12.5.10

ΜΟΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ MATRIX


ΜΟΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ MATRIX

Ιδού ο εαυτός μας απέναντι από ένα εννοιολογικό πρόβλημα, φαινομενικά άλυτο: Ποιος είναι το πλήθος; Αν εγώ και εσύ δεν είμαστε το πλήθος, τότε ποιος είναι το πλήθος;

(Όταν καθόμαστε και κριτικάρουμε τα κακά της ανθρωπότητας, και λέμε πως οι άνθρωποι κάνουν αυτό ή κάνουν εκείνο, οι άνθρωποι είναι έτσι ή είναι αλλιώς, γιατί ξεχνάμε πως είμαστε και εμείς άνθρωποι; Με ποιον τρόπο διαχωρίζουμε τη θέση μας; Γιατί δεν συνειδητοποιούμε ότι όταν μιλάμε για τους «ανθρώπους» ή για τον «κόσμο» εννοούμε και τον εαυτό μας;)

Ειλικρινά, δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη παραδοξολογία από την έννοια του «πλήθους». Αποτελείται από άτομα, από μονάδες, που όλες μαζί κάνουν το πλήθος, αλλά συνεχίζουν να είναι –έστω τυπικά– μονάδες. Μονάδες που δημιουργούν με τη συνεύρεση τους, με τη μαζική παρουσία τους, μια νέα ξεχωριστή οντότητα, που έχει τις δικές της ξεχωριστές παρορμήσεις και τον ολόδικο της συνειδητό και ασυνείδητο νού, ένα συλλογικό νου με μια συλλογική συνείδηση και ένα συλλογικό ασυνείδητο, ξεχωριστό από το νου του κάθε ατόμου. Πού είναι αυτός ο νους; Ποιος είναι αυτός ο νους, αν δεν είναι ο δικός μου και ο δικός σου;

Κι όμως, κανείς από αυτούς που συμμετέχουν στις πράξεις, στις κινήσεις και στις αντιδράσεις του πλήθους, της «μάζας», δεν έχει επίγνωση καμιάς από αυτές, και θεωρεί τον εαυτό του ως ανεξάρτητο άτομο που παραβρέθηκε σε μια συγκέντρωση ατόμων αλλά αυτός στάθηκε όσο μπορούσε αποστασιοποιημένος και ξεχωριστός. Το ίδιο θεωρεί και ο καθένας από όλους τους άλλους. Τότε, ποιός είναι το πλήθος;

Αν εγώ έχω γνώμη, αν εσύ έχεις πάντα τη γνώμη σου, ποιος είναι η «κοινή γνώμη»; Αν κάποιοι επιχειρούν τη «διαμόρφωση της κοινής γνώμης» –που σημαίνει ότι διατηρούν τη δική τους γνώμη και την επιβάλλουν στο κοινό– αλλά δεν διαμορφώνουν τη δική σου γνώμη ή τη δική μου γνώμη, τότε ποιανού είναι η «κοινή γνώμη»; Αν εγώ κι εσύ έχουμε την ατομική μας ξεχωριστή λογική, σε ποιον ανήκει αυτή η τόσο «κοινή λογική»;

Κι όμως, είμαστε το πλήθος, η μάζα, είμαστε ο κοινός νους, είμαστε η κοινή γνώμη, είμαστε η κοινή λογική, αλλά «εγώ δεν είμαι».

Πιστεύω πως όλη αυτή η αντιληπτική παραδοξολογία ουσιαστικά αποτελεί μία «ρωγμή» στο σύστημα διαμόρφωσης της πραγματικότητας, δηλαδή σε αυτό που τώρα τελευταία έχει γίνει συνήθεια να ονομάζουμε «Matrix». Αυτή η εννοιολογική ρωγμή ξεσκεπάζει φευγαλέα ένα καθοριστικό μέρος του παρασκηνίου της αντιληπτικής μας πραγματικότητας, αλλά τις περισσότερες φορές είμαστε τόσο υπνωτισμένοι που δεν μπορούμε ούτε να διακρίνουμε αυτή τη ρωγμή ούτε να κρυφοκοιτάξουμε μέσα από αυτήν (ενδεχομένως, ούτε καν να καταλάβουμε την επισήμανση).

Αν εγώ δεν είμαι «εμείς», κι αν «εμείς» δεν είμαστε εγώ, τότε ποιοι είμαστε «εμείς»; Όταν κάτι απευθύνεται «σε εμάς», σε ποιον ακριβώς απευθύνεται;

Και το σημαντικότερο: Πού είμαστε εμείς; Αν εγώ είμαι εγώ και είμαι εδώ, και εσύ είσαι εσύ και είσαι εκεί, τότε ποιοι είμαστε «εμείς» και πού είμαστε;

Ναι, κάποιος μπορεί, σχετικά εύκολα, να κάνει ένα μικρό βήμα έξω από το Matrix, να αποκλείσει τον εαυτό του από το πλέγμα που στήνει γύρω του το καλούπι της πραγματικότητας για να τον περικλείσει. Σε πρώτη φάση τουλάχιστον, το βήμα αυτό είναι αντιληπτικό.

Προτείνω, έστω ως πείραμα, να εκμεταλλευτεί κανείς αυτήν την αντιληπτική «ρωγμή» που παρατηρείται στο σύστημα διαμόρφωσης της κοινής πραγματικότητας. Να προσπαθήσει να πάψει για λίγο να αντιλαμβάνεται ως «εμείς». Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι όλα εκείνα τα πράγματα που στήνονται για «εμάς», που απευθύνονται σε «εμάς» και που επηρεάζουν «εμάς», θα προορίζονται πλέον για «εμένα». Αυτό σημαίνει ότι θα χρησιμοποιήσω αληθινή προσωπική κρίση για να τα ερμηνεύσω, και όχι την «κοινή» κρίση. Και τότε ένα κομμάτι της συλλογικής απάτης αναπόφευκτα θα καταρρεύσει, και το μέγεθος του κομματιού θα είναι απολύτως ανάλογο με την προσπάθεια και την εστίαση που θα αφιερώσω στο πείραμα.

Ας καταθέσω ορισμένα παραδείγματα για να γίνει καλύτερα κατανοητό αυτό, και για να υποδείξουν κάποιους τρόπους της εκτέλεσης του πειράματος: Μπορεί κανείς να ρυθμίσει την αντίληψή του ως εξής:

Τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση δεν απευθύνονται «σε εμάς», στον «κόσμο», αλλά σε εμένα προσωπικά. Ο παρουσιαστής των ειδήσεων μιλάει σε εμένα προσωπικά, σαν να επικοινωνεί μόνο μαζί μου μέσα από ένα κλειστό κύκλωμα. Μου λέει, καλημέρα φίλε, σήμερα συνέβη αυτό, αύριο θα γίνει εκείνο. Δεν κρυφοκοιτάζω τις ειδήσεις που απευθύνονται στους άλλους και που παρακολουθούν όλοι οι άλλοι. Οι ειδήσεις απευθύνονται σε εμένα προσωπικά, όπως κάποιος με καλεί στο τηλέφωνο ή μου στέλνει μία συστημένη επιστολή. Και, για παράδειγμα, αυτός ο άγνωστός μου άνθρωπος (τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά, έστω κι αν μέχρι τώρα νόμιζα ότι τον γνωρίζω επειδή «όλοι τον γνωρίζουν»), που μιλάει σε εμένα προσωπικά, μου λέει ότι ο τάδε υπουργός σήμερα πήγε στην ανθοκομική έκθεση και μύρισε τα λουλούδια, και επαίνεσε την τοπική παραγωγή. Και, επιτέλους, για πρώτη φορά, θα του απαντήσω αυτό που θα έλεγε κάθε σκεπτόμενος και αφυπνισμένος άνθρωπος: «Και τι με νοιάζει εμένα;» Και το σημαντικότερο: «Γιατί μου το λες αυτό; Τι νόημα έχει; Ποιος είναι ο σκοπός της ενημέρωσής μου;»

Επιπλέον, όταν βλέπω δύο ή περισσότερους ανθρώπους να συζητούν σε ένα talk-show στην τηλεόραση, πρέπει να πάψω να νομίζω ότι τους κρυφοκοιτάζω κι ότι αυτοί δεν έχουν συνείδηση της παρουσίας μου. Συζητούν μόνο για μένα, το ξέρουν ότι τους ακούω και τους βλέπω, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο δεν με κοιτάνε, προσποιούνται ότι αγνοούν την παρουσία μου, αυτά που λένε μεταξύ τους τα λένε για να τα ακούσω εγώ, στην πραγματικότητα απευθύνονται σε εμένα και όχι ο ένας στον άλλον. Τι συμβαίνει; Γιατί το κάνουν αυτό;

Τέλος, θα προσέξω επιτέλους ότι τα ανθρώπινα κεφάλια που εμφανίζονται στα λεγόμενα «τηλεοπτικά παράθυρα» (ένας παρουσιαστής στο κέντρο και γύρω του τρία-τέσσερα «παράθυρα» με καλεσμένους), κοιτούν εμένα και όχι τον παρουσιαστή, συζητούν με τον παρουσιαστή και κοιτούν εμένα, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο εγώ νομίζω ότι κοιτούν τον παρουσιαστή και συζητούν μαζί του. Όλοι κοιτούν εμένα και μιλάνε σε εμένα προσωπικά. Ο παρουσιαστής τους ρωτάει κάτι και κοιτάει εμένα, κι όλα αυτά τα κεφαλάκια απαντούν στον παρουσιαστή αλλά κοιτούν εμένα. Απευθύνονται σε εμένα προσωπικά.

Κάποιος που έκανε μια ερωτική εξομολόγηση ΑΠΟ το τηλέφωνο, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι μόλις έκανε μία ερωτική εξομολόγηση ΣΤΟ τηλέφωνο. Κάποιος που έβρισε κάποιον ΑΠΟ το τηλέφωνο, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι έβρισε ΤΟ τηλέφωνο.

Η επικοινωνία δεν είναι κοινωνία.

Κάποιος που είδε ένα όμορφο μέρος ΑΠΟ την τηλεόραση και λαχτάρησε να βρεθεί εκεί, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι το είδε ΣΤΗΝ τηλεόραση και ότι λαχταρούσε να βρεθεί μέσα στην τηλεόραση.

Οι εφημερίδες που κρέμονται στο περίπτερο, απευθύνονται σε εμένα προσωπικά και όχι στον «κόσμο», στο «κοινό» (δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, όλοι «εγώ» είμαστε). Έχουν τυπώσει ένα αντίτυπο για μένα προσωπικά και το οποίο με περιμένει να το διαβάσω. Οι μεγάλοι τίτλοι είναι γραμμένοι για μένα, κρέμονται εκεί και μου μιλούν, δεν κρυφοκοιτάζω κάτι που απευθύνεται σε κάποιους άλλους, σε εμένα προσωπικά απευθύνεται, δεν είναι τυχαίο, δεν είμαι περαστικός από εκεί, το ήξεραν ότι θα περάσω την τάδε ώρα από εκεί και τις κρέμασαν για μένα.

Οι διαφημίσεις απευθύνονται σε εμένα. Δεν λένε «πάρτε αυτό το προϊόν, τώρα!», λένε «πάρε αυτό το προϊόν, τώρα!» Με διατάζουν! Το χαμόγελο στην αφίσα χαμογελάει σ’ εμένα, είναι προσποιητό, είναι κάποιος που δεν τον γνωρίζω, δεν είμαι τυχαίος περαστικός, δεν κοίταξα τυχαία σε κάτι που υπήρχε εκεί για τους άλλους, το έστησαν εκεί για μένα προσωπικά, επειδή ξέρουν ότι περνάω από εκείνο το σημείο κάθε μέρα.

Όταν μπαίνω σε ένα μπαρ και βλέπω τους ανθρώπους που υπάρχουν εκεί μέσα, δεν περνώ απαρατήρητος, δεν «είμαστε» σε ένα μπαρ, ο καθένας από εμάς είναι σε ένα μπαρ και βρίσκεται εκεί για τους υπόλοιπους, γι’ αυτό πήγε εκεί, γι’ αυτό πήγα κι εγώ εκεί, για να δω τους άλλους και για να με δουν. Όλοι βλέπουν εμένα, για μένα είναι εκεί, και για τον καθένα από τους άλλους. Προσποιούνται ότι δεν υπάρχω, προσποιούνται ότι συζητούν και κοιτούν και κινούνται για τον γνωστό τους, ενώ ήρθαν εδώ για μένα τον άγνωστο. Γιατί ήρθαν εδώ; Γιατί δεν συναντήθηκαν στο σπίτι τους, όπου δεν θα χρειάζεται να προσποιούνται ότι οι άλλοι δεν υπάρχουν; Ήρθαν για να με παρακολουθήσουν, ήρθαν εδώ για μένα, για τον καθένα, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο προσποιούνται ότι είναι μόνοι τους και ότι ήρθαν εδώ για να είναι μόνοι τους. Μάλιστα, το έχουν τόσο ανάγκη να το κάνουν αυτό, που πληρώνουν για το ποτό τους δεκαπλάσια τιμή απ’ ό,τι θα το πλήρωναν αν το έπιναν έξω από εκεί.

Ο τροχονόμος που στέκεται στη γωνία δεν είναι εκεί για τους άλλους, αλλά για μένα, περιμένει την παραμικρή παράβαση από εμένα για να μου δώσει κλήση, δηλαδή να με «καλέσει».

Δεν παίρνω το λεωφορείο, το λεωφορείο με παίρνει.

Όταν διαβάζω ένα κείμενο, δεν διαβάζω τη σκέψη του συγγραφέα, αλλά σκέφτομαι, ο συγγραφέας έχει μπει παρασιτικά μέσα στο μυαλό μου και μου λέει τι να σκέφτομαι, δεν είναι οι δικές μου σκέψεις αυτές, είναι οι δικές του, ακόμη και τα περισσότερα συμπεράσματα «μου» απ’ αυτό που διαβάζω δεν είναι δικά μου, έχω καθοδηγηθεί έντεχνα από τη σκέψη του προς αυτά, αλλά εγώ τον υποτιμώ, νομίζω ότι σκέφτομαι ανεξάρτητα, δεν ξέρω ότι είναι το κείμενο φτιαγμένο έτσι ώστε να καταλήξω «εγώ» σε αυτά τα συμπεράσματα, είναι στρατήγημα, το έχει γράψει για εμένα, το έγραψε ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Το μυστικό που κατέχει δεν είναι απλώς να γράφει αλλά να χειρίζεται το μυαλό μου, δεν χειρίζεται τη γλώσσα, χειρίζεται το μυαλό μου, δεν εκφράζει μία άποψη, εκφράζει τη δική μου άποψη μόνο για μένα, η οποία όμως είναι η δική του, την υιοθετώ και έπειτα ξεχνώ ότι αυτός μου την επέβαλλε, τη θεωρώ δική μου, με καθοδήγησε, με ταύτισε, κάνει ακριβώς αυτό: αυτό είναι το «συν» στο «γραφέας», αυτό είναι το παραπάνω που κάνει από το απλώς να γράφει.

Με απλά αντιληπτικά πειράματα όπως τα παραπάνω (που δεν ήταν παρά μερικά παραδείγματα για περισσότερα πειράματα που μπορεί κανείς να επινοήσει), η συλλογική απάτη καταρρέει γύρω μου για λίγο, κάνω ένα μικρό βήμα έξω από το Matrix της κοινής πραγματικότητας, κρυφοκοιτάζω τι συμβαίνει στ’ αλήθεια, μου αποκαλύπτεται η παραίσθηση στην οποία βρίσκομαι, συνέρχομαι για λίγο από τη μαζική ύπνωση. (Αλλά πρέπει κανείς να εφαρμόσει πρακτικά, εμπειρικά, τέτοια πειράματα, για να λειτουργήσουν έτσι).

Ο κόσμος που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι στ’ αλήθεια γύρω μας, αλλά μέσα στο μυαλό μας. Η απαγορευτική πινακίδα που βλέπω στη γωνία του δρόμου, δεν είναι στ’ αλήθεια στη γωνία του δρόμου, είναι μέσα στο μυαλό μου (διότι «σημαίνει» κάτι). Οι άνθρωποι που βλέπω, δεν ζουν γύρω μου, ζουν μέσα στο μυαλό μου (και δεν ξέρω ποιοι είναι στ’ αλήθεια, εγώ ξέρω μόνο εμένα, κι αυτά που ξέρω γι’ αυτούς δεν είναι παρά πράγματα που ξέρω για μένα, μεταμφιεσμένα).

Όλα τα τοπία

δεν είναι η δική τους εικόνα

είναι το βλέμμα μου…

Δεν βλέπουν τα μάτια μας τον κόσμο. Το μυαλό μας είναι που τον βλέπει.

Και δεν τον βλέπει έτσι απλά, τον επεξεργάζεται κι έπειτα μας δίνει την εικόνα. Τον επεξεργάζεται σύμφωνα με τις τράπεζες των δεδομένων που ήδη έχει, τράπεζες που στην πλειοψηφία τους φιλοξενούν δεδομένα που κατατέθηκαν από την παραισθητική κοινωνική πραγματικότητα, η οποία είναι κατασκευασμένη, είναι τεχνητή, δεν είναι η φυσική πραγματικότητα. Δεν είναι η αληθινή πραγματικότητα. Δεν βλέπουμε τον κόσμο. Βλέπουμε μία εικόνα συνδυασμένη με ό,τι άλλο έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, πλήρως επεξεργασμένη, η οποία τελικά συνθέτει ΕΝΑΝ κόσμο, και όχι ΤΟΝ κόσμο.

Η επιβαλλόμενη πεποίθηση ότι υπάρχει ένας «κοινός» και «αντικειμενικός» κόσμος για «όλους μας», είναι το μεγαλύτερο παραμύθι που φτιάχτηκε ποτέ. Σ’ αυτό στηρίζονται τα πάντα, με αυτό δουλεύουν τα πάντα, αυτό είναι το θεμέλιο του Matrix.

Υπάρχει ένας προσωπικός και υποκειμενικός κόσμος, μόνο για μένα, μέσα μου, και υπάρχει και ένα αχανές μυστήριο εκεί έξω.

Κανείς δεν μπορεί να «βγει» έξω από τον εαυτό του και να αντικρίσει κάτι «αντικειμενικά» (αυτή η λέξη είναι μία φάρσα), για να επικρίνει το «υποκειμενικό» σου: αυτό που στ’ αλήθεια κάνουν είναι ότι προσπαθούν να επιβάλλουν το δικό τους υποκειμενικό εις βάρος του δικού σου, δηλαδή να υιοθετήσεις το δικό τους υποκειμενικό ως «αντικειμενικό».

Και, ακόμη και όταν υπάρχει ένα κοινώς συμφωνημένο υποκειμενικό, αυτό λέγεται «σύμβαση» δεν λέγεται «αντικειμενικό». Έτσι, το σωστό είναι να λέμε ότι κάποιος είναι συμβατός με την κοινώς συμφωνημένη (ή επιβαλλόμενη) πραγματικότητα, και όχι ότι κάποιος είναι «αντικειμενικός».

Αυτό δεν είναι απλά η άποψή μου. Είναι η αλήθεια.

Όχι διότι υπάρχει μία μοναδική αλήθεια, αλλά διότι κάθε άποψη είναι η αλήθεια, αφού αλήθεια δεν είναι παρά η εκάστοτε άποψη για την αλήθεια. Η αλήθεια δεν είναι ζήτημα δημοκρατίας ή πλειοψηφίας. Το να έχουν πάρα πολλοί άνθρωποι μία κοινή άποψη για την αλήθεια, δεν είναι η αλήθεια, αλλά η κοινή άποψη των πολλών για την αλήθεια.

Μπορείς να ξέρεις την αλήθεια και να είσαι μόνος σου, η μοναξιά σου δεν είναι απόδειξη ότι η αλήθεια σου είναι ψέματα.

Πάντα μόνος σου είσαι απέναντι στην αλήθεια.

(Μάλιστα, όσο περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν στην ίδια αλήθεια, τόσο λιγότερο αλήθεια είναι. Και, επιπλέον, αυτό που πιστεύουν δεν είναι αλήθεια, είναι πραγματικότητα, κι αυτές είναι δύο τελείως διαφορετικές έννοιες. Οι περισσότεροι άνθρωποι μιλούν για την αλήθεια, εννοώντας την πραγματικότητα, αγνοώντας ότι η πραγματικότητα κατασκευάζεται. Είναι ανίδεοι ακόμη και για το ότι η αλήθεια δεν έχει να κάνει με τον κόσμο αλλά με το πνεύμα).

Η αλήθεια είναι πάντα μόνη της απέναντί σου.

Αόρατη.