2.6.07

ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ


ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

«Donec eris felix, multos nuberablis amicos, tempora si fuerint nubila, solus eris…»

Κάτων

Νομίζω πως το πιο ωραίο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Έτσι κι αλλιώς, είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου, όλων των εποχών, ένα βιβλίο που πρωτοτυπώθηκε στη Μαδρίτη τον Ιανουάριο του 1605 με τον τίτλο EL INGENIOSO HIDALGO DON QUIXOTE DE LA MANCHA.

Κι από τότε μέχρι σήμερα, ο ρομαντικός τρελός ιππότης, ο διασημότερος όλων των ιπποτών, καβάλα στο άλογο του τον Ροσινάντε, μαζί με τον πραγματιστή και άξεστο σύντροφο του, τον Σάντσο Πάντσα (πάνω στο γαϊδουράκι του), ζουν τις πανέμορφες περιπέτειες τους μέσα στις σελίδες αυτού του αριστουργήματος της Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Ο Αλόνσο Κιχάνο από τη Μάντσα, ένας αθεράπευτα ρομαντικός ξερακιανός γέροντας, μισότρελος από τη συνεχή ανάγνωση ιπποτικών μυθιστορημάτων, ρομάντζων και παραμυθιών, αποφασίζει να αναβιώσει τον ιπποτικό θρύλο και ξεκινά καβάλα στο ψωριάρικο άλογο του, ντυμένος με την τενεκεδένια πανοπλία του και τα αληθινά όπλα του, για να πολεμήσει το Κακό όπου το βρει, να υπερασπίσει το δίκαιο και τους αδύναμους, και να κερδίσει μ’ αυτόν τον τρόπο την καρδιά της Δουλτσινέας του, που ποτέ του δεν την έχει δει. Μαζί με έναν χωριάτη, που τον μετατρέπει σε πιστό του υπηρέτη, τον καλοκάγαθο αλλά και κουτοπόνηρο Σάντσο Πάντσα, που τον ακολουθεί όπου πηγαίνει καβάλα στο γαϊδουράκι του, θα καταδυθεί στις πιο απίθανες περιπέτειες. Βήμα προς βήμα, μέσα από κωμικές και ταυτόχρονα τραγικές ή επικές καταστάσεις, θα αρχίσει να χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και να μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα στο όνειρο, στο δικό του όνειρο, μετατρέποντας όλα τα στοιχεία της καθημερινής ζωής σε στοιχεία του ονείρου του. Τελικά, μέσα από όλα αυτά, θα γίνει αληθινός ιππότης, και βέβαια από τότε δεν θα μπορεί να υπάρξει ιπποτικός θρύλος χωρίς τη σκιά του Δον Κιχώτη μέσα του.

Μπορεί οι τόποι των περιπλανήσεων του να είναι στην πραγματικότητα τα πεδία του ονείρου, αλλά σ’ αυτόν τον «απογοητευτικό σύγχρονο κόσμο», (όπως συχνά τον αποκαλεί ο Θερβάντες, αναφερόμενος φυσικά στον 17ο αιώνα), οι περιπλανήσεις αυτές φαίνεται ότι έγιναν στις περιοχές της Καστίλης Λα Μάντσα, τις σχεδόν ερημικές εκτάσεις νοτιοανατολικά της Μαδρίτης, που είναι και οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ισπανίας. Όλα ξεκινούν στο χωριό της γέννησης του, την Αρμασίγια Ντε Άλμπα, εκεί που ο Δον Κιχώτης πρωτοείδε το φως - και στη διήγηση του βιβλίου αλλά και στην πραγματικότητα: γιατί ο Θερβάντες έγραψε τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, έγκλειστος στη φυλακή αυτού του χωριού, την Κάσα Μεδράνο, που φυσικά υπάρχει μέχρι σήμερα εκεί και προσελκύει πολλούς επισκέπτες. Εκεί κοντά, στέκει και το χωριό Πουέρτο Λάπιθε, ένα πολύ σημαντικό μέρος, γιατί στο μικρό του πανδοχείο, το Λα Βέντα Ντε Πουέρτο Λάπιθε, ο Δον Κιχώτης χειροτονήθηκε ιππότης από τον άξεστο πανδοχέα του, που φυσικά ο Κιχώτης τον θεωρούσε ευγενή οικοδεσπότη κάποιου πύργου - και παρ’ όλο που οι θαμώνες αποφάσισαν να του στήσουν τη φάρσα του ιπποτικού χρίσματος, ο Κιχώτης χρίζεται στ’ αλήθεια ιππότης, τουλάχιστον για όσους μπορούν να το καταλάβουν αυτό. Αυτό το πανδοχείο του 16ου αιώνα, στέκει και σήμερα εκεί, με το ίδιο όνομα και τη μικρή αυλή στην οποία ο Δον Κιχώτης έκανε την «αγρύπνια των όπλων», τη δοκιμασία της μύησης του στα ιπποτικά μυστήρια.

Υπάρχουν δυο χωριά στην Ισπανία, εκεί στην Καστίγιε Λα Μάντσα, που διεκδικούν την πατρότητα των θρυλικών ανεμόμυλων-γιγάντων με τους οποίους πολέμησε ο γενναίος ιππότης. Πρόκειται για τα χωριά Κάμπο Ντε Κριπτόνα και Κονσουέιρα, που διαθέτουν πολλούς παμπάλαιους ανεμόμυλους, και το καθένα τους υποστηρίζει μαχητικά ότι ο Κιχώτης πολέμησε με τους δικούς του ανεμόμυλους. Στην περίπτωση της Κονσουέιρα μάλιστα, οι ντόπιοι έχουν βαφτίσει τους ανεμόμυλους της με ονόματα παρμένα από το θρυλικό μυθιστόρημα.

Το χωριό της πανέμορφης άγνωστης Δουλτσινέας, ήταν το Τομπόσο, και το σπίτι της -που υποτίθεται ότι είναι ένα χωριατόσπιτο του 16ου αιώνα που στέκει ακόμη εκεί- έχει μετατραπεί σε μουσείο (αν και δεν μπορώ να φανταστώ τί μπορεί να εκθέτει), ενώ το χωριό επίσης φιλοξενεί και μιά βιβλιοθήκη Θερβάντες, όπου φυλάσσονται οι σπανιότερες εκδόσεις του Δον Κιχώτη (σημειώστε ότι στο βιβλίο, οι άξεστοι ντόπιοι δεν φέρθηκαν καθόλου καλά στον δύστυχο ιππότη). Τέλος πάντων, απ’ ότι φαίνεται η αληθινή Δουλτσινέα λεγόταν Αλόνσα Λορέντσο, και ο Δον Κιχώτης της έδωσε το πασίγνωστο όνομα της «Δέσποινας των Λογισμών του»: Δουλτσινέα Ντελ Τομπόσο, που στην ουσία σημαίνει «Δέσποινα του Τομπόσο» (που μας φέρνει στο νού την Παρθένο Μαρία, στο όνομα της οποίας συχνά έκαναν τους άθλους τους οι ιππότες). Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της αναζήτησης της στο μέρος αυτό, ο Σάντσο στήνει μια φάρσα στον Κιχώτη και του παρουσιάζει για Δουλτσινέα μιά άκομψη χωριατοπούλα, και ο κακόμοιρος ιππότης μας δυστυχεί πιστεύοντας ότι κάποιος έκανε μάγια στην ονειρική πριγκίπισσα του.

Ανεξάντλητες οι περιπέτειες του Δον Κιχώτη, το ίδιο και οι συμφορές στις οποίες πέφτει: τον χρίζουν βασιλιά των αθλίων και του τρυπούν τα πλευρά (όπως τον Ιησού), του σπάζουν τα δόντια, τον χλευάζουν και τον κοροϊδεύουν, διασκεδάζουν εις βάρος του ξεγελώντας τον (κι αυτός καλοκάγαθα μεταφράζει αλλιώς τα πειράγματα τους), τον κλειδώνουν σ’ ένα κλουβί και τον τριγυρίζουν στα χωριά, πολεμά σαν αληθινός ιππότης εναντίον των πιο παράδοξων εχθρών: ανεμόμυλους, κατσίκια, ανύποπτους διαβάτες, τσουβάλια, βαρέλια, παράθυρα, κάρα, βόδια, αχυρώνες, πανδοχείς και αγρότες, μέθυσους και πόρνες. Συναντά άλλους «ιππότες», «δούκες» και «βασιλιάδες», «πριγκίπισσες» και «κοντέσες», Μαυριτανούς, δαίμονες, ξωτικά, φαντάσματα, κουρείς και οδοντίατρους, προδότες και βλάσφημους. Ακούει απίστευτες ιστορίες, δράματα ερωτευμένων ζευγαριών, θαλασσινά κατορθώματα, τρομακτικές διηγήσεις, ακούει πονεμένες εξομολογήσεις και προσπαθεί να βοηθήσει κάθε αδύναμο και κατατρεγμένο. Αυτός και ο Σάντσο γίνονται θύμα απίστευτων φαρσών, κάποιοι τους δένουν τα μάτια πείθοντας τους ότι πετούν στο διάστημα μέσα σ’ ένα ξύλινο διαστημόπλοιο, άλλοι ξεγελούν τον Κιχώτη ότι θα συναντήσει τον Μάγο Μέρλιν, ή διορίζουν τον Σάντσο βασιλιά ενός άγνωστου νησιού στην κεντρική (!) Ισπανία. Στο τέλος ο Δον Κιχώτης, επιστρέφει απογοητευμένος στο μικρό χωριό του, όπου και πεθαίνει άρρωστος από τα βάσανα και τις κακουχίες που πέρασε, αποκηρύσσοντας το ιπποτικό ιδεώδες.

Κι από τότε, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς, ο Μύθος αναμιγνύεται με την Ιστορία, μεταμορφώνοντας την σε κάτι πολύ θαυμαστό: την αέναη καταγραφή των ανθρώπινων πόθων και συναισθημάτων, όπως αυτά εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο μέσα από τα συμβάντα της μοίρας. Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος διαβάσει τον Δον Κιχώτη, δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να αμφισβητήσει την αλήθεια που κρύβουν όλα τα παραμύθια. Όπως γράφει και ο Θερβάντες (Μέρος Α’, κεφ.9):

«…η Αλήθεια, που μητέρα της είναι η Ιστορία, η ανταγωνίστρια του Χρόνου, η παρακαταθήκη των πεπραγμένων, ο μάρτυς του παρελθόντος, το παράδειγμα και η συμβουλή για το παρόν, η προειδοποίηση για το μέλλον, αιώνια μεταμφιεσμένη σε ανθρώπινες διηγήσεις…»

Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Θερβάντες πριν από 450 χρόνια, στέκει ακόμη στο χωριό Αλκάλα Ντε Ενάρες, και έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα μικρό μουσείο. Εκεί μπορεί κανείς να δει και την μοναδική πένα-φτερό με την οποία γράφηκε το πολυσέλιδο αυτό έργο, που ο θρύλος λέει ότι τη χάρισε στον Θερβάντες ένας Μαυριτανός Αλχημιστής. Το βιβλίο γράφτηκε σε δύο μέρη, εν μέσω μεγάλων κακουχιών και περιπετειών του συγγραφέα του. Το πρώτο παρουσιάστηκε το 1605 και το δεύτερο το 1615, και μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως σε πολλές γλώσσες, με πρώτη τα αγγλικά γύρω στο 1612, απ’ όπου και ίσως οφείλει την παγκόσμια φήμη του.

Ξέρω ελάχιστους ανθρώπους που έχουν διαβάσει στ’ αλήθεια τον Δον Κιχώτη. Είναι από εκείνα τα βιβλία που όλοι λένε ψέματα ότι τα έχουν διαβάσει, γιατί είναι κλασσικά. Είναι μια ιστορία που την ξέρουν με δυο λόγια, την έχουν ακουστά, κι αυτό είναι όλο. Όμως απολύτως κανείς από τους ανθρώπους που εγώ έχω συναντήσει, δεν ξέρει τίποτε για τον Θερβάντες, τον μεγάλο συγγραφέα του βιβλίου. Έτσι, αποφάσισα σ’ αυτές τις σελίδες να διηγηθώ εγώ την ιστορία του.

Ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει πως η ζωή του Θερβάντες ήταν πιο πολυτάραχη και γοητευτική απ’ αυτήν του Δον Κιχώτη. Παρ’ όλο που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, είχε πάρα πολλές οικονομικές δυσκολίες που τον ανάγκασαν να δουλέψει σκληρά μέχρι τα γηρατειά του. Ο Θερβάντες πρέπει να είναι το πρότυπο του περιπετειώδη ανθρώπου (απ’ όσο ξέρω, μόνο ο Λοχαγός Σερ Ρίτσαρντ Μπέρτον ίσως τον ξεπερνά σ’ αυτό):

Συγγραφέας, στρατιώτης, ναυτικός, φιλόσοφος, εξερευνητής και πολεμιστής, περιηγητής και μυστικιστής, σπουδάζει φιλοσοφία στη Σαλαμάνκα, διατελεί καμαριέρης ενός επισκόπου στη Ρώμη, μονομαχεί με πολλούς αντιπάλους, σε μια μάχη είχε χάσει το αριστερό του χέρι (γεγονός που ερμηνεύεται ως υψηλά μυητικό από τους μελετητές του αποκρυφισμού). Αιχμαλωτίστηκε για πέντε ολόκληρα χρόνια από τους Άραβες, φυλακισμένος στο Αλγέρι, απόπειρες απόδρασης και κυνηγητά, εξορίες και εντάλματα συλλήψεως, βλέπει δεκάδες φορές τον Χάρο με τα μάτια του. Λαμβάνει μέρος σε εκστρατείες εναντίον των Τούρκων στην Κύπρο, στην Πύλο και στην Κέρκυρα, πολεμά στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου, κάνει πολλά παιδιά, γυρίζει όλη την Ισπανία ως φοροεισπράκτορας και τελικά εξαιτίας ενός λάθους φυλακίζεται πάλι… Του αρέσει το θέατρο, η μουσική, μελετά την Αλχημεία, την Καμπάλα, τους ιπποτικούς μύθους, την αρχαία και νέα ποίηση, τα παράδοξα Γεωγραφικά βιβλία του παρελθόντος και τις παραδόσεις της Ισπανίας και της Αραβίας.

Κατά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ο Θερβάντες ήταν άρρωστος από πυρετούς (που τον βασάνιζαν πολλά χρόνια) και οι συνάδελφοί του δεν ήθελαν να τον αφήσουν να πάρει μέρος στην μάχη, επιμένοντας να μείνει ήσυχος στο εσωτερικό της γαλέρας. Μα αυτός οργίστηκε λέγοντας: «Προτιμώ να πολεμήσω εναντίον των απίστων υπηρετώντας τον Θεό και τον βασιλιά μου και να πεθάνω γι’ αυτούς, παρά να μείνω κάτω από το κατάστρωμα άπραχτος, σαν δειλός…» και παρακάλεσε να τον τοποθετήσουν στην πιο επικίνδυνη θέση. Έτσι κι έγινε, και πολέμησε γενναία, παίρνοντας μάλιστα λάφυρο τη σημαία του Αιγυπτιακού στόλου. Σ’ αυτήν τη μάχη δέχτηκε τρεις μπάλες από αρκεβούζιο, δυο στο στήθος και μια στο αριστερό του χέρι, που έμεινε για πάντα άχρηστο. Με υπερηφάνεια έδειχνε σε όλη του τη ζωή το αχρηστεμένο χέρι του και τις πληγές του, που, όπως έλεγε, τις είχε λάβει «στο πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ή θα δούνε ποτέ οι αιώνες…»

Το Σεπτέμβριο του 1575, καράβια Αλγερινών κουρσάρων χτυπούν το πλοίο του, αιχμαλωτίζουν το πλήρωμα και τον Θερβάντες, και τους οδηγούν στο Αλγέρι. Φυλακίζεται ανάμεσα σε εικοσιπέντε χιλιάδες σκλάβους, στα κάτεργα, σε βασανιστήρια και στις πιο άθλιες συνθήκες που μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους.

Τον Θερβάντες τον πήρε τελικά ο κυβερνήτης του καραβιού που τους είχε αιχμαλωτίσει, ο αρβανίτης πειρατής Νταλί Μαμί. Το καλό παρουσιαστικό του αιχμαλώτου του, η αντρειοσύνη του, ο σεβασμός που του έδειχναν όλοι οι αιχμάλωτοι, καθώς και η μόρφωση και η ευγένεια του, έκαναν τον Μαμί να πιστέψει ότι ο Θερβάντες ήταν κάποιο πολύ επίσημο πρόσωπο από μεγάλο σπίτι, και πως θα μπορούσε να πάρει γι’ αυτόν πλούσια λύτρα. Έτσι τον μεταχειριζόταν με μεγάλη σκληρότητα, κρατώντας τον κλειδωμένο και βασανίζοντας τον με φρικτά βασανιστήρια. Κι έτσι, οι φυσικές και ηθικές χάρες του Μιγκουέλ Θερβάντες, και η αναγνώριση που του είχε γίνει από τους πατριώτες του για την ανδρεία και τις υπηρεσίες του, του χρησίμευσαν μόνο για να κάνουν μεγαλύτερα τα βάσανα του.

Το δυστύχημα ήταν ότι είχε μαζί του και τον αδελφό του, που υπόμενε τα ίδια βάσανα εξαιτίας του. Αποπειράθηκαν δυο φορές να δραπετεύσουν, αποτυχημένα. Τελικά οι γονείς τους στερήθηκαν τα πάντα, έκαναν οικονομίες και εράνους επί δύο χρόνια και κατάφεραν να στείλουν ένα χρηματικό ποσό στο Αλγέρι ως λύτρα για την απελευθέρωση τους. Τα χρήματα όμως επαρκούσαν μόνο για τον ένα από τους δύο, και ο Θερβάντες έστειλε τον αδελφό του στην πατρίδα.

Συνεννοήθηκαν όμως, μόλις εκείνος έφτανε στην Ισπανία, να έστελνε ένα πλοίο σ’ ένα προκαθορισμένο σημείο, στο οποίο θα έφταναν προηγουμένως ο Θερβάντες και οι σύντροφοι του δραπετεύοντας. Έτσι κι έγινε. Δεκαπέντε απ’ αυτούς με τον Μιγκουέλ αρχηγό, δραπέτευσαν και κρύφτηκαν σ’ ένα σύμπλεγμα από υπόγεια σπήλαια κοντά στην προκαθορισμένη ακτή. Όμως έγινε προδοσία, το πλοίο δεν κατάφερε να προσεγγίσει την παραλία, η σπηλιά πολιορκήθηκε και όλοι τους αιχμαλωτίστηκαν πάλι. Ο Θερβάντες οδηγήθηκε στον αντιβασιλέα όπου δήλωσε:

«Κανείς από όλους αυτούς τους Χριστιανούς δεν έχει φταίξει, γιατί εγώ μονάχος ετοίμασα τούτη την απόδραση και τους παρακίνησα να φύγουν. Σ’ εμένα αξίζει μόνο η τιμωρία…»

Ο αντιβασιλέας θαύμασε την ευγένεια και την ανδρεία του και τους χάρισε τη ζωή. Ο Θερβάντες αποπειράθηκε όμως άλλες δυο φορές να δραπετεύσει, και καταδικάστηκε για την πρώτη απόπειρα σε δύο χιλιάδες ραβδισμούς στην πλάτη (και από τότε καμπούριαζε αισθητά), και για τη δεύτερη απόπειρα καταδικάστηκε σε έξη μήνες αλυσοδεμένος σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, είχε αρνηθεί επίμονα να αλλαξοπιστήσει, σχεδίασε μια επανάσταση των σκλάβων και μια απελευθέρωση του Αλγερίου που απέτυχε, έδινε κουράγιο σε όλους καθημερινά, απάγγελνε ποιήματα στους τραυματίες και έστελνε ενθαρρυντικά ραβασάκια σε όλους τους Χριστιανούς με αποσπάσματα από τα λόγια του Ιησού. Γι’ αυτόν, εκείνα τα πέντε μαρτυρικά χρόνια της σκλαβιάς, ήταν -όπως λέει ο ίδιος- «ένα διαρκές μάθημα υπομονής στη δυστυχία».

Τελικά, τη στιγμή που τον αλυσόδεναν για να τον πάνε στην Κωνσταντινούπολη και να τον πουλήσουν, έφτασε η είδηση ότι είχαν πληρωθεί τα λύτρα για την απελευθέρωση του. Τα υπέρογκα λύτρα είχαν πληρώσει οι μοναχοί του Τάγματος της Αγίας Τριάδας και η οικογένεια του, σε συνεργασία με διανοούμενους της Μαδρίτης και εμπόρους του Αλγερίου. Στις 24 Οκτωβρίου του 1580, έκανε πανιά μαζί με μερικούς πιστούς συντρόφους του για την πατρίδα του. Πάτησε τα ισπανικά χώματα στη Ντένια, νοτίως της Βαλένθιας, δοκιμάζοντας, όπως γράφει ο ίδιος: «…τη μεγαλύτερη από τις χαρές που μπορεί να νιώσει κανείς σ’ αυτήν την εφήμερη ζωή: να φτάσει κανείς, ύστερα από μακρόχρονη μαρτυρική σκλαβιά, σώος στην πατρίδα του. Γιατί δεν είναι στον κόσμο άλλη μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο, από το να αποκτά τη χαμένη του λευτεριά και να επιστρέφει στη χαμένη του πατρίδα…»

Οι περιπέτειες του όμως δεν έχουν τελειωμό, το ίδιο και τα βάσανα του, και δυστυχώς χρειάζεται ένα ολόκληρο βιβλίο για να περιγραφούν.

Ο Δον Κιχώτης, καθώς και τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα, γράφτηκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες, σε φυλακές, βασανιστήρια, περιπλανήσεις, δυστυχίες και κακουχίες.

Το 1613, ενώ γράφει το ποιητικό του έργο Ταξίδι στον Παρνασσό, παίρνει το σχήμα του Τάγματος των Μοναχών του Αγίου Φραγκίσκου, και αργότερα πεθαίνει βαριά άρρωστος και ολομόναχος στις 23 Απριλίου του 1616, σε ηλικία 69 χρονών. Τον έθαψαν με το ένδυμα των μοναχών και με ένα απλό ξύλινο σταυρό στα χέρια, στην εκκλησία των καλογραιών της Αγίας Τριάδος, ενώ μόνο πέντε μοναχοί και δύο καλοί φίλοι του ποιητές, παρακολούθησαν τη σεμνή του κηδεία.

Τον καιρό που η αθανασία χάραζε το όνομα του στις μνήμες όλων των ανθρώπων του κόσμου, η λησμονιά ενός ολόκληρου αιώνα έκρυψε τον τάφο του από τα μάτια των ανθρώπων, κι έτσι η θέση που κρύβονται τα οστά του Μιχαήλ Ντε Θερβάντες Σααβέδρα, δημιουργού του αθάνατου Δον Κιχώτη, παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Μόνο ο Δον Κιχώτης έχει μείνει να ψιθυρίζει μέσα στις σελίδες: «Viva Los Caballeros Andantes»…

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ευχαριστώ φίλε! μεγάλη θέση!

melissa lli είπε...

http://melissalli.blogspot.gr/2012/06/blog-post_26.html

ελπίζω να μην πειράζει...καλημέρα!!!