τρόμαζε τόσο πολύ τον Φριτς Λάιμπερ σαν κακό Megapolisomancy, ένας άστεγος κοιμάται στην είσοδο μιας τράπεζας, ένα τζάμι τον χωρίζει από όλα τα λεφτά του κόσμου, και κατεβαίνοντας το Divisadero Road όλοι οι άντρες είναι γκέι, και μάλλον κανείς δεν φαντάζεται ότι η συνοδός μου δεν είναι τραβεστί. Τις νύχτες φεύγουμε για να ακούσουμε τις φάλαινες στον Ειρηνικό, το τραγούδι τους ίσως ακούγεται μέχρι τις φυλακές του San Quendin, μέχρι το Aqua Calliente και τις φώκιες του, και μέχρι την κοιλάδα του Φεγγαριού, τα αμπέλια του Τζακ Λόντον και την κοιλάδα που έχει αγοράσει ο Τζωρτζ Λούκας, την Lucas Valley, όπου μπορείς να μπεις μόνο αν είσαι καλεσμένος του. Αν και ο Πόλεμος των Άστρων συνεχίζεται στη Ντίσνεϋλαντ, μαζί με τους Πειρατές της Καραϊβικής, τη Στοιχειωμένη Έπαυλη και το Tiki Room, μερικά από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνήματα που έφτιαξε ο νους του ανθρώπου.
Πάνω από το Σακραμέντο, κάπου έξω από το Placerville, έξω από το χωριό των κρεμασμένων, κοντά στα Eldorado Hills, μαζί με τα φαντάσματα των χρυσοθήρων, μέσα στο δάσος στέκει μια παράγκα όπου ζούσε ο Κλαρκ Άστον Σμιθ και έφτιαχνε τα εξωγήινα γλυπτά του, ενώ στο Auburn πέρα από τις παρατημένες σιδηροδρομικές γραμμές του Skyridge υπάρχει ένα δρομάκι που λέγεται Poet Smith drive.
Στον δρόμο για τη Σάντα Κρουζ, μέσα στη νύχτα, κατεβαίνοντας τον φιδογυριστό PCH (Pacific Coast Highway), η ομίχλη σαν γιγαντιαίο σιντριβάνι υψώνεται από τον Ειρηνικό και πέφτει πάνω στο δρόμο, ορατότητα μηδέν, τότε βγαίνουν τα ελάφια και αυτοκτονούν. Στη Σάντα Κρουζ ένιωσα κάτι από την καρδιά, όλα αυτά τα φτιάξανε οι πιονέροι, The Home of the Brave, όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια και η καρδιά τους υποφέρει, ο Νέος Κόσμος δεν νοιάζεται από πού είσαι, ολονών το βλέμμα ημερεύει το πρωί στη συννεφιασμένη ακτή της Σάντα Κρουζ, κι από ‘κει ταξιδεύει για το Carmel, σαν σε όνειρο. Κανείς δεν θα πιστέψει τα πράγματα που είδα με τα μάτια μου στο Mystery Spot μέσα στο δάσος, α, ο κόσμος είναι ένα πολύ παράξενο μέρος, κι όποιος δεν ταξιδεύει δεν το ξέρει, ζει τελείως ανίδεος.
Ο Ραμόν στη Σάντα Ρόζα μας έδωσε ένα μικρό αρχαίο γλυπτό των Αζτέκων, λαθραίο, που το ξέθαψε σε ένα χωράφι η μαμά του στην Τσιχουάουα ή το αγόρασε στην Οαχάκα, στον δρόμο όταν έρχεσαι από το Σαν Ντιέγκο σε σταματούν οι αστυνομικοί με μαύρα γυαλιά και μαύρα γάντια και ψάχνουν για λαθρομετανάστες Μεξικανούς, και σε ένα μοτέλ νυχτερινό στην τηλεόραση είδαμε έναν γέρο Μεξικάνο συγγραφέα, τον Victor Villasenor, να δακρύζει και να λέει για τη μοίρα του ανθρώπου, πως η πατρίδα ολονών μας είναι τόσο μακριά, κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται.
Στο μουσείο του Ρίπλεϋ στο Χόλυγουντ (Believe it or Not), στέκει ένα ομοίωμα του ψηλότερου ανθρώπου στον κόσμο, σωστό τέρας. Οι συγχωριανοί του τον αγαπούσαν.
«Στην Καλιφόρνια είσαι ελεύθερος να είσαι παράξενος», μου ψιθυρίζει μία γοργόνα στην παλιά προκυμαία του Redondo Beach, μέσα από τον μικρό πλαστικό θόλο της…
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
«–Δεν μου είπες, τελικά υπάρχει θησαυρός στο διπλανό σπίτι;
–Ποιο σπίτι; Δεν υπάρχει κανένα σπίτι εδώ δίπλα.
–Ε, τότε ας φτιάξουμε ένα..»
(Marx Brothers)
Περνάμε μια ολόκληρη ζωή αναζητώντας τη «μεγάλη αλήθεια», διερωτώμενοι για τη φύση του κόσμου και του ανθρώπου, για τα μυστήρια του πνεύματος, για την ορθή αντίληψη της πραγματικότητας και για το νόημα της ζωής. Και διαφεύγει σχεδόν από όλους μας ότι την αλήθεια την ξεχωρίζει μόνο η πιο αγνή ματιά, ότι οι πρώτες εντυπώσεις για κάποιον παράξενο λόγο είναι πάντα σωστές, και πως, οτιδήποτε κι αν επιχειρήσαμε να πιστέψουμε για όλα αυτά, το βασίσαμε σε στοιχεία που αποκτήσαμε καθ' οδόν στη ζωή, και το μόνο που τελικά καταλάβαμε είναι ότι μάλλον είμαστε μπερδεμένοι ή εξαπατημένοι.
Αν υπάρχει κάποια αυταπόδεικτη αλήθεια για τον κόσμο και για τη ζωή, κάτι που κρύβεται πίσω από όλα τα πράγματα που ξέρουμε, μια αλήθεια φυσική και αναμφισβήτητη, τότε αυτήν την αλήθεια την ξέρουν τα μικρά παιδιά. Αυτά είναι που βλέπουν τον κόσμο χωρίς προηγούμενες ερμηνείες και εντυπώσεις, χωρίς παρεξηγήσεις και αυταπάτες, τον βλέπουν όπως στ' αλήθεια είναι: μυστηριώδης και υπέροχος και θαυμαστός, γεμάτος θαύματα, περιπέτεια και έκσταση. Τα παιδιά βλέπουν τα πράγματα όπως στ' αλήθεια είναι, φυσικά, αυθόρμητα, χωρίς τεχνητές ερμηνείες, χωρίς αδικία, χωρίς καμία αβεβαιότητα.
Κι αφού όλοι μας ήμασταν κάποτε παιδιά, πώς είναι δυνατόν να ξεχάσαμε τους θησαυρούς αυτής της φωτισμένης αντίληψης των πραγμάτων; Κι αφού όλοι μας ποθήσαμε κάποτε να ανακτήσουμε τον χαμένο κόσμο της παιδικής μας ηλικίας, γιατί ποτέ δεν κάναμε το βήμα να θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο κοιτούσαμε τότε τον κόσμο γύρω μας;
Όσοι έχουν οι ίδιοι παιδιά, διακρίνουν κάτι από αυτόν τον χαμένο παράδεισο, το βλέπουν στο βλέμμα των παιδιών τους. Εγώ ο ίδιος, κάθε μέρα, παρατηρώ τον μικρό μας γιό να εξερευνεί με δέος τα πάντα και να ανακαλύπτει ένα υπέροχο θαύμα πίσω από κάθε απλή υπόθεση της καθημερινότητας και του περιβάλλοντος, πίσω από κάθε ιδέα ή λέξη, εικόνα ή ήχο, αντικείμενο ή θέα.
Το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, με λεπτομέρειες, και αυτό με βοηθά να το θυμηθώ και στη δική μου περίπτωση: ο κόσμος είναι ένα μέρος θαυμάτων και μυστηρίων όταν είσαι παιδί. Και δεν αλλάζει όταν μεγαλώνεις. Εσύ είσαι που αλλάζεις. Η αλήθεια παραμένει, εσύ είσαι που την έχασες. Όταν είσαι παιδί, ο Παράδεισος σου ανήκει. Και όταν μεγαλώνεις είσαι σαν εκπεσόντας άγγελος, σαν εξόριστος από τον Παράδεισο, σαν προδότης της πατρίδας σου ή σαν άρρωστος που πάσχεις από αμνησία ενώ κάποτε ήξερες τα πάντα.
Ναι, όταν είσαι παιδί, μοιάζεις με τον Αδάμ στον θρυλικό Κήπο του Παραδείσου, που ήταν ο πρώτος που γνώρισε τα πάντα για πρώτη φορά, τη φύση, τον Θεό, τα δέντρα, τα ζώα, τον σύντροφο, το καλό και το κακό, το σεξ, τον άνεμο, τον ουρανό, τις λέξεις, και έδωσε τα ονόματά τους σε όλα τα όντα και τα φυτά.
Όταν είσαι παιδί, τα χωράφια με το σιτάρι μοιάζουν γεμάτα από χρυσάφι που ανεμίζει και λάμπει, που δεν θα θεριστεί ποτέ και θα είναι για πάντα αθάνατο, για πάντα ίδιο με την πρώτη στιγμή που το είδες. Και ό,τι βλέπεις, πιστεύεις ότι υπήρχε από πάντα αιώνια και θα υπάρχει για πάντα αιώνια. Η έννοια της αιωνιότητας είναι έμφυτη μέσα μας, η σκέψη της είναι φυσική και αυθόρμητη.
Αυτό που δεν υπήρχε μέσα μας είναι η έννοια της σπουδαιότητας, η σημασία, που εννοιολογείται από την εξαίρεση. Όλα τα πράγματα ήταν σπουδαία και σημαντικά, μέχρι και τα πιο ευτελή, τα πιο ασήμαντα, τα πιο αδιάφορα για τους μεγάλους, τα πιο δεδομένα.
Η σκόνη, το χώμα και οι πέτρες των δρόμων ήταν πολύτιμες σαν διαμάντια και σπουδαίες σαν τεχνουργήματα. Κάθε παράξενο φύσημα του ανέμου ήταν αιτία δέους και θαυμασμού. Η πόρτα του σπιτιού, ο φράχτης του κήπου, στην αρχή ήταν το τέλος του κόσμου. Κι η εξερεύνηση ήταν η μόνη σημαντική υπόθεση, το ίδιο και το παιχνίδι, η χαρά, η αγάπη.
«Τα πράσινα δέντρα, όταν τα είδα για πρώτη φορά μέσα από τις πύλες του κήπου, με κατέπληξαν και με γέμισαν με πρωτόγνωρη έκσταση. Η γλυκύτητα και η παράξενη ομορφιά τους έκαναν την καρδιά μου να χοροπηδήσει, και, σχεδόν τρελός από την έκσταση, κατάλαβα ότι ήταν τα πιο παράξενα και υπέροχα πράγματα που είχα δει. Και οι άνθρωποι! Ω, τι σεβάσμια και θαυμαστά πλάσματα που έμοιαζαν οι ενήλικοι! Ήταν σαν αθάνατα και σοφά Χερουβείμ! Και τα νεαρά αγόρια έμοιαζαν με λαμπερούς σπινθηροβόλους αγγέλους, και τα νεαρά κορίτσια φάνταζαν σαν Σεραφείμ, παράξενα δείγματα υπέροχης ζωής, φρεσκάδας και ομορφιάς! Τα αγόρια και τα κορίτσια που έτρεχαν και έπαιζαν στους δρόμους, ήταν σαν κινούμενα διαμάντια και λαμπερά πολύτιμα κοσμήματα. Δεν γνώριζα ότι είχαν γεννηθεί, ούτε ότι πρέπει να πεθάνουν.
»Όλα τα πράγματα ζούσαν. Και όλα τα πράγματα ζούσαν αιώνια, το καθένα στο σωστό μέρος. Η αιωνιότητα εκδηλωνόταν στο φως της ημέρας, και κάτι το άπειρο εμφανιζόταν πίσω από τα πάντα, κάτι που ψιθύριζε στις προσδοκίες μου και κινούσε κάθε μου επιθυμία. Η ίδια η πόλη έμοιαζε να στέκει στον παράδεισο, ή να είναι χτισμένη στον ουρανό.
»Οι δρόμοι ήταν δικοί μου, οι ναοί ήταν δικοί μου, όλα τα παιχνίδια ήταν δικά μου, οι άνθρωποι ήταν δικοί μου, τα ρούχα τους που έλαμπαν σαν ασήμι και χρυσό ήταν δικά μου, το ίδιο και τα λαμπερά τους μάτια, το όμορφο δέρμα τους, τα εκφραστικά τους πρόσωπα. Οι ουρανοί ήταν δικοί μου, δικός μου ήταν και ο ήλιος και το φεγγάρι και τα αστέρια, που έβγαιναν εκεί πάνω μόνο για μένα, κι όλος ο κόσμος ήταν δικός μου, κι εγώ ήμουν ο μόνος παρατηρητής του, ο μόνος που τον απολάμβανε.
»Δεν ήξερα καμιά βάναυση ορθότητα, κανέναν περιορισμό, κανένα εμπόδιο, καμιά κατάταξη, καμιά υποδιαίρεση, κανένα όριο. Όλες οι υποθέσεις του κόσμου ήταν δικές μου, όλα τα όρια και τα περιεχόμενα δικά μου, όλοι οι θησαυροί του κόσμου και όλοι οι κάτοχοί τους ήταν δικοί μου.
»Αλλά, αργότερα, πολλά συνέβησαν και διαφθάρηκα, μολύνθηκα, και αναγκάστηκα να μάθω τα βρώμικα τεχνάσματα αυτού του κόσμου. Και τώρα προσπαθώ να τα ξεμάθω, και να γίνω όπως κάποτε ήμουν, ένα μικρό παιδί και πάλι, για να εισέλθω στη Βασιλεία των Ουρανών…»
Ο Traherne, που πίστευε ότι η Ουτοπία είναι εδώ και τώρα μαζί μας αλλά δεν τη βλέπει κανείς, μέσα από το έργο του δήλωνε με τον πιο όμορφο και αισιόδοξο τρόπο ότι όλοι μας μπορούμε να αποκτήσουμε ξανά το φωτεινό όραμα του βλέμματος των παιδιών, και να επιστρέψουμε στον χαμένο Παράδεισο, αρκεί να μπορέσουμε, σαν πρώτο βήμα, να δώσουμε αξία στα «μέγιστα, όμως κοινά και απλά πράγματα»: τον ήλιο, τον ουρανό, τον άνεμο, τα φτερά των πουλιών και των πεταλούδων, τα κεραμίδια μετά τη βροχή, αντί να λαχταρούμε συνεχώς οφέλη, τιμές και πλούτη. Ο αληθινός κόσμος μας αποκρύπτεται, κρύβεται από το διεφθαρμένο βλέμμα μας και από τη φοβισμένη καρδιά μας, και είναι δυνατόν να μας αποκαλυφθεί σε όλο του το μεγαλείο αν μπορέσουμε να τον κοιτάξουμε με την αγάπη και το δέος του παιδιού. Έλεγε ότι όλοι μας ζούμε μέσα στα θαύματα, αλλά κανείς δεν το θυμάται. Ήταν ο ταπεινός γιος ενός τσαγκάρη, κι έγινε ένας μεγάλος ποιητής που αντίκρισε τον Θεό…
Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτό το γαϊδουράκι (που αργότερα θα γίνει άλογο, έπειτα θα βγάλει το κέρατο της σοφίας και θα γίνει μονόκερως, και έπειτα θα αποκτήσει φτερά και θα γίνει πήγασος), είναι ένα απόκρυφο σύμβολο για τη φαντασία. Το μόνο αληθινά δικό μας πράγμα που έχουμε, είναι η φαντασία μας, κι αυτό είναι το μόνο δώρο που μας δίνει την οπτική όλων των πραγμάτων που δεν έχουμε, όλων εκείνων που έχουμε χάσει, όλων εκείνων που δεν ξέρουμε. Είναι μια σπίθα του Δημιουργού μέσα μας, είναι το ίδιο μας το πνεύμα: η δημιουργική μας σκέψη, η στάση μας απέναντι στο μυστήριο του κόσμου, ο στοχασμός μας, τα όνειρά μας. Κατά τη γνώμη μου, το Φανταστικό είναι η σημαντικότερη υπόθεση του ανθρωπίνου όντος.
Τα παιδιά αποτελούν ενσαρκώσεις του ίδιου του Φανταστικού της ανθρωπότητας μας. Το βλέμμα του παιδιού είναι η προσωποποίηση της επέκτασης της πραγματικότητας προς το θαυμαστό: η χαμένη παιδική μας ηλικία, τα χαμένα όνειρά μας, ο χαμένος αληθινός κόσμος, ο χαμένος Παράδεισος.
Διαβάζω ένα όμορφο αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έγραψε ο ονειροπόλος συγγραφέας και στοχαστής, Herman Hesse:
«Σαν όλα τα μικρά αγόρια αγαπούσα και ζήλευα ορισμένα επαγγέλματα: του κυνηγού, του βαρκάρη, του ακροβάτη, του εξερευνητή των αρκτικών περιοχών. Αλλά πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ήθελα να γίνω μάγος. Αυτή ήταν η βαθύτερη, πιο έντονη παρόρμηση μου –σε σχέση με μια ορισμένη δυσαρέσκεια γι’ αυτό που οι άλλοι αποκαλούσαν πραγματικότητα, που πολλές φορές μου άφηνε την εντύπωση ότι δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια ανόητη συνομωσία των μεγάλων. Από πολύ μικρός, πότε με φόβο και πότε με περιφρόνηση, απέρριπτα αυτήν την πραγματικότητα και καιγόμουνα από την επιθυμία να της κάνω μάγια, να την μεταμορφώσω, να την υπερβώ…»
Αυτή η έντονη επιθυμία για υπέρβαση της πραγματικότητας, είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των ονειροπόλων ανθρώπων που δεν έχουν χάσει την κληρονομιά μας του Φανταστικού: της ψυχικής μας αλήθειας για τον κόσμο και τον εαυτό.
Το Φανταστικό, η ξέφρενη και θαυμαστή παιδική ηλικία του εαυτού μας –πριν αυτός κουραστεί, πληγωθεί, παραδοθεί, και πριν ξεχάσει τα πάντα για την αλήθεια του κόσμου– λειτουργεί σαν ένα κάλεσμα για υπέρβαση και για ατομική ελευθερία, που αντηχεί από τα τρίσβαθα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι αυτό το κάλεσμα είναι πολύ πραγματικό, αληθινά πραγματικό, και οι προοπτικές που διαγράφει, οι δίοδοι εξόδου από το τέλμα, είναι επίσης αληθινά πραγματικές. Γιατί η μόνη αληθινή πραγματικότητα είναι η εσωτερική, η μόνη αληθινή κατασκευή είναι αυτή που δομεί την ψυχή και τον νού μας, και βρίσκεται στην πιο πολύτιμη μορφή της στην πρότερη αυθεντική και φυσική της κατάσταση: όταν ήμασταν παιδιά. Τότε που γνωρίζαμε την αληθινή χρήση του παράξενου και ελεύθερου μηχανισμού του σύμπαντος, του αληθινού σύμπαντος: αυτού που κρύβουμε μέσα μας και όχι αυτού που μας εξηγεί η αστρονομία και η φυσική, και αυτού που βλέπουμε αυθόρμητα και φυσικά γύρω μας, για πρώτη φορά, χωρίς επίπλαστες ερμηνείες.
Η μόνη πραγματικότητα είναι αυτή που όλοι μάς κρύβουν: Ο άνθρωπος είναι ένα σύμπαν από μόνος του.
Αυτό είναι που νιώθει τόσο απλά και ξεκάθαρα ένα παιδί. Είναι πολύ πρόσφατη η άφιξη του στον κόσμο μας για να έχει ξεχάσει την αποστολή του. Νομίζω ότι μεγαλώνοντας την ξεχνάμε, μάς μαθαίνουν με αυστηρότητα τόσα πολλά για την χρήση του μηχανισμού που διευθύνει το εργοστάσιο που κατασκευάζει την καθημερινότητα μας, που ξεχνάμε τελείως τις συμπαντικές και φυσικές αλήθειες που γνωρίζαμε σαν παιδιά. Τα παιδιά ξέρουν, ίσως γι’ αυτό να «τους ανήκει η βασιλεία των ουρανών».
Μεγαλώνοντας ξεχνάμε, απογοητευόμαστε, αποκαρδιωνόμαστε, κουραζόμαστε, βαριόμαστε και λειτουργούμε σαν μαριονέτες ενός αόρατου οργανοπαίκτη. Είναι φρικτό, ούτε καν η σκέψη μας δεν εξαιρείται. Μαθαίνουμε να υπακούμε ακόμη και μέσα στις σκέψεις μας, και το πρώτο διανοητικό παραστράτημα το θεωρούμε ως κάποιο είδος «ανωμαλίας». Έχουμε διδαχτεί και συνηθίσει ένα σωρό ψέματα που τα θεωρούμε για απόλυτες αλήθειες, έτοιμες να καταδικάσουν ως ψέμα το κάλεσμα της παιδικής φαντασίας, χωρίς να μπορούν να αντικρίσουν κατά πρόσωπο το μέγεθος του ψέματος τους, τόσο γιγάντιο είναι. Κάτι σκοτώνει το παιδί μέσα μας για να στερήσει από την ανθρωπότητα την θαυμαστή της προοπτική.
Γύρω μας περιπλανιούνται σαν μηχανικές σκεπτόμενες σάρκες, άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους ένα νεκρό ή ετοιμοθάνατο παιδί. Ίσως αυτή να είναι η «ανάσταση» που πρέπει να μελετήσουμε και να κατορθώσουμε. Να νικήσουμε τον θάνατο που μας διδάσκουν μέρα με την ημέρα οι αόρατοι αφέντες μας, που έχουν εισβάλλει τόσο μελετημένα μέσα μας, που όταν ακούμε τη φωνή τους νομίζουμε ότι ακούμε τη δική μας. Το παιδί πρέπει να ξυπνήσει, γιατί ονειρεύεται όλο αυτό το κακάσχημο και θλιμμένο όνειρο.
Το παιδί μέσα μας θέλει να γίνει μάγος, να κάνει μάγια σ’ αυτήν την πραγματικότητα, να την μεταμορφώσει, να την υπερβεί. Είναι αλήθεια: μπορεί να το κάνει. Κάποτε το έκανε χωρίς να ξέρει απολύτως τίποτε γι' αυτήν την παιδική μαγεία που τώρα πρέπει να τη διδαχθεί ξανά.
Ίσως ήρθε ο καιρός να αναζητήσουμε ξανά τα μυστικά αυτής της αυθόρμητης τέχνης, που η εφαρμογή της οδηγεί στον Παράδεισο… Κανείς δεν ξέρει πόσος καιρός μας έχει απομείνει.
Περίπου χίλιοι άνθρωποι κάθε χρόνο σκοτώνονται από επιθέσεις λεοπαρδάλεων. O Μότσαρτ έχει γράψει όπερα για κουκλοθέατρο.

Περίπου χίλιοι άνθρωποι κάθε χρόνο σκοτώνονται από επιθέσεις λεοπαρδάλεων. O Μότσαρτ έχει γράψει όπερα για κουκλοθέατρο.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε: «Αδιάκοπα το ατέλειωτο κυλάει προς το απύθμενο, χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς μας…»
Το πρώτο άρωμα που κατασκευάσθηκε ήταν το αρωματικό λάδι των τριαντάφυλλων. Για να παραχθούν 400 γραμμάρια απ’ αυτό το άρωμα χρειάζεται ένας τόνος από ροδοπέταλα, δηλαδή μια ανθοκαλλιέργεια 4 στρεμμάτων!
Κανείς δεν ξέρει τίποτε για το παράξενο Super Nova στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου.
Δυο-τρία άτομα δίπλα-δίπλα κάνουν ένα μόριο. Τα άτομα είναι ουσιαστικά άδεια: απαρτίζονται από τον πυρήνα, που είναι 100.000 φορές μικρότερος από το άτομο σε γραμμικές διαστάσεις (συνεπώς ο όγκος του είναι το ένα τετράκις εκατομμυριοστό του όγκου του ατόμου) και από τα απειροελάχιστα σημειακά ηλεκτρόνια. Μεγαλύτερο από το 99% ενός ατόμου είναι κενό. Πώς είναι δυνατόν απ’ αυτά τα «κενά» άτομα να φτιάχνεται γύρω μας ένας τόσο «γεμάτος» κόσμος; Ο κόσμος μας είναι «με το ζόρι» υλικός.
Ο αριθμός 1,6749286 τρισεκατομμυριοστά του τρισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου είναι η μάζα ενός νετρονίου. Ο πλανήτης Ποσειδώνας (που ανακαλύφθηκε το 1846) χρειάζεται 164,8 χρόνια για μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον Ήλιο, η διάμετρός του είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από τη διάμετρο της Γης, αλλά χρειάζεται μόνο 15 ώρες για μια περιστροφή γύρω από τον άξονά του, ενώ η Γη παίρνει 900 φορές περισσότερη θερμότητα και φως από τον Ήλιο, απ’ ό,τι ο Ποσειδώνας. Το νερό των ωκεανών της Γης περιέχει 3% αλάτι, ενώ περιέχει πάνω από 50 χημικά στοιχεία. Στη θάλασσα, έπειτα από τα πρώτα 10 μέτρα βάθους η πίεση αυξάνεται κατά 15 κιλά κάθε τετραγωνική ίντσα! Ο Φιλόλαος (5ος αιώνας π.Χ.) πίστευε ότι στο ηλιακό μας σύστημα υπάρχει ένα αόρατο σώμα, που το ονόμαζε «Αντιχθών» ή «Αντι-Γη».
Στη Γη υπάρχουν περίπου 2.000 είδη κουνουπιών, και υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός τους ξεπερνά τα εκατό δισεκατομμύρια. Σε όλα τα είδη κουνουπιών μόνο το θηλυκό τρέφεται με αίμα, ενώ το αρσενικό προτιμά τους χυμούς των φυτών. Σήμερα, ο πληθυσμός των ανδρείκελων που χρησιμοποιούνται στα crash tests των αυτοκινητο-βιομηχανιών, είναι 758.547. Γιατί μετράμε τη ζωή μας σε χρόνια—κάνοντας τη να φαίνεται μικρή— ενώ αν τη μετρούσαμε σε λεπτά ή σε ώρες θα φαινόταν τεράστια, όπως στ’ αλήθεια είναι; Πόσων ωρών είσαι;
Ο Μάρσαλ Μακλούαν έχει γράψει: «Η ιστορία είναι ένα πρόχειρο κινηματογραφικό σενάριο στα αρχικά στάδια της συγγραφής του…» Η αύρα των φυτών και των ανθρώπων φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1939 από το ζεύγος Σεμιόν και Βαλεντίνα Κιρλιάν, χρησιμοποιώντας την ομώνυμη μέθοδο.
Ένα σπάνιο και απαγορευμένο βιβλίο για τους συλλέκτες: Τί να κάνεις όταν κάποιος πεθαίνει (Ανωνύμου), Consumer Publications, London, 1967. Κι ένα ακόμη: Ω, Τί κτύπημα μου έδωσε εκείνο το Φάντασμα! (E. Carpenter), Holt Rinehart & Winston, New York, 1973. Ε, κι ακόμη ένα: Τα Φαντάσματα των Ζωντανών (H. Durville), Paris, 1909. Το 1266 ο άνθρωπος των θαυμάτων Ρότζερ Μπέικον μεγέθυνε τα γράμματα βάζοντας πάνω σ’ ένα βιβλίο ένα κομμάτι ημισφαιρικού γυαλιού, και όλοι τον αποκαλούσαν συνεργάτη του διαβόλου. Ένα πορτραίτο του Καρδινάλιου Ουγκόν, ζωγραφισμένο το 1352, τον απεικονίζει να φορά δύο φακούς πάνω από τα μάτια, στερεωμένους στ’ αυτιά με κάτι σα σύρμα, και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «εκκεντρικό». Έτσι βγάζουμε το συμπέρασμα ότι κάποιος πρέπει να εφεύρε τα ματογυάλια μεταξύ 1266 και 1352. Το 1784, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος κατασκεύασε τα πρώτα κιάλια, και κυκλοφορούσε στο δρόμο σκοντάφτοντας παντού, γιατί τα φορούσε όπως φοράμε τα γυαλιά. Ο συγγραφέας Άλντους Χάξλεϋ (1894-1963) που διάβαζε κατά μέσο όρο 900 σελίδες την ημέρα, ενώ σε ηλικία 20 ετών τυφλώθηκε από το πολύ διάβασμα και θεραπεύτηκε αργότερα με γυμναστικές ασκήσεις των ματιών, λέγεται ότι ουσιαστικά πέθανε από τη θλίψη του όταν κάηκε η ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του.
Ο Πλίνιος έγραψε τη Φυσική Ιστορία του τον 1ο αιώνα π.Χ., και διαπραγματευόταν πάνω από 20.000 θέματα που περιλαμβάνονται σε 37 τόμους. Έχει συχνά χαρακτηριστεί ως το πολυτιμότερο βιβλίο όλων των εποχών. Η μεγαλύτερη εγκυκλοπαίδεια που γράφτηκε ποτέ ήταν η Τρίτη Κινέζικη Εγκυκλοπαίδεια του 1721, που η σύνταξή της διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα. Ολόκληρη η εργασία αποτελείται από 5.020 τόμους! Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια με αλφαβητική διάταξη γράφτηκε από τον Άγγλο κληρικό Τζων Χάρις και κυκλοφόρησε το 1704.
Ο κανόνας του Ρούμπεν Σμιντ λέει: «Μπορείς είτε να καταφέρεις να κάνεις κάτι, είτε να πάρεις τη δόξα γι’ αυτό που έγινε, αλλά ποτέ και τα δύο μαζί. Για να επηρεάζεις αποτελεσματικά τα πράγματα, πρέπει να εξασφαλίσεις ότι εκείνοι που έχουν τα μέσα και την εξουσία στα χέρια τους, υιοθετούν τις ιδέες σου ως δικές τους. Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις αν η προσωπική σου επιρροή ήταν αποφασιστική ή όχι...»
Ο Χριστόφορος Κολόμβος αντέγραψε δυο φορές σε χειρόγραφα τον χορό της δεύτερης πράξης της Μήδειας του Σοφοκλή, στην οποία ο ποιητής γράφει για έναν κόσμο που προορίζεται να ανακαλυφθεί στους μακρινούς μελλοντικούς αιώνες, ενώ στο έργο του Αριστοτέλη, Περί Ουρανού, βρήκε την πληροφορία ότι η Γη είναι στρογγυλή. Όταν οι Γότθοι κατέκτησαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη, το 410 μ.Χ., οι κάτοικοι κατέφυγαν όλοι στις κατακόμβες. Οι είσοδοι των κατακομβών σφραγίστηκαν για να προστατευτούν αυτοί που είχαν καταφύγει εκεί. Τον 12ο αιώνα, η ύπαρξη των κατακομβών απαγορεύτηκε με νόμο (!), το ίδιο και οποιαδήποτε δημόσια αναφορά σ’ αυτές. Ήταν όλες τόσο καλά κρυμμένες, ώστε μόλις το 1578 έγινε δυνατό να ανακαλυφθεί μια συμπτωματικά.
Η ιαπωνική βιομηχανία μοτοσικλετών και αυτοκινήτων Σουζούκι, έχει πάρει το όνομά της προς τιμήν του Ιάπωνα πολιτικού και ναυάρχου Καντάρο Σουζούκι (1867-1948), που σχημάτισε κυβέρνηση στην Ιαπωνία τον Απρίλιο του 1945, και ήταν αυτός που αρνήθηκε την παράδοση της χώρας του στους Αμερικανούς, αλλά όταν την αποδέχτηκε ο αυτοκράτορας Χιροχίτο, ο Σουζούκι παραιτήθηκε και αποσύρθηκε από το δημόσιο βίο ως ερημίτης. Στα απομνημονεύματά του που γράφτηκαν σε πλήρη απομόνωση, κατέγραψε ότι σε οράματα έβλεπε άλογα με ρόδες αντί για πόδια. Ο Μωάμεθ καβαλούσε ένα φανταστικό άλογο που τον ανέβαζε στους ουρανούς, τη φοράδα Μπουράκ, την Αστραπή, που είχε κεφάλι ανθρώπινο και φτερά αετού. Γιατί όλοι επικεντρώνονται στα γεγονότα και όχι στη σχέση που έχουν μεταξύ τους; Τα πάντα, δεν δημιουργούνται από αλυσιδωτές αντιδράσεις;
Ορισμός από το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (Αντρέ Μπρετόν, 1924): «Σουρεαλισμός: Αγνός ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να εκφράσει, είτε λεκτικά, είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την ουσιαστική λειτουργία της σκέψης. Μια τέτοια έκφραση απαιτεί την καθοδήγηση της σκέψης, με την πλήρη απουσία κάθε ελέγχου που ασκεί η λογική, έξω και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική παρέμβαση. Κεντρική μέριμνα του Σουρεαλισμού είναι η απελευθέρωση του ατόμου, μέσα από την κατάργηση του χάσματος ανάμεσα στη συμβατική πραγματικότητα και στα υποσυνείδητα βιώματα. Και μια τέτοια γεφύρωση προϋποθέτει πάνω από όλα την υιοθέτηση μιας γλώσσας, μιας γραφής και μιας ανάγνωσης, απαλλαγμένης από τους φραγμούς της λογικής. Τελικός στόχος είναι η εδραίωση μιας νέας θεώρησης της ζωής, που θα οδηγήσει στη ριζική αλλαγή του ίδιου του κόσμου…»
Ο Τσαρλς Φορτ έλεγε: «Είναι φανερό ότι είμαστε φυλακισμένοι εδώ πέρα. Μόνιμος σκοπός κάθε ανθρώπου θα πρέπει να είναι να δραπετεύσει από αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να υπάρχουν κόσμοι πιο ελεύθεροι από τούτον εδώ… Αν δεν υπάρχουν, τότε μπορούμε να τους δημιουργήσουμε…» Η NASA δέχεται εξακόσιες χιλιάδες αιτήσεις το χρόνο από ανθρώπους που θέλουν να γίνουν αστροναύτες, και διαλέγει άγνωστο αριθμό αστροναυτών κάθε δύο χρόνια. (Όποιος θέλει να γίνει αστροναύτης, ας επικοινωνήσει στη διεύθυνση: Astronaut Selection Office, NASA Johnson Space Center, Houston, TX 77058, USA.)
Η Γη έχει ηλικία 4,5 δισεκατομμυρίων ετών. Συμπληρώνει μια περιστροφή γύρω από τον πολικό άξονα της σε σχέση με τον ήλιο, σε ένα 24ωρο κύκλο ημέρας-νύχτας, και μια περιστροφή γύρω από ένα άστρο τύπου-G, που ονομάζεται Ήλιος, σε 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα. Το άστρο αυτό είναι μέρος ενός μικρού ηλιακού συστήματος εννέα πλανητών και μυριάδων αστεροειδών: οι οποίοι κινούνται μαζί με τον Ήλιο προς τον Αστερισμό του Ηρακλέους, με ταχύτητα περίπου 20.000 χιλιομέτρων την ώρα: ο οποίος είναι μέρος του Γαλαξία: ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του κάθε 8 δισεκατομμύρια χρόνια: ο οποίος είναι μέρος μιας οικογένειας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων Γαλαξιών και Μεταγαλαξιών: οι οποίοι κινούνται και ταξιδεύουν προς το άπειρο…
Ο Τζούλιαν Χάξλεϋ έγραψε ότι «ο Θεός είναι το τελευταίο ξεθωριασμένο χαμόγελο μιας κοσμικής γάτας». Ο καθηγητής Τσαρλς Τάουνις, εφευρέτης της ακτίνας λέιζερ, όταν πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1964, αφιέρωσε το βραβείο στον Θεό. Τα σπίρτα επινοήθηκαν από τον Τζ. Ντ. Λάντστρομ το 1855. Ο ίδιος πέθανε σε μια πυρκαγιά.
Διαβάζουμε στο Εγχειρίδιο των Ζίντζα: «Ο Ζίντζα δε βρίσκει την ευτυχία του στα πράγματα αυτού του κόσμου, γιατί είναι εφήμερα, μα ούτε και στα αιώνια πράγματα, γιατί τέτοια δεν υπάρχουν. Την ευτυχία του την βρίσκει στο Τίποτα…»
ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ
«Donec eris felix, multos nuberablis amicos, tempora si fuerint nubila, solus eris…»
Κάτων
Νομίζω πως το πιο ωραίο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Έτσι κι αλλιώς, είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου, όλων των εποχών, ένα βιβλίο που πρωτοτυπώθηκε στη Μαδρίτη τον Ιανουάριο του 1605 με τον τίτλο EL INGENIOSO HIDALGO DON QUIXOTE DE LA MANCHA.
Κι από τότε μέχρι σήμερα, ο ρομαντικός τρελός ιππότης, ο διασημότερος όλων των ιπποτών, καβάλα στο ά






