CALIFORNIA
Τη νύχτα, ο άνεμος από την ακτή του Ειρηνικού αναδεύει δροσερά τα φύλλα από τα φοινικόδεντρα. Στον ορίζοντα της θάλασσας οι μακρινές πλατφόρμες των πετρελαιοπηγών είναι φωτισμένες και φαίνονται σαν θαλάσσια λούνα-παρκ. Ο Πάτρικ είναι Κινέζος, εξήντα χρονών, μόλις έχουμε μπει στο σπίτι του κι εκείνος παίζει κιθάρα και τραγουδάει με εφηβική φωνή ένα παλιό τραγούδι του Έλβις, το Heartbrake Hotel, στους τοίχους γύρω του κρέμονται ινδιάνικα κειμήλια, αρχαία ελληνικά πιάτα, κοχύλια και αστερίες από τη Χαβάη, κουκλάκια των Χόπι, βραβεία για τον καλύτερο πωλητή ασφαλειών, ένα κέντημα με λουλούδια που γράφει God Bless America με παιδιάστικα γράμματα… Ακούγοντας εκείνο το χωρίς ντροπή τραγούδι του με τη νοσταλγική φωνή και τα κλειστά του μάτια, κατάλαβα για πρώτη φορά πόσο μακριά βρισκόμουν από το σπίτι μου. Η Μαρία, η γυναίκα του, είναι Ελληνίδα από την Κύπρο, από τα κατεχόμενα, κι έξω από το λευκό σπίτι τους στο Λος Άντζελες έχουν μια πινακίδα με έναν ελληνικό ήλιο και έναν ανεμόμυλο που γράφει Καλώς Ήλθατε στη Λάπιθο, το χωριό της Μαρίας που το πήρανε οι Τούρκοι ένα μεσημέρι και σκοτώσανε τον πατέρα της, κι εκείνη μιλά συνέχεια για τη Λάπιθο που είναι απαγορευμένη για τα βήματά της, και λέει ιστορίες για τις Ινδιάνες μάγισσες στην Αριζόνα...
Στο Σαν Χουάν Καπιστράνο, στο σαλούν του Coach-House, η Michelle Shocked χτυπιέται με την κιθάρα της πάνω στη σκηνή και τραγουδάει για τους Hobos, τους αλήτες που ταξίδευαν λαθραία με τα τραίνα, το Τζακ Ντάνιελς είναι το πιο φτηνό ποτό και το ντεπόζιτο της βενζίνης του αυτοκινήτου γεμίζει μόνο με 9 δολάρια.
Έξω από το σπίτι του Κάρλος Καστανέντα στο Westwood, πάνω από τη Σάντα Μόνικα, μια μαύρη γάτα μας παρακολουθεί σκαρφαλωμένη πάνω στο φράχτη. Στη Σάντα Άννα ψάχναμε για το σπίτι του Φίλιπ Κ. Ντικ, αναζητούσαμε μάταια τα ίχνη του που έχουν χαθεί από τον πλανήτη ή έχουν μεταμορφωθεί σε βιβλία. Ένα μεγάλο κύμα εμφανίσεων UFO στα σύνορα με το Μεξικό, έχω ακόμη στα μάτια μου τις ερημιές του Ortega Highway (μα πού είναι το El Toro;), τις μυστικές εξοχές που τις ξέρουν μόνο οι τσοπεράδες, και μια πινακίδα έξω από μια ξύλινη εκκλησία βαπτιστών που έλεγε στον ταξιδιώτη: «Έλα μέσα. Ο Θεός θέλει να σου μιλήσει». Ο Θεός μιλάει από το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο, του αρέσουν τα ντόνατς σε ένα παρακμιακό μαγαζάκι στις όχθες της λίμνης Έλσινορ, το σέρφινγκ στη Balboa Beach, κι ο αυτοκινητόδρομος της αμαρτίας: το Freeway 15 προς Νεβάδα, που διασχίζει την έρημο Mojave και πάει στο Λας Βέγκας για τα καζίνα. Στο Πάλος Βέρντες είδα για λίγο τον Παράδεισο, που τον έχουν αγοράσει οι πλούσιοι κι έχουν αποδημήσει εκεί, κι όλοι οι άλλοι νομίζουν πως είναι στο Μπέβερλυ Χιλς. Τις νύχτες ονειρεύονται και πηγαίνουν στο Dreamland, στο Area 51 στην έρημο, για να μιλήσουν με τους δαίμονες που ζουν εκεί με τα λεφτά των φορολογούμενων, στην υπόγεια βάση.
Ένα όμορφο σούρουπο στο Bell Air, οδηγάμε στο Mulholland Drive, κι είμαστε σίγουροι πως θα στρίψουμε σε μια στροφή και θα βγούμε σε έναν άλλο κόσμο, ή έστω μέσα σε ένα όνειρο του Ντέηβιντ Λυντς, τί άλλο να ελπίσω έπειτα από τη θέα των φωτισμένων ουρανοξυστών στο L.A. και μερικά παλιά υπονοούμενα για το San Bernardino Freeway; Υπάρχει ένα Route 66 του εσωτερικού διαστήματος: είσοδος ελεύθερη.
Ένα δάσος με τιτάνιες σεγκόγιες στη Σονόμα, η κάθε μια τους με εμβαδόν όσο ένα σπίτι και ύψος τουλάχιστον όσο μια ελληνική πολυκατοικία, και στη Venice Beach ένας απροσδιόριστος φυλετικά τύπος με τεράστιο τουρμπάνι στο κεφάλι και πατίνια στα πόδια, φορά μια λευκή μπέρτα κι έχει κρεμασμένο έναν ενισχυτή με μπαταρίες στη μέση του, περνά με ταχύτητα δίπλα μου και παίζει ηλεκτρική κιθάρα. Στο Σαν Φρανσίσκο στέκει ακόμη ο πύργος της τηλεόρασης που τρόμαζε τόσο πολύ τον Φριτς Λάιμπερ σαν κακό Megapolisomancy, ένας άστεγος κοιμάται στην είσοδο μιας τράπεζας, ένα τζάμι τον χωρίζει από όλα τα λεφτά του κόσμου, και κατεβαίνοντας το Divisadero Road όλοι οι άντρες είναι γκέι, και μάλλον κανείς δεν φαντάζεται ότι η συνοδός μου δεν είναι τραβεστί. Τις νύχτες φεύγουμε για να ακούσουμε τις φάλαινες στον Ειρηνικό, το τραγούδι τους ίσως ακούγεται μέχρι τις φυλακές του San Quendin, μέχρι το Aqua Calliente και τις φώκιες του, και μέχρι την κοιλάδα του Φεγγαριού, τα αμπέλια του Τζακ Λόντον και την κοιλάδα που έχει αγοράσει ο Τζωρτζ Λούκας, την Lucas Valley, όπου μπορείς να μπεις μόνο αν είσαι καλεσμένος του. Αν και ο Πόλεμος των Άστρων συνεχίζεται στη Ντίσνεϋλαντ, μαζί με τους Πειρατές της Καραϊβικής, τη Στοιχειωμένη Έπαυλη και το Tiki Room, μερικά από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνήματα που έφτιαξε ο νους του ανθρώπου.
Πάνω από το Σακραμέντο, κάπου έξω από το Placerville, έξω από το χωριό των κρεμασμένων, κοντά στα Eldorado Hills, μαζί με τα φαντάσματα των χρυσοθήρων, μέσα στο δάσος στέκει μια παράγκα όπου ζούσε ο Κλαρκ Άστον Σμιθ και έφτιαχνε τα εξωγήινα γλυπτά του, ενώ στο Auburn πέρα από τις παρατημένες σιδηροδρομικές γραμμές του Skyridge υπάρχει ένα δρομάκι που λέγεται Poet Smith drive.
Στον δρόμο για τη Σάντα Κρουζ, μέσα στη νύχτα, κατεβαίνοντας τον φιδογυριστό PCH (Pacific Coast Highway), η ομίχλη σαν γιγαντιαίο σιντριβάνι υψώνεται από τον Ειρηνικό και πέφτει πάνω στο δρόμο, ορατότητα μηδέν, τότε βγαίνουν τα ελάφια και αυτοκτονούν. Στη Σάντα Κρουζ ένιωσα κάτι από την καρδιά, όλα αυτά τα φτιάξανε οι πιονέροι, The Home of the Brave, όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια και η καρδιά τους υποφέρει, ο Νέος Κόσμος δεν νοιάζεται από πού είσαι, ολονών το βλέμμα ημερεύει το πρωί στη συννεφιασμένη ακτή της Σάντα Κρουζ, κι από ‘κει ταξιδεύει για το Carmel, σαν σε όνειρο. Κανείς δεν θα πιστέψει τα πράγματα που είδα με τα μάτια μου στο Mystery Spot μέσα στο δάσος, α, ο κόσμος είναι ένα πολύ παράξενο μέρος, κι όποιος δεν ταξιδεύει δεν το ξέρει, ζει τελείως ανίδεος.
Ο Ραμόν στη Σάντα Ρόζα μου έδωσε ένα μικρό αρχαίο γλυπτό των Αζτέκων, λαθραίο, που το ξέθαψε σε ένα χωράφι η μαμά του στην Τσιχουάουα ή το αγόρασε στην Οαχάκα, στον δρόμο όταν έρχεσαι από το Σαν Ντιέγκο σε σταματούν οι αστυνομικοί με μαύρα γυαλιά και μαύρα γάντια και ψάχνουν για λαθρομετανάστες Μεξικανούς, και σε ένα μοτέλ νυχτερινό στην τηλεόραση είδαμε έναν γέρο Μεξικάνο συγγραφέα, τον Victor Villasenor, να δακρύζει και να λέει για τη μοίρα του ανθρώπου, πως η πατρίδα ολονών μας είναι τόσο μακριά, κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται.
Στο μουσείο του Ρίπλεϋ στο Χόλυγουντ (Believe it or Not), στέκει ένα ομοίωμα του ψηλότερου ανθρώπου στον κόσμο, σωστό τέρας. Οι συγχωριανοί του τον αγαπούσαν.
«Στην Καλιφόρνια είσαι ελεύθερος να είσαι παράξενος», μου ψιθυρίζει μία γοργόνα στην παλιά προκυμαία του Redondo Beach, μέσα από τον μικρό πλαστικό θόλο της…

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

«–Δεν μου είπες, τελικά υπάρχει θησαυρός στο διπλανό σπίτι;
–Ποιο σπίτι; Δεν υπάρχει κανένα σπίτι εδώ δίπλα.
–Ε, τότε ας φτιάξουμε ένα..»
(Marx Brothers)

Περνάμε μια ολόκληρη ζωή αναζητώντας τη «μεγάλη αλήθεια», διερωτώμενοι για τη φύση του κόσμου και του ανθρώπου, για τα μυστήρια του πνεύματος, για την ορθή αντίληψη της πραγματικότητας και για το νόημα της ζωής. Και διαφεύγει σχεδόν από όλους μας ότι την αλήθεια την ξεχωρίζει μόνο η πιο αγνή ματιά, ότι οι πρώτες εντυπώσεις για κάποιον παράξενο λόγο είναι πάντα σωστές, και πως, οτιδήποτε κι αν επιχειρήσαμε να πιστέψουμε για όλα αυτά, το βασίσαμε σε στοιχεία που αποκτήσαμε καθ' οδόν στη ζωή, και το μόνο που τελικά καταλάβαμε είναι ότι μάλλον είμαστε μπερδεμένοι ή εξαπατημένοι.
Αν υπάρχει κάποια αυταπόδεικτη αλήθεια για τον κόσμο και για τη ζωή, κάτι που κρύβεται πίσω από όλα τα πράγματα που ξέρουμε, μια αλήθεια φυσική και αναμφισβήτητη, τότε αυτήν την αλήθεια την ξέρουν τα μικρά παιδιά. Αυτά είναι που βλέπουν τον κόσμο χωρίς προηγούμενες ερμηνείες και εντυπώσεις, χωρίς παρεξηγήσεις και αυταπάτες, τον βλέπουν όπως στ' αλήθεια είναι: μυστηριώδης και υπέροχος και θαυμαστός, γεμάτος θαύματα, περιπέτεια και έκσταση. Τα παιδιά βλέπουν τα πράγματα όπως στ' αλήθεια είναι, φυσικά, αυθόρμητα, χωρίς τεχνητές ερμηνείες, χωρίς αδικία, χωρίς καμία αβεβαιότητα.
Κι αφού όλοι μας ήμασταν κάποτε παιδιά, πώς είναι δυνατόν να ξεχάσαμε τους θησαυρούς αυτής της φωτισμένης αντίληψης των πραγμάτων; Κι αφού όλοι μας ποθήσαμε κάποτε να ανακτήσουμε τον χαμένο κόσμο της παιδικής μας ηλικίας, γιατί ποτέ δεν κάναμε το βήμα να θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο κοιτούσαμε τότε τον κόσμο γύρω μας;
Όσοι έχουν οι ίδιοι παιδιά, διακρίνουν κάτι από αυτόν τον χαμένο παράδεισο, το βλέπουν στο βλέμμα των παιδιών τους. Εγώ ο ίδιος, κάθε μέρα, παρατηρώ τον μικρό μας γιό να εξερευνεί με δέος τα πάντα και να ανακαλύπτει ένα υπέροχο θαύμα πίσω από κάθε απλή υπόθεση της καθημερινότητας και του περιβάλλοντος, πίσω από κάθε ιδέα ή λέξη, εικόνα ή ήχο, αντικείμενο ή θέα.
Το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, με λεπτομέρειες, και αυτό με βοηθά να το θυμηθώ και στη δική μου περίπτωση: ο κόσμος είναι ένα μέρος θαυμάτων και μυστηρίων όταν είσαι παιδί. Και δεν αλλάζει όταν μεγαλώνεις. Εσύ είσαι που αλλάζεις. Η αλήθεια παραμένει, εσύ είσαι που την έχασες. Όταν είσαι παιδί, ο Παράδεισος σου ανήκει. Και όταν μεγαλώνεις είσαι σαν εκπεσόντας άγγελος, σαν εξόριστος από τον Παράδεισο, σαν προδότης της πατρίδας σου ή σαν άρρωστος που πάσχεις από αμνησία ενώ κάποτε ήξερες τα πάντα.
Ναι, όταν είσαι παιδί, μοιάζεις με τον Αδάμ στον θρυλικό Κήπο του Παραδείσου, που ήταν ο πρώτος που γνώρισε τα πάντα για πρώτη φορά, τη φύση, τον Θεό, τα δέντρα, τα ζώα, τον σύντροφο, το καλό και το κακό, το σεξ, τον άνεμο, τον ουρανό, τις λέξεις, και έδωσε τα ονόματά τους σε όλα τα όντα και τα φυτά.
Όταν είσαι παιδί, τα χωράφια με το σιτάρι μοιάζουν γεμάτα από χρυσάφι που ανεμίζει και λάμπει, που δεν θα θεριστεί ποτέ και θα είναι για πάντα αθάνατο, για πάντα ίδιο με την πρώτη στιγμή που το είδες. Και ό,τι βλέπεις, πιστεύεις ότι υπήρχε από πάντα αιώνια και θα υπάρχει για πάντα αιώνια. Η έννοια της αιωνιότητας είναι έμφυτη μέσα μας, η σκέψη της είναι φυσική και αυθόρμητη.
Αυτό που δεν υπήρχε μέσα μας είναι η έννοια της σπουδαιότητας, η σημασία, που εννοιολογείται από την εξαίρεση. Όλα τα πράγματα ήταν σπουδαία και σημαντικά, μέχρι και τα πιο ευτελή, τα πιο ασήμαντα, τα πιο αδιάφορα για τους μεγάλους, τα πιο δεδομένα.
Η σκόνη, το χώμα και οι πέτρες των δρόμων ήταν πολύτιμες σαν διαμάντια και σπουδαίες σαν τεχνουργήματα. Κάθε παράξενο φύσημα του ανέμου ήταν αιτία δέους και θαυμασμού. Η πόρτα του σπιτιού, ο φράχτης του κήπου, στην αρχή ήταν το τέλος του κόσμου. Κι η εξερεύνηση ήταν η μόνη σημαντική υπόθεση, το ίδιο και το παιχνίδι, η χαρά, η αγάπη.
Θυμάμαι ένα υπέροχο απόσπασμα από το σπανιότατο και εξαίσιο βιβλίο του ποιητή και μυστικιστή Thomas Traherne (1637-1674), Centuries of Meditation (Αιώνες Διαλογισμού), που, κατά την εποπτεία μου, ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να περιγράψει το πως βλέπουν τα παιδιά τον κόσμο:
«Τα πράσινα δέντρα, όταν τα είδα για πρώτη φορά μέσα από τις πύλες του κήπου, με κατέπληξαν και με γέμισαν με πρωτόγνωρη έκσταση. Η γλυκύτητα και η παράξενη ομορφιά τους έκαναν την καρδιά μου να χοροπηδήσει, και, σχεδόν τρελός από την έκσταση, κατάλαβα ότι ήταν τα πιο παράξενα και υπέροχα πράγματα που είχα δει. Και οι άνθρωποι! Ω, τι σεβάσμια και θαυμαστά πλάσματα που έμοιαζαν οι ενήλικοι! Ήταν σαν αθάνατα και σοφά Χερουβείμ! Και τα νεαρά αγόρια έμοιαζαν με λαμπερούς σπινθηροβόλους αγγέλους, και τα νεαρά κορίτσια φάνταζαν σαν Σεραφείμ, παράξενα δείγματα υπέροχης ζωής, φρεσκάδας και ομορφιάς! Τα αγόρια και τα κορίτσια που έτρεχαν και έπαιζαν στους δρόμους, ήταν σαν κινούμενα διαμάντια και λαμπερά πολύτιμα κοσμήματα. Δεν γνώριζα ότι είχαν γεννηθεί, ούτε ότι πρέπει να πεθάνουν.
»Όλα τα πράγματα ζούσαν. Και όλα τα πράγματα ζούσαν αιώνια, το καθένα στο σωστό μέρος. Η αιωνιότητα εκδηλωνόταν στο φως της ημέρας, και κάτι το άπειρο εμφανιζόταν πίσω από τα πάντα, κάτι που ψιθύριζε στις προσδοκίες μου και κινούσε κάθε μου επιθυμία. Η ίδια η πόλη έμοιαζε να στέκει στον παράδεισο, ή να είναι χτισμένη στον ουρανό.
»Οι δρόμοι ήταν δικοί μου, οι ναοί ήταν δικοί μου, όλα τα παιχνίδια ήταν δικά μου, οι άνθρωποι ήταν δικοί μου, τα ρούχα τους που έλαμπαν σαν ασήμι και χρυσό ήταν δικά μου, το ίδιο και τα λαμπερά τους μάτια, το όμορφο δέρμα τους, τα εκφραστικά τους πρόσωπα. Οι ουρανοί ήταν δικοί μου, δικός μου ήταν και ο ήλιος και το φεγγάρι και τα αστέρια, που έβγαιναν εκεί πάνω μόνο για μένα, κι όλος ο κόσμος ήταν δικός μου, κι εγώ ήμουν ο μόνος παρατηρητής του, ο μόνος που τον απολάμβανε.
»Δεν ήξερα καμιά βάναυση ορθότητα, κανέναν περιορισμό, κανένα εμπόδιο, καμιά κατάταξη, καμιά υποδιαίρεση, κανένα όριο. Όλες οι υποθέσεις του κόσμου ήταν δικές μου, όλα τα όρια και τα περιεχόμενα δικά μου, όλοι οι θησαυροί του κόσμου και όλοι οι κάτοχοί τους ήταν δικοί μου.
»Αλλά, αργότερα, πολλά συνέβησαν και διαφθάρηκα, μολύνθηκα, και αναγκάστηκα να μάθω τα βρώμικα τεχνάσματα αυτού του κόσμου. Και τώρα προσπαθώ να τα ξεμάθω, και να γίνω όπως κάποτε ήμουν, ένα μικρό παιδί και πάλι, για να εισέλθω στη Βασιλεία των Ουρανών…»
Ο Traherne, που πίστευε ότι η Ουτοπία είναι εδώ και τώρα μαζί μας αλλά δεν τη βλέπει κανείς, μέσα από το έργο του δήλωνε με τον πιο όμορφο και αισιόδοξο τρόπο ότι όλοι μας μπορούμε να αποκτήσουμε ξανά το φωτεινό όραμα του βλέμματος των παιδιών, και να επιστρέψουμε στον χαμένο Παράδεισο, αρκεί να μπορέσουμε, σαν πρώτο βήμα, να δώσουμε αξία στα «μέγιστα, όμως κοινά και απλά πράγματα»: τον ήλιο, τον ουρανό, τον άνεμο, τα φτερά των πουλιών και των πεταλούδων, τα κεραμίδια μετά τη βροχή, αντί να λαχταρούμε συνεχώς οφέλη, τιμές και πλούτη. Ο αληθινός κόσμος μας αποκρύπτεται, κρύβεται από το διεφθαρμένο βλέμμα μας και από τη φοβισμένη καρδιά μας, και είναι δυνατόν να μας αποκαλυφθεί σε όλο του το μεγαλείο αν μπορέσουμε να τον κοιτάξουμε με την αγάπη και το δέος του παιδιού. Έλεγε ότι όλοι μας ζούμε μέσα στα θαύματα, αλλά κανείς δεν το θυμάται. Ήταν ο ταπεινός γιος ενός τσαγκάρη, κι έγινε ένας μεγάλος ποιητής που αντίκρισε τον Θεό…
Δεν γνωρίζουν πολλοί την όμορφη παράδοση ότι, όταν ο Αδάμ και η Εύα εξορίστηκαν από τον Παράδεισο, τους επιτράπηκε να πάρουν μαζί τους ένα γαϊδουράκι. Οι πρωτόπλαστοι απομακρύνθηκαν από τον Παράδεισο, ανατολικά της Εδέμ, μαζί με ένα ταπεινό γαϊδουράκι, ένα πλάσμα που από τότε έχει συνηθίσει αδιαμαρτύρητα να υποφέρει και να σηκώνει το φορτίο του.
Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτό το γαϊδουράκι (που αργότερα θα γίνει άλογο, έπειτα θα βγάλει το κέρατο της σοφίας και θα γίνει μονόκερως, και έπειτα θα αποκτήσει φτερά και θα γίνει πήγασος), είναι ένα απόκρυφο σύμβολο για τη φαντασία. Το μόνο αληθινά δικό μας πράγμα που έχουμε, είναι η φαντασία μας, κι αυτό είναι το μόνο δώρο που μας δίνει την οπτική όλων των πραγμάτων που δεν έχουμε, όλων εκείνων που έχουμε χάσει, όλων εκείνων που δεν ξέρουμε. Είναι μια σπίθα του Δημιουργού μέσα μας, είναι το ίδιο μας το πνεύμα: η δημιουργική μας σκέψη, η στάση μας απέναντι στο μυστήριο του κόσμου, ο στοχασμός μας, τα όνειρά μας. Κατά τη γνώμη μου, το Φανταστικό είναι η σημαντικότερη υπόθεση του ανθρωπίνου όντος.
Τα παιδιά αποτελούν ενσαρκώσεις του ίδιου του Φανταστικού της ανθρωπότητας μας. Το βλέμμα του παιδιού είναι η προσωποποίηση της επέκτασης της πραγματικότητας προς το θαυμαστό: η χαμένη παιδική μας ηλικία, τα χαμένα όνειρά μας, ο χαμένος αληθινός κόσμος, ο χαμένος Παράδεισος.
Διαβάζω ένα όμορφο αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έγραψε ο ονειροπόλος συγγραφέας και στοχαστής, Herman Hesse:
«Σαν όλα τα μικρά αγόρια αγαπούσα και ζήλευα ορισμένα επαγγέλματα: του κυνηγού, του βαρκάρη, του ακροβάτη, του εξερευνητή των αρκτικών περιοχών. Αλλά πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ήθελα να γίνω μάγος. Αυτή ήταν η βαθύτερη, πιο έντονη παρόρμηση μου –σε σχέση με μια ορισμένη δυσαρέσκεια γι’ αυτό που οι άλλοι αποκαλούσαν πραγματικότητα, που πολλές φορές μου άφηνε την εντύπωση ότι δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια ανόητη συνομωσία των μεγάλων. Από πολύ μικρός, πότε με φόβο και πότε με περιφρόνηση, απέρριπτα αυτήν την πραγματικότητα και καιγόμουνα από την επιθυμία να της κάνω μάγια, να την μεταμορφώσω, να την υπερβώ…»
Αυτή η έντονη επιθυμία για υπέρβαση της πραγματικότητας, είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των ονειροπόλων ανθρώπων που δεν έχουν χάσει την κληρονομιά μας του Φανταστικού: της ψυχικής μας αλήθειας για τον κόσμο και τον εαυτό.
Το Φανταστικό, η ξέφρενη και θαυμαστή παιδική ηλικία του εαυτού μας –πριν αυτός κουραστεί, πληγωθεί, παραδοθεί, και πριν ξεχάσει τα πάντα για την αλήθεια του κόσμου– λειτουργεί σαν ένα κάλεσμα για υπέρβαση και για ατομική ελευθερία, που αντηχεί από τα τρίσβαθα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι αυτό το κάλεσμα είναι πολύ πραγματικό, αληθινά πραγματικό, και οι προοπτικές που διαγράφει, οι δίοδοι εξόδου από το τέλμα, είναι επίσης αληθινά πραγματικές. Γιατί η μόνη αληθινή πραγματικότητα είναι η εσωτερική, η μόνη αληθινή κατασκευή είναι αυτή που δομεί την ψυχή και τον νού μας, και βρίσκεται στην πιο πολύτιμη μορφή της στην πρότερη αυθεντική και φυσική της κατάσταση: όταν ήμασταν παιδιά. Τότε που γνωρίζαμε την αληθινή χρήση του παράξενου και ελεύθερου μηχανισμού του σύμπαντος, του αληθινού σύμπαντος: αυτού που κρύβουμε μέσα μας και όχι αυτού που μας εξηγεί η αστρονομία και η φυσική, και αυτού που βλέπουμε αυθόρμητα και φυσικά γύρω μας, για πρώτη φορά, χωρίς επίπλαστες ερμηνείες.
Η μόνη πραγματικότητα είναι αυτή που όλοι μάς κρύβουν: Ο άνθρωπος είναι ένα σύμπαν από μόνος του.
Νιώθω ότι η αποστολή μας στον κόσμο δεν είναι απλά να ζήσουμε, αλλά να τον αγαπήσουμε, να παίξουμε μαζί του, να τον εξερευνήσουμε και να τον υπερβούμε. Νιώθω ότι πρέπει να αντιταχθούμε πολεμικά σε κάθε άνθρωπο, ιδέα, αξία, θεσμό, δόγμα, που θέλει να μας εμποδίσει να το κάνουμε αυτό. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο ουσιαστικός αγώνας για την πνευματική ελευθερία;
Αυτό είναι που νιώθει τόσο απλά και ξεκάθαρα ένα παιδί. Είναι πολύ πρόσφατη η άφιξη του στον κόσμο μας για να έχει ξεχάσει την αποστολή του. Νομίζω ότι μεγαλώνοντας την ξεχνάμε, μάς μαθαίνουν με αυστηρότητα τόσα πολλά για την χρήση του μηχανισμού που διευθύνει το εργοστάσιο που κατασκευάζει την καθημερινότητα μας, που ξεχνάμε τελείως τις συμπαντικές και φυσικές αλήθειες που γνωρίζαμε σαν παιδιά. Τα παιδιά ξέρουν, ίσως γι’ αυτό να «τους ανήκει η βασιλεία των ουρανών».
Μεγαλώνοντας ξεχνάμε, απογοητευόμαστε, αποκαρδιωνόμαστε, κουραζόμαστε, βαριόμαστε και λειτουργούμε σαν μαριονέτες ενός αόρατου οργανοπαίκτη. Είναι φρικτό, ούτε καν η σκέψη μας δεν εξαιρείται. Μαθαίνουμε να υπακούμε ακόμη και μέσα στις σκέψεις μας, και το πρώτο διανοητικό παραστράτημα το θεωρούμε ως κάποιο είδος «ανωμαλίας». Έχουμε διδαχτεί και συνηθίσει ένα σωρό ψέματα που τα θεωρούμε για απόλυτες αλήθειες, έτοιμες να καταδικάσουν ως ψέμα το κάλεσμα της παιδικής φαντασίας, χωρίς να μπορούν να αντικρίσουν κατά πρόσωπο το μέγεθος του ψέματος τους, τόσο γιγάντιο είναι. Κάτι σκοτώνει το παιδί μέσα μας για να στερήσει από την ανθρωπότητα την θαυμαστή της προοπτική.
Γύρω μας περιπλανιούνται σαν μηχανικές σκεπτόμενες σάρκες, άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους ένα νεκρό ή ετοιμοθάνατο παιδί. Ίσως αυτή να είναι η «ανάσταση» που πρέπει να μελετήσουμε και να κατορθώσουμε. Να νικήσουμε τον θάνατο που μας διδάσκουν μέρα με την ημέρα οι αόρατοι αφέντες μας, που έχουν εισβάλλει τόσο μελετημένα μέσα μας, που όταν ακούμε τη φωνή τους νομίζουμε ότι ακούμε τη δική μας. Το παιδί πρέπει να ξυπνήσει, γιατί ονειρεύεται όλο αυτό το κακάσχημο και θλιμμένο όνειρο.
Το παιδί μέσα μας θέλει να γίνει μάγος, να κάνει μάγια σ’ αυτήν την πραγματικότητα, να την μεταμορφώσει, να την υπερβεί. Είναι αλήθεια: μπορεί να το κάνει. Κάποτε το έκανε χωρίς να ξέρει απολύτως τίποτε γι' αυτήν την παιδική μαγεία που τώρα πρέπει να τη διδαχθεί ξανά.
Ίσως ήρθε ο καιρός να αναζητήσουμε ξανά τα μυστικά αυτής της αυθόρμητης τέχνης, που η εφαρμογή της οδηγεί στον Παράδεισο… Κανείς δεν ξέρει πόσος καιρός μας έχει απομείνει.

Περίπου χίλιοι άνθρωποι κάθε χρόνο σκοτώνονται από επιθέσεις λεοπαρδάλεων. O Μότσαρτ έχει γράψει όπερα για κουκλοθέατρο.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε: «Αδιάκοπα το ατέλειωτο κυλάει προς το απύθμενο, χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς μας…»
Το πρώτο άρωμα που κατασκευάσθηκε ήταν το αρωματικό λάδι των τριαντάφυλλων. Για να παραχθούν 400 γραμμάρια απ’ αυτό το άρωμα χρειάζεται ένας τόνος από ροδοπέταλα, δηλαδή μια ανθοκαλλιέργεια 4 στρεμμάτων!
Κανείς δεν ξέρει τίποτε για το παράξενο Super Nova στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου.
Δυο-τρία άτομα δίπλα-δίπλα κάνουν ένα μόριο. Τα άτομα είναι ουσιαστικά άδεια: απαρτίζονται από τον πυρήνα, που είναι 100.000 φορές μικρότερος από το άτομο σε γραμμικές διαστάσεις (συνεπώς ο όγκος του είναι το ένα τετράκις εκατομμυριοστό του όγκου του ατόμου) και από τα απειροελάχιστα σημειακά ηλεκτρόνια. Μεγαλύτερο από το 99% ενός ατόμου είναι κενό. Πώς είναι δυνατόν απ’ αυτά τα «κενά» άτομα να φτιάχνεται γύρω μας ένας τόσο «γεμάτος» κόσμος; Ο κόσμος μας είναι «με το ζόρι» υλικός.
Ο αριθμός 1,6749286 τρισεκατομμυριοστά του τρισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου είναι η μάζα ενός νετρονίου. Ο πλανήτης Ποσειδώνας (που ανακαλύφθηκε το 1846) χρειάζεται 164,8 χρόνια για μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον Ήλιο, η διάμετρός του είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από τη διάμετρο της Γης, αλλά χρειάζεται μόνο 15 ώρες για μια περιστροφή γύρω από τον άξονά του, ενώ η Γη παίρνει 900 φορές περισσότερη θερμότητα και φως από τον Ήλιο, απ’ ό,τι ο Ποσειδώνας. Το νερό των ωκεανών της Γης περιέχει 3% αλάτι, ενώ περιέχει πάνω από 50 χημικά στοιχεία. Στη θάλασσα, έπειτα από τα πρώτα 10 μέτρα βάθους η πίεση αυξάνεται κατά 15 κιλά κάθε τετραγωνική ίντσα! Ο Φιλόλαος (5ος αιώνας π.Χ.) πίστευε ότι στο ηλιακό μας σύστημα υπάρχει ένα αόρατο σώμα, που το ονόμαζε «Αντιχθών» ή «Αντι-Γη».
Στη Γη υπάρχουν περίπου 2.000 είδη κουνουπιών, και υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός τους ξεπερνά τα εκατό δισεκατομμύρια. Σε όλα τα είδη κουνουπιών μόνο το θηλυκό τρέφεται με αίμα, ενώ το αρσενικό προτιμά τους χυμούς των φυτών. Σήμερα, ο πληθυσμός των ανδρείκελων που χρησιμοποιούνται στα crash tests των αυτοκινητο-βιομηχανιών, είναι 758.547. Γιατί μετράμε τη ζωή μας σε χρόνια—κάνοντας τη να φαίνεται μικρή— ενώ αν τη μετρούσαμε σε λεπτά ή σε ώρες θα φαινόταν τεράστια, όπως στ’ αλήθεια είναι; Πόσων ωρών είσαι;
Το 1994 ανακαλύφθηκαν στη Γαλλία τα Σπήλαια Σωβέ. Μέσα σ’ αυτά ανακαλύφθηκε μία τεράστια προϊστορική πινακοθήκη, που εκτός από τα γνωστά ζωολογικά θέματα δείχνει και «σουρεαλιστικά τέρατα». Επίσης, μεγάλες σαύρες που θυμίζουν δεινόσαυρους, εικόνες πτηνάνθρωπων, αλλά και πολλά πρόσωπα που θυμίζουν αφοπλιστικά τους σημερινούς «Γκρίζους» της φιλολογίας περί εξωγήινων. Η ηλικία αυτών των «σουρεαλιστικών» έργων τέχνης έχει προσδιοριστεί στα 32.000 χρόνια. Στο σπήλαιο Καβέρνα ντε Πέτρα Πιντάντα, κοντά στο Σανταρέμ της Βόρειας Βραζιλίας, βρέθηκαν σπηλαιογραφίες που φτιάχτηκαν πριν από 14.000 χρόνια. Ανάμεσά τους υπάρχουν εικόνες ανθρώπων με κεφάλι εντόμου. Στο Μουσείο Μουζέο Πάντρε λε Πεζ στο Σαν Πέντρο Ατακάμα της Χιλής μπορεί να θαυμάσει κανείς μια μεγάλη σειρά από παράξενα πήλινα ανθρωποειδή αγάλματα, που η ηλικία τους είναι ακόμη απροσδιόριστη και αποτελεί επίκεντρο διαμάχης. Ο πατήρ Λε Πεζ, ιδρυτής του μουσείου, φημισμένος Χιλιανός ιερέας και αρχαιολόγος, ένα εξάμηνο πριν πεθάνει είχε δηλώσει σε μια συνέντευξη ότι ανακάλυψε υπόγεια μνήματα με σκελετούς και αγάλματα, που είναι παλαιότερα από 100.000 χρόνια. Ανέφερε επί λέξει: «Πιστεύω ότι στους τάφους αυτούς έχουν ταφεί μαζί και εξωγήινα όντα. Μερικές από τις καλά διατηρημένες μούμιες που βρήκα, είχαν σχήματα προσώπου που δε γνωρίζουμε στη Γη. Δεν θα με πίστευε κανείς αν διηγούμουν τι άλλο βρήκα ακόμη μέσα στους τάφους! Παρ’ όλα αυτά, σκοπεύω να αποκαλύψω πολλά απ’ αυτά σύντομα…»
Ο Μάρσαλ Μακλούαν έχει γράψει: «Η ιστορία είναι ένα πρόχειρο κινηματογραφικό σενάριο στα αρχικά στάδια της συγγραφής του…» Η αύρα των φυτών και των ανθρώπων φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1939 από το ζεύγος Σεμιόν και Βαλεντίνα Κιρλιάν, χρησιμοποιώντας την ομώνυμη μέθοδο.
Ένα σπάνιο και απαγορευμένο βιβλίο για τους συλλέκτες: Τί να κάνεις όταν κάποιος πεθαίνει (Ανωνύμου), Consumer Publications, London, 1967. Κι ένα ακόμη: Ω, Τί κτύπημα μου έδωσε εκείνο το Φάντασμα! (E. Carpenter), Holt Rinehart & Winston, New York, 1973. Ε, κι ακόμη ένα: Τα Φαντάσματα των Ζωντανών (H. Durville), Paris, 1909. Το 1266 ο άνθρωπος των θαυμάτων Ρότζερ Μπέικον μεγέθυνε τα γράμματα βάζοντας πάνω σ’ ένα βιβλίο ένα κομμάτι ημισφαιρικού γυαλιού, και όλοι τον αποκαλούσαν συνεργάτη του διαβόλου. Ένα πορτραίτο του Καρδινάλιου Ουγκόν, ζωγραφισμένο το 1352, τον απεικονίζει να φορά δύο φακούς πάνω από τα μάτια, στερεωμένους στ’ αυτιά με κάτι σα σύρμα, και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «εκκεντρικό». Έτσι βγάζουμε το συμπέρασμα ότι κάποιος πρέπει να εφεύρε τα ματογυάλια μεταξύ 1266 και 1352. Το 1784, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος κατασκεύασε τα πρώτα κιάλια, και κυκλοφορούσε στο δρόμο σκοντάφτοντας παντού, γιατί τα φορούσε όπως φοράμε τα γυαλιά. Ο συγγραφέας Άλντους Χάξλεϋ (1894-1963) που διάβαζε κατά μέσο όρο 900 σελίδες την ημέρα, ενώ σε ηλικία 20 ετών τυφλώθηκε από το πολύ διάβασμα και θεραπεύτηκε αργότερα με γυμναστικές ασκήσεις των ματιών, λέγεται ότι ουσιαστικά πέθανε από τη θλίψη του όταν κάηκε η ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του.
Ο Πλίνιος έγραψε τη Φυσική Ιστορία του τον 1ο αιώνα π.Χ., και διαπραγματευόταν πάνω από 20.000 θέματα που περιλαμβάνονται σε 37 τόμους. Έχει συχνά χαρακτηριστεί ως το πολυτιμότερο βιβλίο όλων των εποχών. Η μεγαλύτερη εγκυκλοπαίδεια που γράφτηκε ποτέ ήταν η Τρίτη Κινέζικη Εγκυκλοπαίδεια του 1721, που η σύνταξή της διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα. Ολόκληρη η εργασία αποτελείται από 5.020 τόμους! Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια με αλφαβητική διάταξη γράφτηκε από τον Άγγλο κληρικό Τζων Χάρις και κυκλοφόρησε το 1704.
Ο κανόνας του Ρούμπεν Σμιντ λέει: «Μπορείς είτε να καταφέρεις να κάνεις κάτι, είτε να πάρεις τη δόξα γι’ αυτό που έγινε, αλλά ποτέ και τα δύο μαζί. Για να επηρεάζεις αποτελεσματικά τα πράγματα, πρέπει να εξασφαλίσεις ότι εκείνοι που έχουν τα μέσα και την εξουσία στα χέρια τους, υιοθετούν τις ιδέες σου ως δικές τους. Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις αν η προσωπική σου επιρροή ήταν αποφασιστική ή όχι...»

Ο Χριστόφορος Κολόμβος αντέγραψε δυο φορές σε χειρόγραφα τον χορό της δεύτερης πράξης της Μήδειας του Σοφοκλή, στην οποία ο ποιητής γράφει για έναν κόσμο που προορίζεται να ανακαλυφθεί στους μακρινούς μελλοντικούς αιώνες, ενώ στο έργο του Αριστοτέλη, Περί Ουρανού, βρήκε την πληροφορία ότι η Γη είναι στρογγυλή. Όταν οι Γότθοι κατέκτησαν και λεηλάτησαν τη Ρώμη, το 410 μ.Χ., οι κάτοικοι κατέφυγαν όλοι στις κατακόμβες. Οι είσοδοι των κατακομβών σφραγίστηκαν για να προστατευτούν αυτοί που είχαν καταφύγει εκεί. Τον 12ο αιώνα, η ύπαρξη των κατακομβών απαγορεύτηκε με νόμο (!), το ίδιο και οποιαδήποτε δημόσια αναφορά σ’ αυτές. Ήταν όλες τόσο καλά κρυμμένες, ώστε μόλις το 1578 έγινε δυνατό να ανακαλυφθεί μια συμπτωματικά.
Η ιαπωνική βιομηχανία μοτοσικλετών και αυτοκινήτων Σουζούκι, έχει πάρει το όνομά της προς τιμήν του Ιάπωνα πολιτικού και ναυάρχου Καντάρο Σουζούκι (1867-1948), που σχημάτισε κυβέρνηση στην Ιαπωνία τον Απρίλιο του 1945, και ήταν αυτός που αρνήθηκε την παράδοση της χώρας του στους Αμερικανούς, αλλά όταν την αποδέχτηκε ο αυτοκράτορας Χιροχίτο, ο Σουζούκι παραιτήθηκε και αποσύρθηκε από το δημόσιο βίο ως ερημίτης. Στα απομνημονεύματά του που γράφτηκαν σε πλήρη απομόνωση, κατέγραψε ότι σε οράματα έβλεπε άλογα με ρόδες αντί για πόδια. Ο Μωάμεθ καβαλούσε ένα φανταστικό άλογο που τον ανέβαζε στους ουρανούς, τη φοράδα Μπουράκ, την Αστραπή, που είχε κεφάλι ανθρώπινο και φτερά αετού. Γιατί όλοι επικεντρώνονται στα γεγονότα και όχι στη σχέση που έχουν μεταξύ τους; Τα πάντα, δεν δημιουργούνται από αλυσιδωτές αντιδράσεις;
Ορισμός από το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (Αντρέ Μπρετόν, 1924): «Σουρεαλισμός: Αγνός ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να εκφράσει, είτε λεκτικά, είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την ουσιαστική λειτουργία της σκέψης. Μια τέτοια έκφραση απαιτεί την καθοδήγηση της σκέψης, με την πλήρη απουσία κάθε ελέγχου που ασκεί η λογική, έξω και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική παρέμβαση. Κεντρική μέριμνα του Σουρεαλισμού είναι η απελευθέρωση του ατόμου, μέσα από την κατάργηση του χάσματος ανάμεσα στη συμβατική πραγματικότητα και στα υποσυνείδητα βιώματα. Και μια τέτοια γεφύρωση προϋποθέτει πάνω από όλα την υιοθέτηση μιας γλώσσας, μιας γραφής και μιας ανάγνωσης, απαλλαγμένης από τους φραγμούς της λογικής. Τελικός στόχος είναι η εδραίωση μιας νέας θεώρησης της ζωής, που θα οδηγήσει στη ριζική αλλαγή του ίδιου του κόσμου…»
Ο Τσαρλς Φορτ έλεγε: «Είναι φανερό ότι είμαστε φυλακισμένοι εδώ πέρα. Μόνιμος σκοπός κάθε ανθρώπου θα πρέπει να είναι να δραπετεύσει από αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να υπάρχουν κόσμοι πιο ελεύθεροι από τούτον εδώ… Αν δεν υπάρχουν, τότε μπορούμε να τους δημιουργήσουμε…» Η NASA δέχεται εξακόσιες χιλιάδες αιτήσεις το χρόνο από ανθρώπους που θέλουν να γίνουν αστροναύτες, και διαλέγει άγνωστο αριθμό αστροναυτών κάθε δύο χρόνια. (Όποιος θέλει να γίνει αστροναύτης, ας επικοινωνήσει στη διεύθυνση: Astronaut Selection Office, NASA Johnson Space Center, Houston, TX 77058, USA.)

Η Γη έχει ηλικία 4,5 δισεκατομμυρίων ετών. Συμπληρώνει μια περιστροφή γύρω από τον πολικό άξονα της σε σχέση με τον ήλιο, σε ένα 24ωρο κύκλο ημέρας-νύχτας, και μια περιστροφή γύρω από ένα άστρο τύπου-G, που ονομάζεται Ήλιος, σε 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα. Το άστρο αυτό είναι μέρος ενός μικρού ηλιακού συστήματος εννέα πλανητών και μυριάδων αστεροειδών: οι οποίοι κινούνται μαζί με τον Ήλιο προς τον Αστερισμό του Ηρακλέους, με ταχύτητα περίπου 20.000 χιλιομέτρων την ώρα: ο οποίος είναι μέρος του Γαλαξία: ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του κάθε 8 δισεκατομμύρια χρόνια: ο οποίος είναι μέρος μιας οικογένειας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων Γαλαξιών και Μεταγαλαξιών: οι οποίοι κινούνται και ταξιδεύουν προς το άπειρο…
Ο Τζούλιαν Χάξλεϋ έγραψε ότι «ο Θεός είναι το τελευταίο ξεθωριασμένο χαμόγελο μιας κοσμικής γάτας». Ο καθηγητής Τσαρλς Τάουνις, εφευρέτης της ακτίνας λέιζερ, όταν πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1964, αφιέρωσε το βραβείο στον Θεό. Τα σπίρτα επινοήθηκαν από τον Τζ. Ντ. Λάντστρομ το 1855. Ο ίδιος πέθανε σε μια πυρκαγιά.

Διαβάζουμε στο Εγχειρίδιο των Ζίντζα: «Ο Ζίντζα δε βρίσκει την ευτυχία του στα πράγματα αυτού του κόσμου, γιατί είναι εφήμερα, μα ούτε και στα αιώνια πράγματα, γιατί τέτοια δεν υπάρχουν. Την ευτυχία του την βρίσκει στο Τίποτα…»






ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

«Donec eris felix, multos nuberablis amicos, tempora si fuerint nubila, solus eris…»
Κάτων

Νομίζω πως το πιο ωραίο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Έτσι κι αλλιώς, είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου, όλων των εποχών, ένα βιβλίο που πρωτοτυπώθηκε στη Μαδρίτη τον Ιανουάριο του 1605 με τον τίτλο EL INGENIOSO HIDALGO DON QUIXOTE DE LA MANCHA.
Κι από τότε μέχρι σήμερα, ο ρομαντικός τρελός ιππότης, ο διασημότερος όλων των ιπποτών, καβάλα στο άλογο του τον Ροσινάντε, μαζί με τον πραγματιστή και άξεστο σύντροφο του, τον Σάντσο Πάντσα (πάνω στο γαϊδουράκι του), ζουν τις πανέμορφες περιπέτειες τους μέσα στις σελίδες αυτού του αριστουργήματος της Φανταστικής Λογοτεχνίας.
Ο Αλόνσο Κιχάνο από τη Μάντσα, ένας αθεράπευτα ρομαντικός ξερακιανός γέροντας, μισότρελος από τη συνεχή ανάγνωση ιπποτικών μυθιστορημάτων, ρομάντζων και παραμυθιών, αποφασίζει να αναβιώσει τον ιπποτικό θρύλο και ξεκινά καβάλα στο ψωριάρικο άλογο του, ντυμένος με την τενεκεδένια πανοπλία του και τα αληθινά όπλα του, για να πολεμήσει το Κακό όπου το βρει, να υπερασπίσει το δίκαιο και τους αδύναμους, και να κερδίσει μ’ αυτόν τον τρόπο την καρδιά της Δουλτσινέας του, που ποτέ του δεν την έχει δει. Μαζί με έναν χωριάτη, που τον μετατρέπει σε πιστό του υπηρέτη, τον καλοκάγαθο αλλά και κουτοπόνηρο Σάντσο Πάντσα, που τον ακολουθεί όπου πηγαίνει καβάλα στο γαϊδουράκι του, θα καταδυθεί στις πιο απίθανες περιπέτειες. Βήμα προς βήμα, μέσα από κωμικές και ταυτόχρονα τραγικές ή επικές καταστάσεις, θα αρχίσει να χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και να μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα στο όνειρο, στο δικό του όνειρο, μετατρέποντας όλα τα στοιχεία της καθημερινής ζωής σε στοιχεία του ονείρου του. Τελικά, μέσα από όλα αυτά, θα γίνει αληθινός ιππότης, και βέβαια από τότε δεν θα μπορεί να υπάρξει ιπποτικός θρύλος χωρίς τη σκιά του Δον Κιχώτη μέσα του.
Μπορεί οι τόποι των περιπλανήσεων του να είναι στην πραγματικότητα τα πεδία του ονείρου, αλλά σ’ αυτόν τον «απογοητευτικό σύγχρονο κόσμο», (όπως συχνά τον αποκαλεί ο Θερβάντες, αναφερόμενος φυσικά στον 17ο αιώνα), οι περιπλανήσεις αυτές φαίνεται ότι έγιναν στις περιοχές της Καστίλης Λα Μάντσα, τις σχεδόν ερημικές εκτάσεις νοτιοανατολικά της Μαδρίτης, που είναι και οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ισπανίας. Όλα ξεκινούν στο χωριό της γέννησης του, την Αρμασίγια Ντε Άλμπα, εκεί που ο Δον Κιχώτης πρωτοείδε το φως - και στη διήγηση του βιβλίου αλλά και στην πραγματικότητα: γιατί ο Θερβάντες έγραψε τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, έγκλειστος στη φυλακή αυτού του χωριού, την Κάσα Μεδράνο, που φυσικά υπάρχει μέχρι σήμερα εκεί και προσελκύει πολλούς επισκέπτες. Εκεί κοντά, στέκει και το χωριό Πουέρτο Λάπιθε, ένα πολύ σημαντικό μέρος, γιατί στο μικρό του πανδοχείο, το Λα Βέντα Ντε Πουέρτο Λάπιθε, ο Δον Κιχώτης χειροτονήθηκε ιππότης από τον άξεστο πανδοχέα του, που φυσικά ο Κιχώτης τον θεωρούσε ευγενή οικοδεσπότη κάποιου πύργου - και παρ’ όλο που οι θαμώνες αποφάσισαν να του στήσουν τη φάρσα του ιπποτικού χρίσματος, ο Κιχώτης χρίζεται στ’ αλήθεια ιππότης, τουλάχιστον για όσους μπορούν να το καταλάβουν αυτό. Αυτό το πανδοχείο του 16ου αιώνα, στέκει και σήμερα εκεί, με το ίδιο όνομα και τη μικρή αυλή στην οποία ο Δον Κιχώτης έκανε την «αγρύπνια των όπλων», τη δοκιμασία της μύησης του στα ιπποτικά μυστήρια.
Υπάρχουν δυο χωριά στην Ισπανία, εκεί στην Καστίγιε Λα Μάντσα, που διεκδικούν την πατρότητα των θρυλικών ανεμόμυλων-γιγάντων με τους οποίους πολέμησε ο γενναίος ιππότης. Πρόκειται για τα χωριά Κάμπο Ντε Κριπτόνα και Κονσουέιρα, που διαθέτουν πολλούς παμπάλαιους ανεμόμυλους, και το καθένα τους υποστηρίζει μαχητικά ότι ο Κιχώτης πολέμησε με τους δικούς του ανεμόμυλους. Στην περίπτωση της Κονσουέιρα μάλιστα, οι ντόπιοι έχουν βαφτίσει τους ανεμόμυλους της με ονόματα παρμένα από το θρυλικό μυθιστόρημα.
Το χωριό της πανέμορφης άγνωστης Δουλτσινέας, ήταν το Τομπόσο, και το σπίτι της -που υποτίθεται ότι είναι ένα χωριατόσπιτο του 16ου αιώνα που στέκει ακόμη εκεί- έχει μετατραπεί σε μουσείο (αν και δεν μπορώ να φανταστώ τί μπορεί να εκθέτει), ενώ το χωριό επίσης φιλοξενεί και μιά βιβλιοθήκη Θερβάντες, όπου φυλάσσονται οι σπανιότερες εκδόσεις του Δον Κιχώτη (σημειώστε ότι στο βιβλίο, οι άξεστοι ντόπιοι δεν φέρθηκαν καθόλου καλά στον δύστυχο ιππότη). Τέλος πάντων, απ’ ότι φαίνεται η αληθινή Δουλτσινέα λεγόταν Αλόνσα Λορέντσο, και ο Δον Κιχώτης της έδωσε το πασίγνωστο όνομα της «Δέσποινας των Λογισμών του»: Δουλτσινέα Ντελ Τομπόσο, που στην ουσία σημαίνει «Δέσποινα του Τομπόσο» (που μας φέρνει στο νού την Παρθένο Μαρία, στο όνομα της οποίας συχνά έκαναν τους άθλους τους οι ιππότες). Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της αναζήτησης της στο μέρος αυτό, ο Σάντσο στήνει μια φάρσα στον Κιχώτη και του παρουσιάζει για Δουλτσινέα μιά άκομψη χωριατοπούλα, και ο κακόμοιρος ιππότης μας δυστυχεί πιστεύοντας ότι κάποιος έκανε μάγια στην ονειρική πριγκίπισσα του.
Ανεξάντλητες οι περιπέτειες του Δον Κιχώτη, το ίδιο και οι συμφορές στις οποίες πέφτει: τον χρίζουν βασιλιά των αθλίων και του τρυπούν τα πλευρά (όπως τον Ιησού), του σπάζουν τα δόντια, τον χλευάζουν και τον κοροϊδεύουν, διασκεδάζουν εις βάρος του ξεγελώντας τον (κι αυτός καλοκάγαθα μεταφράζει αλλιώς τα πειράγματα τους), τον κλειδώνουν σ’ ένα κλουβί και τον τριγυρίζουν στα χωριά, πολεμά σαν αληθινός ιππότης εναντίον των πιο παράδοξων εχθρών: ανεμόμυλους, κατσίκια, ανύποπτους διαβάτες, τσουβάλια, βαρέλια, παράθυρα, κάρα, βόδια, αχυρώνες, πανδοχείς και αγρότες, μέθυσους και πόρνες. Συναντά άλλους «ιππότες», «δούκες» και «βασιλιάδες», «πριγκίπισσες» και «κοντέσες», Μαυριτανούς, δαίμονες, ξωτικά, φαντάσματα, κουρείς και οδοντίατρους, προδότες και βλάσφημους. Ακούει απίστευτες ιστορίες, δράματα ερωτευμένων ζευγαριών, θαλασσινά κατορθώματα, τρομακτικές διηγήσεις, ακούει πονεμένες εξομολογήσεις και προσπαθεί να βοηθήσει κάθε αδύναμο και κατατρεγμένο. Αυτός και ο Σάντσο γίνονται θύμα απίστευτων φαρσών, κάποιοι τους δένουν τα μάτια πείθοντας τους ότι πετούν στο διάστημα μέσα σ’ ένα ξύλινο διαστημόπλοιο, άλλοι ξεγελούν τον Κιχώτη ότι θα συναντήσει τον Μάγο Μέρλιν, ή διορίζουν τον Σάντσο βασιλιά ενός άγνωστου νησιού στην κεντρική (!) Ισπανία. Στο τέλος ο Δον Κιχώτης, επιστρέφει απογοητευμένος στο μικρό χωριό του, όπου και πεθαίνει άρρωστος από τα βάσανα και τις κακουχίες που πέρασε, αποκηρύσσοντας το ιπποτικό ιδεώδες.
Κι από τότε, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς, ο Μύθος αναμιγνύεται με την Ιστορία, μεταμορφώνοντας την σε κάτι πολύ θαυμαστό: την αέναη καταγραφή των ανθρώπινων πόθων και συναισθημάτων, όπως αυτά εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο μέσα από τα συμβάντα της μοίρας. Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος διαβάσει τον Δον Κιχώτη, δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να αμφισβητήσει την αλήθεια που κρύβουν όλα τα παραμύθια. Όπως γράφει και ο Θερβάντες (Μέρος Α’, κεφ.9):
«…η Αλήθεια, που μητέρα της είναι η Ιστορία, η ανταγωνίστρια του Χρόνου, η παρακαταθήκη των πεπραγμένων, ο μάρτυς του παρελθόντος, το παράδειγμα και η συμβουλή για το παρόν, η προειδοποίηση για το μέλλον, αιώνια μεταμφιεσμένη σε ανθρώπινες διηγήσεις…»
Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Θερβάντες πριν από 450 χρόνια, στέκει ακόμη στο χωριό Αλκάλα Ντε Ενάρες, και έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα μικρό μουσείο. Εκεί μπορεί κανείς να δει και την μοναδική πένα-φτερό με την οποία γράφηκε το πολυσέλιδο αυτό έργο, που ο θρύλος λέει ότι τη χάρισε στον Θερβάντες ένας Μαυριτανός Αλχημιστής. Το βιβλίο γράφτηκε σε δύο μέρη, εν μέσω μεγάλων κακουχιών και περιπετειών του συγγραφέα του. Το πρώτο παρουσιάστηκε το 1605 και το δεύτερο το 1615, και μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως σε πολλές γλώσσες, με πρώτη τα αγγλικά γύρω στο 1612, απ’ όπου και ίσως οφείλει την παγκόσμια φήμη του.
Ξέρω ελάχιστους ανθρώπους που έχουν διαβάσει στ’ αλήθεια τον Δον Κιχώτη. Είναι από εκείνα τα βιβλία που όλοι λένε ψέματα ότι τα έχουν διαβάσει, γιατί είναι κλασσικά. Είναι μια ιστορία που την ξέρουν με δυο λόγια, την έχουν ακουστά, κι αυτό είναι όλο. Όμως απολύτως κανείς από τους ανθρώπους που εγώ έχω συναντήσει, δεν ξέρει τίποτε για τον Θερβάντες, τον μεγάλο συγγραφέα του βιβλίου. Έτσι, αποφάσισα σ’ αυτές τις σελίδες να διηγηθώ εγώ την ιστορία του.
Ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει πως η ζωή του Θερβάντες ήταν πιο πολυτάραχη και γοητευτική απ’ αυτήν του Δον Κιχώτη. Παρ’ όλο που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, είχε πάρα πολλές οικονομικές δυσκολίες που τον ανάγκασαν να δουλέψει σκληρά μέχρι τα γηρατειά του. Ο Θερβάντες πρέπει να είναι το πρότυπο του περιπετειώδη ανθρώπου (απ’ όσο ξέρω, μόνο ο Λοχαγός Σερ Ρίτσαρντ Μπέρτον ίσως τον ξεπερνά σ’ αυτό):
Συγγραφέας, στρατιώτης, ναυτικός, φιλόσοφος, εξερευνητής και πολεμιστής, περιηγητής και μυστικιστής, σπουδάζει φιλοσοφία στη Σαλαμάνκα, διατελεί καμαριέρης ενός επισκόπου στη Ρώμη, μονομαχεί με πολλούς αντιπάλους, σε μια μάχη είχε χάσει το αριστερό του χέρι (γεγονός που ερμηνεύεται ως υψηλά μυητικό από τους μελετητές του αποκρυφισμού). Αιχμαλωτίστηκε για πέντε ολόκληρα χρόνια από τους Άραβες, φυλακισμένος στο Αλγέρι, απόπειρες απόδρασης και κυνηγητά, εξορίες και εντάλματα συλλήψεως, βλέπει δεκάδες φορές τον Χάρο με τα μάτια του. Λαμβάνει μέρος σε εκστρατείες εναντίον των Τούρκων στην Κύπρο, στην Πύλο και στην Κέρκυρα, πολεμά στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου, κάνει πολλά παιδιά, γυρίζει όλη την Ισπανία ως φοροεισπράκτορας και τελικά εξαιτίας ενός λάθους φυλακίζεται πάλι… Του αρέσει το θέατρο, η μουσική, μελετά την Αλχημεία, την Καμπάλα, τους ιπποτικούς μύθους, την αρχαία και νέα ποίηση, τα παράδοξα Γεωγραφικά βιβλία του παρελθόντος και τις παραδόσεις της Ισπανίας και της Αραβίας.
Κατά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ο Θερβάντες ήταν άρρωστος από πυρετούς (που τον βασάνιζαν πολλά χρόνια) και οι συνάδελφοί του δεν ήθελαν να τον αφήσουν να πάρει μέρος στην μάχη, επιμένοντας να μείνει ήσυχος στο εσωτερικό της γαλέρας. Μα αυτός οργίστηκε λέγοντας: «Προτιμώ να πολεμήσω εναντίον των απίστων υπηρετώντας τον Θεό και τον βασιλιά μου και να πεθάνω γι’ αυτούς, παρά να μείνω κάτω από το κατάστρωμα άπραχτος, σαν δειλός…» και παρακάλεσε να τον τοποθετήσουν στην πιο επικίνδυνη θέση. Έτσι κι έγινε, και πολέμησε γενναία, παίρνοντας μάλιστα λάφυρο τη σημαία του Αιγυπτιακού στόλου. Σ’ αυτήν τη μάχη δέχτηκε τρεις μπάλες από αρκεβούζιο, δυο στο στήθος και μια στο αριστερό του χέρι, που έμεινε για πάντα άχρηστο. Με υπερηφάνεια έδειχνε σε όλη του τη ζωή το αχρηστεμένο χέρι του και τις πληγές του, που, όπως έλεγε, τις είχε λάβει «στο πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ή θα δούνε ποτέ οι αιώνες…»
Το Σεπτέμβριο του 1575, καράβια Αλγερινών κουρσάρων χτυπούν το πλοίο του, αιχμαλωτίζουν το πλήρωμα και τον Θερβάντες, και τους οδηγούν στο Αλγέρι. Φυλακίζεται ανάμεσα σε εικοσιπέντε χιλιάδες σκλάβους, στα κάτεργα, σε βασανιστήρια και στις πιο άθλιες συνθήκες που μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους.
Τον Θερβάντες τον πήρε τελικά ο κυβερνήτης του καραβιού που τους είχε αιχμαλωτίσει, ο αρβανίτης πειρατής Νταλί Μαμί. Το καλό παρουσιαστικό του αιχμαλώτου του, η αντρειοσύνη του, ο σεβασμός που του έδειχναν όλοι οι αιχμάλωτοι, καθώς και η μόρφωση και η ευγένεια του, έκαναν τον Μαμί να πιστέψει ότι ο Θερβάντες ήταν κάποιο πολύ επίσημο πρόσωπο από μεγάλο σπίτι, και πως θα μπορούσε να πάρει γι’ αυτόν πλούσια λύτρα. Έτσι τον μεταχειριζόταν με μεγάλη σκληρότητα, κρατώντας τον κλειδωμένο και βασανίζοντας τον με φρικτά βασανιστήρια. Κι έτσι, οι φυσικές και ηθικές χάρες του Μιγκουέλ Θερβάντες, και η αναγνώριση που του είχε γίνει από τους πατριώτες του για την ανδρεία και τις υπηρεσίες του, του χρησίμευσαν μόνο για να κάνουν μεγαλύτερα τα βάσανα του.
Το δυστύχημα ήταν ότι είχε μαζί του και τον αδελφό του, που υπόμενε τα ίδια βάσανα εξαιτίας του. Αποπειράθηκαν δυο φορές να δραπετεύσουν, αποτυχημένα. Τελικά οι γονείς τους στερήθηκαν τα πάντα, έκαναν οικονομίες και εράνους επί δύο χρόνια και κατάφεραν να στείλουν ένα χρηματικό ποσό στο Αλγέρι ως λύτρα για την απελευθέρωση τους. Τα χρήματα όμως επαρκούσαν μόνο για τον ένα από τους δύο, και ο Θερβάντες έστειλε τον αδελφό του στην πατρίδα.
Συνεννοήθηκαν όμως, μόλις εκείνος έφτανε στην Ισπανία, να έστελνε ένα πλοίο σ’ ένα προκαθορισμένο σημείο, στο οποίο θα έφταναν προηγουμένως ο Θερβάντες και οι σύντροφοι του δραπετεύοντας. Έτσι κι έγινε. Δεκαπέντε απ’ αυτούς με τον Μιγκουέλ αρχηγό, δραπέτευσαν και κρύφτηκαν σ’ ένα σύμπλεγμα από υπόγεια σπήλαια κοντά στην προκαθορισμένη ακτή. Όμως έγινε προδοσία, το πλοίο δεν κατάφερε να προσεγγίσει την παραλία, η σπηλιά πολιορκήθηκε και όλοι τους αιχμαλωτίστηκαν πάλι. Ο Θερβάντες οδηγήθηκε στον αντιβασιλέα όπου δήλωσε:
«Κανείς από όλους αυτούς τους Χριστιανούς δεν έχει φταίξει, γιατί εγώ μονάχος ετοίμασα τούτη την απόδραση και τους παρακίνησα να φύγουν. Σ’ εμένα αξίζει μόνο η τιμωρία…»
Ο αντιβασιλέας θαύμασε την ευγένεια και την ανδρεία του και τους χάρισε τη ζωή. Ο Θερβάντες αποπειράθηκε όμως άλλες δυο φορές να δραπετεύσει, και καταδικάστηκε για την πρώτη απόπειρα σε δύο χιλιάδες ραβδισμούς στην πλάτη (και από τότε καμπούριαζε αισθητά), και για τη δεύτερη απόπειρα καταδικάστηκε σε έξη μήνες αλυσοδεμένος σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, είχε αρνηθεί επίμονα να αλλαξοπιστήσει, σχεδίασε μια επανάσταση των σκλάβων και μια απελευθέρωση του Αλγερίου που απέτυχε, έδινε κουράγιο σε όλους καθημερινά, απάγγελνε ποιήματα στους τραυματίες και έστελνε ενθαρρυντικά ραβασάκια σε όλους τους Χριστιανούς με αποσπάσματα από τα λόγια του Ιησού. Γι’ αυτόν, εκείνα τα πέντε μαρτυρικά χρόνια της σκλαβιάς, ήταν -όπως λέει ο ίδιος- «ένα διαρκές μάθημα υπομονής στη δυστυχία».
Τελικά, τη στιγμή που τον αλυσόδεναν για να τον πάνε στην Κωνσταντινούπολη και να τον πουλήσουν, έφτασε η είδηση ότι είχαν πληρωθεί τα λύτρα για την απελευθέρωση του. Τα υπέρογκα λύτρα είχαν πληρώσει οι μοναχοί του Τάγματος της Αγίας Τριάδας και η οικογένεια του, σε συνεργασία με διανοούμενους της Μαδρίτης και εμπόρους του Αλγερίου. Στις 24 Οκτωβρίου του 1580, έκανε πανιά μαζί με μερικούς πιστούς συντρόφους του για την πατρίδα του. Πάτησε τα ισπανικά χώματα στη Ντένια, νοτίως της Βαλένθιας, δοκιμάζοντας, όπως γράφει ο ίδιος: «…τη μεγαλύτερη από τις χαρές που μπορεί να νιώσει κανείς σ’ αυτήν την εφήμερη ζωή: να φτάσει κανείς, ύστερα από μακρόχρονη μαρτυρική σκλαβιά, σώος στην πατρίδα του. Γιατί δεν είναι στον κόσμο άλλη μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο, από το να αποκτά τη χαμένη του λευτεριά και να επιστρέφει στη χαμένη του πατρίδα…»
Οι περιπέτειες του όμως δεν έχουν τελειωμό, το ίδιο και τα βάσανα του, και δυστυχώς χρειάζεται ένα ολόκληρο βιβλίο για να περιγραφούν.
Ο Δον Κιχώτης, καθώς και τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα, γράφτηκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες, σε φυλακές, βασανιστήρια, περιπλανήσεις, δυστυχίες και κακουχίες.
Το 1613, ενώ γράφει το ποιητικό του έργο Ταξίδι στον Παρνασσό, παίρνει το σχήμα του Τάγματος των Μοναχών του Αγίου Φραγκίσκου, και αργότερα πεθαίνει βαριά άρρωστος και ολομόναχος στις 23 Απριλίου του 1616, σε ηλικία 69 χρονών. Τον έθαψαν με το ένδυμα των μοναχών και με ένα απλό ξύλινο σταυρό στα χέρια, στην εκκλησία των καλογραιών της Αγίας Τριάδος, ενώ μόνο πέντε μοναχοί και δύο καλοί φίλοι του ποιητές, παρακολούθησαν τη σεμνή του κηδεία.
Τον καιρό που η αθανασία χάραζε το όνομα του στις μνήμες όλων των ανθρώπων του κόσμου, η λησμονιά ενός ολόκληρου αιώνα έκρυψε τον τάφο του από τα μάτια των ανθρώπων, κι έτσι η θέση που κρύβονται τα οστά του Μιχαήλ Ντε Θερβάντες Σααβέδρα, δημιουργού του αθάνατου Δον Κιχώτη, παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Μόνο ο Δον Κιχώτης έχει μείνει να ψιθυρίζει μέσα στις σελίδες: «Viva Los Caballeros Andantes»…

SPHINX

Ζούμε σε έναν υπέροχο και πολύ παράξενο κόσμο.
Δυστυχώς όμως, βιώνουμε αυτόν τον κόσμο μέσα από μια πολύ απογοητευτική και μέτρια καθημερινή πραγματικότητα, η οποία είναι τελείως κατασκευασμένη από τους λίγους για τις μάζες, κατασκευασμένη για τα μυρμήγκια που προσωποποιούμε όλοι μας, κατασκευασμένη από τις αράχνες που μας εγκλωβίζουν στον περίτεχνα αυστηρό ιστό τους. Παρ’ όλο που αυτό το ξέρω καλά και μάλιστα σε όλες του τις πιθανές λεπτομέρειες, παρ’ όλο που το διδάσκω παντού και πάντα, παρ’ όλο που κάνω ό,τι μπορώ για να ξεφύγω απ’ αυτήν την τρομερή αλήθεια (γνωρίζοντας ότι το μόνο όπλο που έχω είναι η φαντασία μου), υπάρχουν στιγμές που το συνειδητοποιώ πιο έντονα απ’ ότι άλλες. Είναι στιγμές που το βιώνω αληθινά και ξεκάθαρα.
Και τότε, η απογοήτευσή μου είναι τέτοια που προσπαθώ να γαντζωθώ από διάφορες -πως να το πω- «μικρές χαρές», συχνά μάλιστα μικροσκοπικές, για να πάρω κουράγιο, να «χαθώ», να σταθώ πάνω από την ομορφιά μιας μικρής λεπτομέρειας, αντικρίζοντάς την σαν μια πύλη για αλλού, να καταδυθώ μέσα της, να σταματήσω την αέναη κίνηση του χωρόχρονου, να νιώσω μια χαρά απρόβλεπτη, μυστική, αόρατη. Ονομάζω αυτές τις χαρές «μικρόκοσμους», γιατί αληθινά τις αντιλαμβάνομαι σαν ατμοσφαιρικούς μικρόκοσμους, που στέκουν απαρατήρητοι παντού γύρω μας.
Αυτή τη στιγμή που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, γύρω σου υπάρχουν αμέτρητοι τέτοιοι μικρόκοσμοι, αλλά δεν τους βλέπεις, γιατί δεν έχεις μάθει να τους βλέπεις, γιατί έχεις μάθει να βλέπεις μόνο τα πράγματα που είναι «σημαντικά», «λειτουργικά», ή -στην καλύτερη περίπτωση- «τυχαία». Ενώ οι μικρόκοσμοι για τους οποίους μιλώ (έτσι αφηρημένα), εκ πρώτης όψεως είναι ασήμαντοι, άχρηστοι, ή -στην καλύτερη περίπτωση- συγχρονικότητες (συμπτώσεις με νόημα). Το να τους ανιχνεύεις είναι μια ολόκληρη μυστική τέχνη, που δεν ευελπιστώ να σου τη μεταδώσω μέσα σε δυο-τρεις σελίδες.
Προσωπικά το βιώνω κάπως έτσι:
Εκείνη τη μοιραία στιγμή που η καθημερινή πραγματικότητα πέφτει επάνω μου με όλο της το βάρος και την απογοήτευση (συνήθως μέσα από κάποια ατυχή πρόφαση), έρχεται ξαφνικά προς βοήθειά μου μια μικρή χαρά. Μερικές φορές είναι μία λέξη, τόσο όμορφη και καλειδοσκοπική, που μου ξεκλειδώνει υπέροχα νοήματα ή χαμένες μνήμες, ή με παρασύρει σε μια μικρή εσωτερική ποίηση, μονολεκτική. Άλλες φορές είναι ένας συγκεκριμένος κόκκος σκόνης που αιωρείται κατά μήκος μιας ηλιαχτίδας που εισχωρεί από το παράθυρο. Ένας μικρός λεκές πάνω στο τραπέζι, που μοιάζει με πρόσωπο. Το βλέμμα σε ένα διακοσμητικό αγαλματάκι. Ο γκριζογάλαζος καπνός από το τσιγάρο μου, που πλέκει τον εαυτό του μέχρι το ταβάνι. Δύο νότες, ή η αρμονική μνήμη μιας μικρής μελωδίας που με παρασέρνει στη μαθηματική επανάληψή της. Κάτι που είπε κάποιος εκείνη τη στιγμή. Μια καλλίγραμμη σκιά στον απέναντι τοίχο. Οι φλέβες πάνω στο χέρι μου. Το ασημένιο λογότυπο μιας εταιρίας πάνω σε μια συσκευή. Το καθρέφτισμα της λάμπας πάνω στο τζάμι. Η λαβή ενός χαρτοκόπτη. Ένα συγκεκριμένο φύλλο στο φυτό μιας γλάστρας. Μια απόχρωση. Μια μυρωδιά. Καταλαβαίνεις; Τέτοια πράγματα…
Και τότε, κάνω μια απροσδιόριστη και ανεπαίσθητη εσωτερική κίνηση και καταδύομαι στο σωτήριο αυτό μικρόκοσμο. Κι ο Παντελής δεν είναι πια εδώ. Έχεις απέναντί σου ένα σωσία μου, που κάνει ότι σ’ ακούει, που κουνά μηχανικά το κεφάλι, μπορεί ακόμη και να σου μιλάει. Αλλά εγώ είμαι σ’ ένα αισθητικό μικρόκοσμο, δραπέτης από την καθημερινή πραγματικότητα, χωρίς κανείς να το ξέρει. Και τότε συνδέομαι με την πηγή μιας μεγάλης χαράς. Μιας χαράς αόρατης και μυστικής, που είναι παντού, που είναι φιλεύσπλαχνη, ευγενική, διδακτική, μιας χαράς που δεν έχει προβλεφθεί από το σύστημα για να εμποδιστεί η πρόσβαση σ’ αυτήν. Μιας χαράς γεμάτης πληροφορίες που οδηγούν παντού, που συνδέονται με τα πάντα, μιας χαράς πλημμυρισμένης από ψυχεδέλεια, από σύμβολα, από διηγήσεις, από Μούσες, από «έμπνευση» (τι ωραία λέξη, σημαίνει κάτι που πνέει μέσα σου, έναν εσωτερικό άνεμο). Είναι, για μένα, η καθημερινή ατράνταχτη απόδειξη ότι ο κόσμος δεν είναι αυτό που η καθημερινή πραγματικότητα προσπαθεί να μου διδάξει, εγώ δεν είμαι αυτός που η καθημερινή πραγματικότητα θέλει να με πείσει ότι είμαι.
Αυτούς τους μικρόκοσμους τους καλλιεργώ και τους επισκέπτομαι και σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι μικρές ασχολίες που μου αρέσουν, μικροσκοπικά πάθη, που δεν έχουν σημασία για κανέναν, πράγματα ή κινήσεις ή μελέτες που τις κάνω χωρίς κανένα λόγο, με κανένα σκοπό. Ο μόνος σκοπός τους είναι η μικρή χαρά που μου δίνουν, δεν θέλω καν να τα δικαιώσω ή να τα εξηγήσω, ούτε καν στον εαυτό μου.
Θέλετε μια φευγαλέα ματιά σε έναν τέτοιο μικρόκοσμό μου; Λοιπόν, π.χ. μου αρέσει πολύ η Εντομολογία, χωρίς λόγο, δεν τη μελετάω, μου αρέσει να προσποιούμαι (ακόμη και στον εαυτό μου) ότι τη μελετάω. Έχω βιβλία Εντομολογίας που δεν τα διαβάζω, απλά τα θαυμάζω. Υπάρχει μια νυχτοπεταλούδα που λέγεται «Ελεφαντογέρακο» (αλλά δεν μοιάζει ούτε με γεράκι ούτε με ελέφαντα). Το υπέροχο επιστημονικό της λατινικό όνομα –κι εδώ είναι ο μικρόκοσμος– είναι Sphinx Deilephila Elpenor.
Μην το προσπερνάτε έτσι βιαστικά.
Απαγγείλετε το αργά, όμορφα, σαν ποίημα, απολαύστε το σαν ακριβό κρασί.
Σφινξ - Ντεηλεφίλα - Ελπίνωρ.
Θέλετε να μπούμε μαζί, για μια στιγμή, σ’ αυτήν την πύλη; Να χαθούμε για μερικά δευτερόλεπτα αλλού; Ακολουθήστε με.
«Σφίγγα» (Sphinx, Σφινξ), είναι ένα από τα ονόματα της μεγάλης αόρατης νεράιδας. Σημαίνει, κατά μία εκδοχή, εκείνη που βάζει γρίφους. Και τους απαντά επίσης. Το «Deilephila» είναι μια υπέροχη λέξη που σημαίνει «φίλος του δειλινού», αυτός που αγαπά το σούρουπο, αυτός που φιλά το απόβραδο. Λέγεται έτσι, γιατί σ’ αυτήν τη νυχτοπεταλούδα αρέσει να πετά το δειλινό. «Elpenor», μεταξύ άλλων σημαίνει «Ελπιδοφόρος», αυτός που φέρει την Ελπίδα, αυτός που κουβαλά -που μεταφέρει- την Ελπίδα.
Φανταστείτε ένα αέρινο, ανεπαίσθητο πλάσμα, μια πεταλούδα της νύχτας ή μια αίσθηση στον άνεμο, που πετά το δειλινό χωρίς κανείς να την παρατηρεί, γεμάτη χαρά για την αγάπη της προς το σούρουπο, που σκορπά σαν ασημόσκονη γρίφους αλλά και τις απαντήσεις τους, και που μεταφέρει την Ελπίδα με το φύσημα του ανέμου…
Χα! Τί μπορεί να μου κάνει η καθημερινή πραγματικότητά σας μέσα στο απογοητευτικό αυτό δειλινό, όταν μπορώ να εισπνεύσω μια μικρή ριπή του ανέμου από το μισάνοιχτο παράθυρο, και να νιώσω τη χαρά που μου στέλνει η Σφινξ Ντεηλεφίλα Ελπίνωρ;…

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ


«Πιστεύω πως μια μέρα ο άνθρωπος θα έχει μια έκτη αίσθηση,
μια αίσθηση του σκοπού της ζωής, άμεση και χωρίς υποθέσεις...»
Charles Fort


Νομίζω –αν και τα νομίσματα δεν βοήθησαν ιδιαίτερα ποτέ κανέναν, εκτός ίσως από εκείνο το χρυσό νόμισμα που δίνεις στο βαρκάρη Χάροντα για να σε περάσει στην άλλη όχθη– πως, απ’ όλους, ο Πλίνιος έχει περιγράψει πριν από αιώνες με τον καλύτερο τρόπο την κατάστασή μας. Στη Φυσική Ιστορία του, στο κεφάλαιο Ο Άνθρωπος (Naturalis Historia, liber VII), περιγράφει τόσο ρεαλιστικά την τραγωδία μας, που είναι δύσκολο να το διαβάσει ένας σκεπτόμενος και ευαίσθητος άνθρωπος δίχως να σπαράξει η καρδιά του. Ζητώ συγγνώμη που το παραθέτω εδώ, αλλά είναι η καλύτερη εισαγωγή που ξέρω στο ζήτημα της κατανόησης της θέσης μας στον κόσμο:

«Έδωσα μία περιγραφή του κόσμου, και των χωρών, των ειδών, των θαλασσών, των σημαντικών ποταμών, νησιών και πόλεων που αυτός περιέχει. Υπάρχουν κι άλλα πολλά που δεν είπα, αφού ο ανθρώπινος νους δεν είναι αρκετά ικανός για να εξερευνήσει όλα τα πεδία.
»Απ’ όλα τα ζώα του κόσμου, η πρώτη θέση πρέπει δικαιωματικά να δοθεί στον Άνθρωπο, για χάρη του οποίου η Φύση φαίνεται να έχει δημιουργήσει όλα τα άλλα πράγματα –αν και ζητά σκληρό αντίτιμο για όλα τα πλούσια δώρα της, κάνοντάς το σχεδόν αδύνατο να κρίνεις αν ήταν ένας καλός γονέας για τον Άνθρωπο, ή αν ήταν μία ανελέητη μητριά.
»Πρώτα απ’ όλα, τον άνθρωπο μονάχα, απ’ όλα τα ζώα, τον καλύπτει με δανεικά υλικά. Όλα τα υπόλοιπα όντα, σε όλη τους την απειράριθμη ποικιλία, σοφά τα ντύνει με σκεπάσματα –κελύφη, φλοιούς, λέπια, φτερά, πούπουλα, γούνες, αγκάθια, προβιές, τομάρια, χνούδια, φολίδες, θώρακες, πανοπλίες… ακόμη και τους κορμούς των δέντρων, τους έχει προστατέψει από το κρύο και τη ζέστη με σκληρό και παχύ φλοιό, συχνά διπλό και τριπλό: αλλά μόνο τον Άνθρωπο, από την ημέρα της γέννησής του, τον ξεβράζει στον κόσμο γυμνό, πάνω στο αφιλόξενο γυμνό έδαφος, για να ξεσπάσει αμέσως σε θρήνο και κλάμα.
»Κανένα άλλο από όλα τα έμβια όντα δεν ρέπει τόσο πολύ προς τα δάκρια και το κλάμα, κι αυτό αμέσως στο ίδιο το ξεκίνημα της ζωής. Ακόμη και εκείνο το πολυσυζητημένο χαμόγελο της βρεφικής ηλικίας, δεν σχηματίζεται στα χείλη κανενός παιδιού μικρότερου από έξι εβδομάδες.
»Αυτή η μύηση στο φως, αφού εγκαταλείψει ο Άνθρωπος το σκοτάδι της μήτρας του, ακολουθείται από μια μεγάλη περίοδο δεσμών και εξάρτησης, τέτοια εμπόδια κανένα άλλο όν δεν τα συναντά –ούτε ακόμη κι εκείνα τα ζώα που ανατρέφονται ανάμεσά μας– κανένα από τα άκρα του δεν λειτουργεί για πάρα πολύ καιρό, σαν να είναι δεμένα από αόρατα δεσμά και περιορισμένα. Κι έτσι, μόλις καταφέρει να γεννηθεί, κείτεται με χέρια και πόδια αλυσοδεμένα, κλαίγοντας απαρηγόρητα.
»Το ζώο που θα γίνει κύριος όλων των άλλων, μυείται στη ζωή με τιμωρία, εξαιτίας ενός και μόνο λάθους: του παραπτώματος της γέννησής του. Αλίμονο, τι τρέλα για εκείνους που σκέφτονται ότι με ένα τέτοιο ξεκίνημα θα ανατραφούν σε περήφανη θέση!
»Η πρώτη υπόσχεση δύναμης και το πρώτο δάνειο χρόνου που του δίδεται, τον μετατρέπει σε ένα τετράποδο ζώο, κυλιέται στα τέσσερα. Πότε αρχίζει ο άνθρωπος να περπατά; Πότε αρχίζει να μιλά; Πότε το στόμα του είναι αρκετά σκληρό για να μπορεί να δεχθεί κανονική τροφή; Πόσο χρόνο κάνει για να συμπυκνωθεί και να δέσει το κρανίο του, ένα σημάδι ότι είναι το πιο αδύναμο από όλα τα πλάσματα; Κανένα άλλο ζώο δεν είναι τόσο ανήμπορο μετά τη γέννησή του και για τόσο πολύ καιρό, ευάλωτο από τα πάντα, και κανένα άλλο ζώο δεν είναι εξαρτημένο τόσο απόλυτα από τους γονείς του για τόσα χρόνια, ανίκανο, σε πλήρη άγνοια, παραδομένο στη μοίρα. Κι ύστερα, μετά τη γέννηση, έρχονται οι αρρώστιες του, και όλες εκείνες οι θεραπείες ενάντια στις αρρώστιες του –που με τη σειρά τους θα ηττηθούν από νέες αρρώστιες!
»Και το γεγονός πως όλα τα άλλα πλάσματα έχουν συνείδηση της φύσης τους, κάποια χρησιμοποιούν την ταχύτητα, άλλα το ικανό τους πέταγμα, άλλα κολυμπούν, ενώ –απ’ όλα τα πλάσματα της Φύσης– ο Άνθρωπος μονάχα δεν γνωρίζει τίποτε απολύτως εκτός κι αν του διδαχθεί –δεν γνωρίζει ούτε να μιλά και να επικοινωνεί, ούτε να περπατά, ούτε καν να τρώει. Με λίγα λόγια, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει από φυσικό ένστικτο, είναι να κλαίει! Αναπόφευκτα, υπήρξαν πολλοί που πίστεψαν ότι καλύτερα θα ήταν να μην είχε γεννηθεί, ή ότι θα πρέπει να τελειώνει το συντομότερο δυνατόν. Στον Άνθρωπο μονάχα, απ’ όλα τα πλάσματα του κόσμου, δίδεται η θλίψη, μονάχα αυτός τη νιώθει, κι επίσης μόνο σε αυτόν δίδεται η πολυτέλεια, κι αυτή σε αμέτρητες μορφές, αγγίζοντας κάθε ξεχωριστό τμήμα της οντότητάς του: απ’ όλα τα πλάσματα, μονάχα αυτός έχει φιλοδοξία, πλεονεξία, απύθμενη επιθυμία, όρεξη και πόθο για ζωή, μόνο αυτός έχει προσδοκία, δεισιδαιμονία, αγωνία για το θάνατο και την ταφή, κι ακόμη και την αναρώτηση για το τι θα γίνει αφότου δεν θα υπάρχει πια.
»Κανενός πλάσματος η ζωή δεν είναι τόσο επισφαλής και αβέβαιη όσο του Ανθρώπου, κανένα δεν έχει τόσο μεγάλη λαχτάρα για όλες τις ηδονές και τις ευχαριστήσεις, κανένα πλάσμα δεν έχει τόση συγχυσμένη δειλία, ή πιο άγρια οργή. Στη φυσική τους κατάσταση, όλα τα άλλα πλάσματα περνούν το χρόνο τους άξια ανάμεσα στα όμοια του είδους τους: τα βλέπουμε να συγκεντρώνονται σε συντροφικά κοπάδια, να στέκουν όλα μαζί ενάντια σε άλλα είδη ζώων –ακόμη και τα πιο άγρια λιοντάρια δεν πολεμούν μεταξύ τους, το δάγκωμα του φιδιού δεν επιτίθεται στα άλλα φίδια, ακόμη και τα τέρατα της θάλασσας και τα ψάρια δείχνουν τη σκληρότητά τους μόνο ενάντια σε άλλα είδη διαφορετικά από τα ίδια. Ενώ ο Άνθρωπος, τ’ ορκίζομαι, μονάχα σ’ αυτόν συμβαίνει, όλα του τα κακά τα παθαίνει από τους συνανθρώπους του…»

Ο Πλίνιος, αυτά τα γράφει περίπου το 69 μ.Χ., δηλαδή πριν από σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια, κι η κατάσταση μας δεν έχει αλλάξει. Κάποιος κατανοεί βαθιά τη συγγραφή του αυτή σήμερα (καθώς και όλη τη συγκλονιστική 37τομη Φυσική Ιστορία του) όπως και τότε, κι είναι σαν να γράφτηκε αυτήν τη στιγμή. Αυτό ίσως δείχνει από μόνο του ότι καμία ιδιαίτερη εξέλιξη –γενετική ή άλλη– δεν είχαν οι άνθρωποι τα τελευταία χιλιάδες χρόνια, παρ’ όλη την ανάπτυξη τόσο θαυμαστών ανθρώπινων πολιτισμών. Η φυσική μας κατάσταση παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη.
Σκέφτομαι πως, οι σπαρακτικές αλήθειες που περιγράφει ο Πλίνιος για την κατάσταση του ανθρώπου, ίσως να υποδεικνύουν με τρόπο τραγικό εκείνη τη μυστική υπόθεση που δεν τολμά να συζητήσει κανείς, παρ’ όλο που όλοι την υποψιάζονται: ότι ο άνθρωπος δεν είναι από εδώ, δεν προέρχεται από τη Φύση αυτού του κόσμου, είτε είναι ένα «παράφύση» όν, είτε ήρθε εδώ από αλλού, ίσως να μην ήταν αρχικά φτιαγμένος γι’ αυτόν τον κόσμο, κι ίσως να βρίσκεται εδώ εξόριστος, φυλακισμένος, έκπτωτος, ή να είναι το προϊόν μιας διεργασίας που δεν προβλεπόταν από το υπάρχον φυσικό σύστημα.
Αυτό, φυσικά, είναι μια ενδιαφέρουσα στοχαστική υπόθεση, που όμως έχει πολύ περισσότερες προεκτάσεις απ’ αυτές που μπορεί να φανταστεί ή να συμπεράνει ο μέσος στοχαστής. (Θα ήταν πολύ δύσκολο να τις καταδείξει κανείς, σε χώρο μικρότερο απ’ αυτόν μιας ολόκληρης βιβλιοθήκης).
Η βασική ιδιαιτερότητα του ανθρώπου, σε σχέση με τα υπόλοιπα πλάσματα του κόσμου, είναι η ιδιαίτερη νοημοσύνη του. Και με τη λέξη νοημοσύνη, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορούμε παρά να εννοούμε την ίδια τη σκέψη, δηλαδή την ικανότητα αναλυτικών συνειρμών, τη γλώσσα και τη γραφή, τη φαντασία, τη δημιουργική ικανότητα, την εφευρετικότητα, την πνευματικότητα, την κρίση, την ηθική. Αυτή η εκπληκτική ιδιαιτερότητα συχνά έχει χαρακτηριστεί ως θεϊκή, συχνά και ως εξωγήινη, και είναι ικανή για τα μεγαλύτερα θαύματα όπως και για τη μεγαλύτερη φρίκη.
Το πρόβλημα είναι πως αυτήν ακριβώς την ιδιαίτερη νοημοσύνη φαίνεται να μην την παρέχει η Φύση σε απολύτως κανένα άλλο από τα δημιουργήματά της, απ’ όσο γνωρίζουμε. Και σ’ αυτήν ακριβώς την επισήμανση κρύβεται η μεγαλύτερη τραγωδία του ανθρώπου, κατά τη γνώμη μου. Ότι είναι ένας ξένος σε έναν παράξενο κόσμο, ένοικος σε μία Φύση απόλυτα εχθρική απέναντί του, αφιερωμένος σε έναν αγώνα να μεταλλάξει το περιβάλλον του και τις συνθήκες του για να μπορέσει να επιβιώσει, και ότι, ταυτόχρονα, με τη φαντασία του, μπορεί ελεύθερα να κινηθεί παντού μέσα στο σύμπαν του πνεύματός του. Και, επίσης, ότι έχει απόλυτη συνείδηση της τραγικής φάρσας μέσα στην οποία βρέθηκε, ότι μπορεί –σαν τον Πλίνιο– να αναπτύξει την αντιληπτική του ικανότητα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να συλλάβει την κατάστασή του, να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του, να αναρωτηθεί όχι μόνο για τον σκοπό του, αλλά και για τον σκοπό του κόσμου. Με απλά λόγια, έχει την ικανότητα να σκεφτεί και να γράψει και να αναλύσει το κείμενο που αυτήν τη στιγμή γράφω…
Κι ο άνθρωπος, μονάχα, είναι ο κάτοχος της Ελπίδας, μιας μοναδικής έμπνευσης που απορρέει από όλα αυτά, κι αυτή φαίνεται να είναι η μόνη υπόνοια ότι ίσως να είναι προορισμένος να επιτελέσει έναν ανώτερο σκοπό από τον μηχανιστικό σκοπό της Φύσης που λειτουργεί γύρω του.
Γενικά, αφού είμαστε τόσο αξιοθρήνητα όντα, που το μόνο που γνωρίζουμε από γεννησιμιού μας είναι να κλαίμε, και παρ’ όλο που ακόμη κι η σοφία μας οδηγεί στη θλίψη, όλη η αξιοπρέπεια μας απορρέει από τη Σκέψη, που είναι δώρο αλλά και κατάρα, αλλά ίσως να κρύβει τη λύτρωσή μας.
Καλύτερα απ’ όσο θα μπορούσα ποτέ εγώ να το εκφράσω, το έχει κάνει ο Μπλέηζ Πασκάλ (Pensees), γράφοντας με τόσο εκλεπτυσμένη συγκινησιακή φόρτιση:
«Ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια καλαμιά, η πιο αδύναμη της Φύσης, αλλά είναι μια σκεπτόμενη καλαμιά. Δεν χρειάζεται να αρματωθεί ολάκερο το σύμπαν για να τον συντρίψει, φτάνει λίγος ατμός ή μια σταγόνα νερό για να τον εξολοθρεύσει. Αλλά κι αν το σύμπαν τον έλιωνε, ο άνθρωπος θα παρέμενε πιο φίνος απ’ αυτό που τον σκοτώνει, γιατί έχει γνώση ότι πεθαίνει και, συνάμα, γνωρίζει ότι το σύμπαν βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντί του. Το σύμπαν όμως δεν έχει ιδέα για όλα αυτά. Έτσι, όλη μας η αξιοπρέπεια είναι συγκεντρωμένη στη σκέψη. Απ’ εδώ πρέπει ν’ αντλούμε, κι όχι από το χώρο ή τη διάρκεια, που δεν μπορούμε να γεμίσουμε. Ας δουλεύουμε λοιπόν με στόχο να σκεφτόμαστε σωστά και ελεύθερα: να ποια είναι η αρχή της ηθικής…»
Λοιπόν, όπως το καταλαβαίνω εγώ, η αρχή της «πνευματικότητας» του ανθρώπου, (δηλαδή της δυναμικής πραγματικότητας του αγώνα για τη δικαίωσή του ως πνευματική οντότητα, σε παράδοξη αντιπαράθεση με την άμεση υλική του υπόσταση), στηρίχθηκε στη Σκέψη, την οποία επιστράτευσε –και συνεχίζει να το κάνει μέσα από κάθε νέο βρέφος– για να μπορέσει να επιβιώσει στις αντίξοες συνθήκες στις οποίες εν αγνοία του και άοπλος βρέθηκε, αλλά και για να δώσει ένα ανέλπιστο νόημα στην ίδια του τη μυστηριώδη ύπαρξη. Κι η Σκέψη φαίνεται να πυροδοτεί άμεσα τη δημιουργία Λογικής.
Η Λογική, κατά τη γνώμη μου, έχει δύο πολύ βασικά –και προκλητικά άγνωστα– χαρακτηριστικά και λειτουργίες: την πρόβλεψη του μέλλοντος και την προέκταση στο Παράλογο.
Η Λογική, ουσιαστικά, αποτελεί τη μέθοδο που εφαρμόζει ο άνθρωπος για να προβλέπει το μέλλον και για να αντιλαμβάνεται καταστάσεις που το σώμα του δεν έχει βιώσει.
Αυτό, παραβολικά, γίνεται ξεκάθαρο στα σκακιστικά προβλήματα, όπου ο παίκτης προβλέπει με μεγάλη ακρίβεια πως μία συγκεκριμένη επόμενη κίνησή του θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη κίνηση του αντίπαλου παίκτη, που με τη σειρά της θα απαντηθεί με μία συγκεκριμένη κίνηση δική του που θα φέρει μία συγκεκριμένη άλλη του αντιπάλου, κ.ο.κ., χωρίς καμία πραγματική κίνηση να έχει γίνει. Η Λογική γνωρίζει το παιχνίδι του αίτιου και του αιτιατού, κατά το οποίο η κάθε πράξη έχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, καθώς και το παιχνίδι της στατιστικής, των πιθανοτήτων αλλά και των πειραματισμών, επίσης και το ιστορικό των προηγούμενων ανάλογων εγχειρημάτων. Έτσι, μας βοηθά συνειρμικά να γνωρίζουμε τι θα συμβεί αν πηδήξουμε από το μπαλκόνι, ή αν τραβήξουμε την ουρά ενός φιδιού, ή ποια περίπου θα είναι η έκβαση μιας μάχης με συγκεκριμένα δεδομένα, ή τι θα απαντήσουμε σε έναν αντίλογο αν συναντήσουμε το τάδε επιχείρημα, κλπ, κλπ.
Νομίζω πως η πιο βασική και συνηθισμένη εφαρμοσμένη λειτουργία της Λογικής είναι να προβλέπει το μέλλον. Μια εκπληκτική ικανότητα που κανένα άλλο πλάσμα δεν διαθέτει σε τέτοιο τεράστιο βαθμό. Είναι μια λειτουργία εστιασμένη αξιοθαύμαστα στο ασώματο, αφού μας δίνει συνεχώς τη δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε τις καταστάσεις χωρίς να τις έχουμε βιώσει σωματικά και υλικά.
Εξίσου αξιοθαύμαστη είναι η δυνατότητα της Λογικής να μπορεί να γνωρίζει παράδοξα ένα θέμα ή μια κατάσταση, χωρίς στην πραγματικότητα να γνωρίζει σχεδόν τίποτε γι’ αυτά, αρκεί να της δοθούν κάποια ελάχιστα δεδομένα…
Επίσης, η αμέσως επόμενη πιο βασική δραστηριότητα της Λογικής είναι η προέκταση προς το Παράλογο. Η ίδια η λέξη Λογική, προέρχεται από τον Λόγο, είναι το αποτέλεσμα του Λόγου, κι ο Λόγος είναι αυτός που μας διηγείται τον κόσμο και μας δίνει τη δυνατότητα να τον διηγηθούμε. Η Λογική κατευθύνεται δυναμικά πάντοτε προς το Παράλογο (σ’ εκείνο που βρίσκεται παρά τον Λόγο, δηλαδή δίπλα του), με την αγωνία να το κατανοήσει και να το βάλει σε λόγια, να το εξερευνήσει, να το αφομοιώσει, να το λογικοποιήσει. Η Λογική σκοπεύει να μας διηγηθεί τα πάντα για το Παράλογο.
Κατά τη γνώμη μου, η Λογική που δεν κατευθύνεται εξερευνητικά προς το Παράλογο, δεν δικαιώνει τον σκοπό της.
Έτσι, πιστεύω πως όποιος δεν προβλέπει το μέλλον, όποιος δεν μπορεί να γνωρίζει ένα θέμα που δεν γνωρίζει πραγματικά, και όποιος δεν εξερευνεί το Παράλογο, δεν είναι λογικός. Έχει στα χέρια του ένα διαστημικό πύραυλο που τον χρησιμοποιεί για ανθοδοχείο ή για γλάστρα. Φυτοζωεί.
Ας το δηλώσω ξεκάθαρα: τα μόνα όπλα που διαθέτουν οι λογικοί άνθρωποι –δηλαδή οι άνθρωποι που δεν είναι φυτά– ενάντια στη φυλακή του κόσμου στην οποία βρεθήκαμε, είναι η Σκέψη, η Λογική, η Έμπνευση και η Ελπίδα: δηλαδή η Φαντασία.
Διότι, για όσους δεν το κατάλαβαν, παραπάνω επίτηδες αντικατέστησα τη λέξη Φαντασία με τη λέξη Λογική, διότι ουσιαστικά για τη Φαντασία μιλούσα, δηλαδή για τη βασική λειτουργία του ανθρώπινου πνεύματος, τη μόνη που είναι τελείως ανεξάρτητη από το σώμα του και από τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται αυτό.
Όποιος δεν έχει φαντασία και δεν τη χρησιμοποιεί δυναμικά, κατά τη γνώμη μου δεν είναι αξιόλογο δείγμα του ανθρωπίνου είδους, αλλά συγγενεύει στενά με το φυτικό βασίλειο…
Δυστυχώς, η φαντασία της ανθρωπότητας, δηλαδή η βασική λειτουργία του πνεύματος της ανθρωπότητας, κινδυνεύει θανάσιμα, κάθε στιγμή που περνά.
Οι ονειροπόλοι, δηλαδή εκείνοι οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες της φαντασίας τους, πρέπει να πολεμήσουν για να διασώσουν το είδος τους, και μαζί τους τις ελπίδες και τα όνειρα της ανθρωπότητας.
Έτσι, διεξάγεται ένας παγκόσμιος μυστικός πόλεμος, που διαρκεί από τις απαρχές της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Οι μάχες του δίνονται καθημερινά, από πολλούς ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, στα πιο απίθανα μέρη, από το πιο αμελητέο και μικροσκοπικό πεδίο μάχης μέχρι το πιο μεγαλεπήβολο.
Δεν είναι ένας πόλεμος που γίνεται με όπλα σε αληθινά πεδία μαχών. Το πεδίο της μάχης είναι τα μυαλά και οι ψυχές των ανθρώπων, τα όπλα είναι τα μυαλά και οι ψυχές των ανθρώπων, οι πολεμιστές είναι τα μυαλά και οι ψυχές των ανθρώπων, οι απώλειες του πολέμου είναι τα μυαλά και οι ψυχές των ανθρώπων.
Πολεμούν τα όνειρα των ανθρώπων, η φαντασία, το πάθος για εξερεύνηση, η λαχτάρα για προέκταση της πραγματικότητας, η αληθινή ελευθερία του πνεύματος, οι ιδέες, οι ποιότητες της ψυχής, η ευρυμάθεια, η πρωτοπορία, το ταξίδι και η περιπέτεια, η τέχνη και η δημιουργία, πολεμούν ενάντια στον στείρο ορθολογισμό και σκεπτικισμό, στα δόγματα, στην αμάθεια και την ημιμάθεια, στον έλεγχο, στην αυστηρότητα, στον συντηρητισμό, ενάντια στην ύλη και στην εξουσία της, στον υλισμό, στην αδράνεια και στην ύπνωση και στη ρουτίνα, στην πνευματική σκλαβιά, στις συνωμοσίες των ισχυρών, στην καταστροφή και στον αργό θάνατο.
Είναι η ελεύθερη ψυχή του κόσμου που πολεμά με το αλυσοδεμένο σώμα του κόσμου.
Οι μάχες γίνονται μέσα στα όνειρά μας, στο κρεβάτι μας πριν κοιμηθούμε κάθε νύχτα, στα δάκριά μας, στην αγωνία μας για ζωή, στην ανάσα μας, στον άνεμο που φυσά από μέρη μακρινά.
Οι μάχες γίνονται στη ροή της πληροφορίας, στα σήματα μορς που ακούγονται στη σιωπή, μέσα στα βιβλία και στα έντυπα, πίσω από τις σελίδες και ανάμεσα από τις λέξεις.
Οι μάχες γίνονται μέσα από κάθε πράξη μας και από τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκαλεί στον κόσμο η κάθε πράξη μας, μέσα στο αίτιο και στο αιτιατό, μέσα στις χαμένες πιθανότητες, μέσα στα εναλλακτικά σύμπαντα κάθε πρόθεσης.
Οι μάχες γίνονται μέσα στα λόγια που λέμε στους άλλους ανθρώπους, που ζουν και συνεχίζουν να ζουν αιώνια ταξιδεύοντας από κεφάλι σε κεφάλι, οι άνθρωποι και τα λόγια τους, οι μάχες γίνονται μέσα από τη στάση μας απέναντι στη ζωή και στον κόσμο, μέσα από τη θέλησή μας, μέσα στην καρδιά μας.
Οι μάχες γίνονται ξανά και ξανά, μέσα στις πυρές που καίνε τα βιβλία και τα κουφάρια των ιδιαίτερων ανθρώπων, στις φυλακές, στους χλευασμούς και στις ειρωνείες και στον καθημερινό εξευτελισμό, ξανά και ξανά, στις εξορίες κάθε είδους, στις αποδράσεις, στις παθιασμένες συζητήσεις, στα τραγούδια των βάρδων και στο παραλήρημα των ποιητών, στα κρυφά ραβασάκια των εξερευνητών και στα μηνύματα από μακριά προς άγνωστους παραλήπτες, στους ψιθύρους της απελπισίας και στις κάμαρες της απόγνωσης, στα τρελοκομεία και στα συρματοπλέγματα, στα εργαστήρια και στα έδρανα των διαλέξεων, στις σκοτεινές αίθουσες των κινηματογράφων και στα ραδιοφωνικά σήματα, σε ζωγραφικούς πίνακες και σε ημερολόγια σπαρακτικά, στις ερημιές και στις ζούγκλες, σε μυστικά ραντεβού και σε περιπλανήσεις, στις πόλεις του κόσμου και σε πόλεις πέρα από τον κόσμο, σε πτήσεις και πλεύσεις προς το άγνωστο, με βάρκα την ελπίδα, στα άστρα, εκείνα που λάμπουν στον ουρανό και εκείνα που λάμπουν μέσα στα βλέμματα…

Αναρωτιέμαι: Ποιος είμαι; Τί έχω μέσα μου; Από τί αποτελούμαι;
Αποτελούμαι από σάρκα, αίμα και κόκαλα, από σκέψεις, μνήμες, πληροφορίες, φαντασία, έμπνευση και δημιουργικές συνδυαστικές ικανότητες, κι επίσης αποτελούμαι από αγάπη, ελπίδα, διαίσθηση, όνειρα, οράματα, φόβους, χαρές, ζωή και θάνατο, και από κάτι βαθύ και αγνώριστο: εκείνο το άφατο ψήγμα που ίσως με συνδέει με τον Δημιουργό μου. Αν εξαιρέσεις από τα παραπάνω τη σάρκα και το αίμα και τα κόκαλα (και όχι το πως εγώ τα καταλαβαίνω), τότε όλα τα υπόλοιπα στηρίζονται στις περίτεχνες λειτουργίες της φαντασίας μου. Είμαι το προϊόν της φαντασίας μου: ο αληθινός εσωτερικός εαυτός μου.
Το να αποκόψεις κάποιον από τη Φαντασία, σημαίνει να τον αποκόψεις από τα εσωτερικά περιεχόμενα που τον αποτελούν, σημαίνει να τον αποκόψεις από τον εαυτό του: τότε δεν θα έχεις παρά ένα ρομπότ: αυτό που κάθε σύστημα ελέγχου θέλει να έχει.
Ο Ονειροπόλος, ο απόκρυφος, ελεύθερος και υπέροχος εσωτερικός εαυτός μας, δεν είναι εργάτης ούτε σκλάβος, δεν είναι ρομπότ, δεν είναι εκπαιδευμένος σκύλος, δεν είναι εξειδικευμένος σε κανέναν τομέα, δεν είναι υπηρέτης κανενός μοχθηρού εκμεταλλευτή, δεν είναι ο προδότης της ανθρώπινης περιπέτειας. Είναι εξερευνητής, επαναστάτης, πολυπράγμων και πολυμήχανος, κοσμοπολίτης και ευγενής, πανεπιστήμονας και καλλιτέχνης, πολυεπίπεδος και περίτεχνος, οραματιστής και ιδεαλιστής. Αγαπά τα πάντα, όλα τα θέλει, όλα μπορεί να τα κάνει, όλα μπορεί να τα κατανοήσει.
Ο συγγραφέας ε.φ. Robert A. Heinlein, όταν δεν έστελνε διαστημικούς πεζοναύτες να γενοκτονούν εξωγήινες ράτσες, έγραφε μερικά πολύ έξυπνα πράγματα:
«Ένα ανθρώπινο όν, πρέπει να μπορεί να αλλάζει πάνες, να οργανώνει μια εισβολή, να σφάζει ένα γουρούνι, να ναυπηγεί ένα πλοίο, να σχεδιάζει ένα κτίριο, να συνθέτει μία σονάτα, να κάνει ισολογισμούς, να χτίζει έναν τοίχο, να γιατρεύει ένα σπασμένο κόκαλο, να παρηγορεί τους ετοιμοθάνατους, να παίρνει εντολές, να δίνει εντολές, να συνεργάζεται, να δρα ολομόναχος, να λύνει εξισώσεις, να αναλύει ένα νέο πρόβλημα, να μαγειρεύει ένα καλό φαγητό, να προγραμματίζει ένα κομπιούτερ, να πολεμά αποτελεσματικά, να ονειρεύεται, να γράφει ποιήματα, να είναι αληθινά ευγενής, να ανάβει μια φωτιά, να φυτεύει ένα παρτέρι λουλούδια, να πλένει ρούχα, να ζωγραφίζει, να ξαναπροσπαθεί, να πεθαίνει γενναία. Η εξειδίκευση είναι για τα έντομα…»
Ίσως τελικά να μην είμαστε από τη φύση μας εγωιστές, να μην είναι φυσική η κλίση μας για μια πάγια ταυτότητα, ναρκισσισμό, εξειδίκευση, έλεγχο, μικρότητα, εξουσία.
Ίσως να μην είμαι εγώ ο κόσμος, αλλά απλά ο κόσμος να μου ανήκει, έτσι απλά, κι εγώ να μην έχω πάει ποτέ να δω και να απολαύσω τα απέραντα κτήματά μου. Να βγω έξω από τον εαυτό μου, να με δω από όλες τις άλλες οπτικές γωνίες, όσο περισσότερες τόσο καλύτερα, να γνωρίσω τους άλλους ανθρώπους, να γνωρίσω άλλους εαυτούς, να δω πολλά διαφορετικά ηλιοβασιλέματα, να διαβάσω όλα τα βιβλία που έγραψαν άλλοι, να μάθω πράγματα που δεν προβλεπόταν ποτέ να μάθω, να γνωρίσω τα αστέρια.
Θέλω να μάθω από πού έρχομαι, από πού ήρθα εδώ, πού ήμουν πριν βρεθώ εδώ, ποια είναι η δική μου ξεχωριστή πατρίδα. Θέλω να καταλάβω πού πηγαίνω, προς τα πού πορεύομαι, πού θα καταλήξω, ποιο θα είναι το τέλος του ταξιδιού μου, ο προορισμός μου.
Θέλω να μάθω τα πάντα, να καταλάβω τα πάντα, με όλους τους δυνατούς τρόπους και με όλους τους αδύνατους, να καταλάβω όλα όσα υπάρχουν και όλα όσα δεν υπάρχουν, και καταλαβαίνοντάς τα να τα κάνω όλα να υπάρχουν, και να καταλάβω όλες τις σημασίες τους και όλες τις ανοησίες τους και όλα εκείνα που θα καταλάβαιναν όλοι οι άλλοι για όλα αυτά, και όλα εκείνα που θα καταλάβαιναν όλα αυτά για όλους τους άλλους.
Θέλω να παρατηρήσω τα πάντα, με όλες τις λεπτομέρειες, να ακούσω όλες τις ιστορίες τους, τις μυστικές και τις φανερωμένες, να δω όλες τις πλευρές τους και να με δουν και αυτές, και έπειτα θέλω να περιγράψω τα πάντα σε όλους τους άλλους, να διηγηθώ τα πάντα, να δικαιώσω τα πάντα, να βάλω σε λέξεις το ανείπωτο, να περιγράψω το απερίγραπτο, να διηγηθώ το ανεκδιήγητο, να εξιστορήσω το ανιστόρητο, να μιλήσω ακόμη και για το μηδαμινό, για το ασήμαντο, ακόμη και για εκείνο που είναι μεγαλειώδες και άφταστο, άφατο, αόρατο, θέλω να μάθω όλα εκείνα που διηγήθηκε ποτέ κανείς, θέλω να διηγηθώ όλα εκείνα που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς.
Θέλω να τα καταλάβω όλα, εδώ και τώρα.
Θέλω να ταξιδέψω σε όλον τον κόσμο και να γνωρίσω όλον τον κόσμο, να μην αφήσω ούτε γωνιά του κόσμου που να μην τη δω και να μην τη νιώσω, να ταξιδέψω με όλους τους τρόπους, με τα πόδια μου και με τη φαντασία μου, έρποντας και πετώντας, τρέχοντας και τηλεμεταφέροντας τον εαυτό μου, με τραίνα και με όνειρα, με πλοία και αεροπλάνα, με αυτοκίνητα και με άλογα, να πάω παντού, να πάω στο Βόρειο και στο Νότιο Πόλο, στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό, στις πόλεις και στα δάση, στα βουνά και στους κάμπους, όπου ζει άνθρωπος και όπου δεν ζει άνθρωπος, να ταξιδέψω ακόμη και στο εσωτερικό της Γης, θέλω να ταξιδέψω σε όλους τους εναλλακτικούς κόσμους που στέκουν ανάμεσα στη Γη, πέρα από τη Γη, σε όλους τους κόσμους όλων των όντων, ορατούς και αόρατους, υπαρκτούς και ανύπαρκτους, να εξερευνήσω ό,τι μπορεί να εξερευνηθεί και ό,τι δεν μπορεί να εξερευνηθεί, θέλω να περιπλανηθώ ακόμη και σε κόσμους που εγώ ο ίδιος θα κατασκευάσω.
Μια νύχτα θέλω να δω όλα τα άστρα, όσα φαίνονται και όσα δεν φαίνονται, να τα μετρήσω όλα, και να μάθω όλα τα ονόματά τους, και όλα τα ονόματα που τους έχουν δώσει όλοι εκείνοι που κατοικούν σε αυτά, και όλα τα ονόματα που έχουν δώσει όλοι σε όλα τα άλλα άστρα.
Θέλω να διαβάσω όλα τα βιβλία. Όλα τα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ και όλα εκείνα που δεν γράφτηκαν ποτέ. Θέλω να γράψω τα πάντα για όλα τα βιβλία που θα διαβάσω, και θέλω να γράψω τα πάντα που μπορώ να γράψω και όλα εκείνα που δεν μπορώ να γράψω, και να διαβάσω και όλα τα βιβλία που θα γράψω για όλα αυτά. Θέλω να ακούσω όλες τις μουσικές που παίχτηκαν ποτέ, σε όλον τον κόσμο και στους κόσμους, και εκείνες που δεν ακούστηκαν ποτέ από κανέναν. Θέλω να ακούσω όλους μα όλους τους ήχους, να μυρίσω όλες μα όλες τις μυρωδιές, να αγγίξω οτιδήποτε μπορεί να αγγιχτεί, ακόμη και το τελείως ανέγγιχτο. Θέλω να γνωρίσω όλους τους ανθρώπους, να μιλήσω με όλους τους ανθρώπους, να γίνω φίλος με όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους ανθρώπους που δεν θέλω να γνωρίσω, ακόμη και εκείνους που δεν θέλω να είναι φίλοι μου, θέλω να μου διηγηθούν όλοι την ιστορία της ζωής τους, καθώς και οτιδήποτε ένιωσαν, σκέφτηκαν, εμπνεύστηκαν ή φαντάστηκαν ποτέ τους. Θέλω να κάνω όλα τα επαγγέλματα ανεξαιρέτως, και να μάθω τα μυστικά κάθε επαγγέλματος. Θέλω να πολεμήσω με τους πάντες και με τα πάντα, και έπειτα να συμφιλιωθώ με τα πάντα.
Θέλω να κοιμηθώ σε όλους τους τόπους και να ξυπνήσω σε όλους τους τόπους. Θέλω να δω όλους τους πίνακες που ζωγραφίστηκαν ποτέ, και όλες τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν ποτέ, να δω όλες τις ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ, ακόμη και όλα εκείνα τα αμελητέα πράγματα που υπάρχουν στις ταινίες, πίσω στο φόντο κάθε σκηνής. Θέλω να ενοικήσω μέσα σε κάθε κτίριο που έχτισε άνθρωπος, και να περπατήσω σε όλους τους δρόμους όλων των πόλεων και όλων των χωριών του κόσμου.
Θέλω να μιλήσω με τα πουλιά. Θέλω να μιλήσω με τα φαντάσματα. Να φάω κάθε φαγητό και να πιω κάθε ποτό. Θέλω να μυθοποιήσω ξανά όλες τις μυθολογίες. Θέλω να ονειρευτώ όλα τα όνειρα που είδε ποτέ κανείς. Θέλω να ταξιδέψω στον χρόνο, σε όλους τους χρόνους. Θέλω να γνωρίσω όλες τις ηδονές, και να δοκιμαστώ σε όλες τις αρετές, και να επινοήσω νέες ηδονές και νέες αρετές. Θέλω να κλάψω για όλες τις θλίψεις και να χαρώ για όλες τις χαρές.
Θέλω να πιω κρασί με όλους τους ποιητές, και να απαγγείλουμε ποιήματα σε όλες τις γλώσσες, και θέλω να επινοήσω νέες γλώσσες και να γράψω ποιήματα σε αυτές. Θέλω να ζήσω όλες τις ζωές, να μεταμορφωθώ σε οτιδήποτε θα μπορούσε να μεταμορφωθεί οτιδήποτε. Θέλω να δικαιώσω όλες τις χαμένες υποθέσεις. Θέλω να καταλάβω όλες τις αλήθειες και κάθε μία από τις αμέτρητες διαφορετικές όψεις τους, θέλω να επαληθεύσω όλα τα ψέματα και να διαψεύσω όλες τις αλήθειες. Θέλω να λύσω όλα τα μυστήρια και να επινοήσω νέα μυστήρια. Θέλω να καταλάβω τα αηδόνια. Θέλω να γίνω σαν τον άνεμο, να είμαι παντού και πουθενά. Θέλω να είμαι ελεύθερος και ευτυχισμένος.
Θέλω όλον τον χρόνο του Σύμπαντος.
Η θέληση και οι πόθοι του Ονειροπόλου, αποτελούν την αληθινή τραγωδία του ανθρώπου.
Θα τα καταφέρει ποτέ, άραγε, να ξεπεράσει τη θνητότητα του, τη μηδαμινότητά του; Να κατακτήσει την ελευθερία και την ευτυχία; Θα κατορθώσει ποτέ να γνωρίσει όλο το Άγνωστο;

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ατενίζω γύρω μου την αγαπημένη μου βιβλιοθήκη, γεμάτη από χιλιάδες βιβλία (και μουσικές, ταινίες, εικόνες, περιοδικά, αρχεία, κλπ) που απέκτησα με πολύχρονη μελέτη και στερήσεις, πάθος και αφοσίωση, βιβλιογραφικές αναζητήσεις και πολλές περιπέτειες (ξοδεύοντας και μια περιουσία).
Πίσω από κάθε τίτλο κρύβεται και από ένας συναρπαστικός μικρόκοσμος –ένα ιδιωτικό σύμπαν– ιδεών και γνώσεων, ερευνών και εμπνεύσεων, ιστοριών και ονείρων, αγώνων και αναμνήσεων. Μέσα σε κάθε βιβλίο κρύβεται το πνεύμα του συγγραφέα του, ζωντανό και αγωνιώδες, η ίδια η καταγραφή της περιπέτειας όλων των ιδιαίτερων ανθρώπων που προσπάθησαν να καταλάβουν πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, και να εκφράσουν πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι αδυνατούν να εκφράσουν. Να ψάξουν εκεί που οι άλλοι δεν ψάχνουν.
Μια τιτάνια σκυταλοδρομία που έρχεται από τα άγνωστα βάθη της αρχαιότητας, περνά σήμερα από δίπλα μας και συνεχίζει προς το άγνωστο μέλλον.
Μελετητές και λογοτέχνες, ερευνητές και ποιητές, πρωτοποριακοί επιστήμονες και καλλιτέχνες, λόγιοι και μυστικιστές, εξερευνητές και ταξιδευτές, βάρδοι και φιλόσοφοι, άνδρες και γυναίκες, μια διαχρονική και γενναία παρέλαση μοναδικών πνευμάτων που δίνουν ελπίδα στην ανθρωπότητα ότι δεν υπάρχει μάταια.
Ποτέ μου δεν ένιωσα μόνος με όλους αυτούς για παρέα μου, στις ευτυχισμένες αλλά και στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου: με συντρόφευσαν με αγάπη, παρηγορία, σοφία και έμπνευση, και μου δίδαξαν ό,τι ξέρω και δεν ξέρω.
Το ίδιο νιώθω και για τους αμέτρητους ενδιαφέροντες ανθρώπους που έχω συναντήσει προσωπικά στη ζωή μου και έχουν εντυπώσει κάτι από το πνεύμα τους στο δικό μου. Κατά βάθος, εγώ δεν είμαι απλά εγώ, είμαι όλοι αυτοί και αυτές, είμαι μια πνευματική βιβλιοθήκη, είμαι ένα πορτραίτο όλων των πορτραίτων που αντίκρισα. (Το παράξενο είναι ότι το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με τον καθένα από όλους αυτούς ανεξαιρέτως…)
Σήμερα, στήνω αυτί ακούγοντας όλο αυτό το ετερόκλητο και ανυπολόγιστο πλήθος ιδιαίτερων φωνών μέσα στους αιώνες, και μπορώ να διακρίνω ανάμεσα από τα αγωνιώδη τους διαφορετικά μηνύματα: τελικά ένα και μόνο ένα μήνυμα κοινό, που εκπέμπεται καθαρά και επίμονα από όλες τις πλευρές, το οποίο –ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα– είναι αυτό:
«Ο κόσμος δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που φαίνεται. Αγωνιστήκαμε, πολεμήσαμε και ψάξαμε πολύ, μάθαμε πολλά, πήγαμε μακριά, στο τέλος εξαφανιστήκαμε και δεν είμαστε πια εδώ. Δικαιώστε μας! Προσπαθήστε να καταλάβετε αυτά που καταλάβαμε και έπειτα συνεχίστε πιο πέρα, κάντε ένα βήμα πιο μακριά. Συνεχίστε να εξερευνείτε το Άγνωστο, με όλες σας τις δυνάμεις, όπως μπορείτε. Στοχεύστε προς το Άγνωστο, προς το άπιαστο, προς το ακατανόητο, το ανεξήγητο, το ασυνήθιστο, το παράξενο, προς το ανέκφραστο και το ανείπωτο, το παράλογο και το μακρινό. Σας δίνουμε ό,τι βρήκαμε, συνεχίστε εσείς. Αν δεν συνεχίσετε εσείς, τότε τα πάντα μέχρι τώρα έγιναν μάταια. Συνεχίστε την εξερεύνηση με όλους τους τρόπους. Μην αφήνετε τίποτε να σας σταματήσει, μη φοβάστε, μην παραδίνεστε. Το πνεύμα μας είναι μαζί σας…»
Όλη αυτή η τιτάνια, πολυποίκιλη, ιδιαίτερη και διαχρονική περιπέτεια όλων αυτών των ανθρώπων, που δικαιώνουν την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητάς μας, έγινε με μόνο μία κοινή και αγνή και ξεκάθαρη πρόθεση: την εξερεύνηση του Αγνώστου.
Δεν έχει σημασία πως το καταλαβαίνεις αυτό ή ποια διάσταση ή νόημα του δίνεις, δεν έχει σημασία πως το σκέφτεσαι ή τι πιστεύεις γι’ αυτό, σημασία έχει πως, πίσω από όλα αυτά, το μήνυμα είναι κοινό και είναι ένα, και πρέπει να το δικαιώσουμε, όπως πρέπει να δικαιώσει ο καθένας μας τον πατέρα του και τη μητέρα του, τα παιδιά του και την πατρίδα του, τους συντρόφους του, τον εαυτό του και τον κόσμο του. Αυτή είναι η υψηλή αποστολή των ανθρώπων που δεν είναι αυτόματα ή ζώα, αλλά αναγνωρίζουν ότι πάνω απ’ όλα είναι πνεύματα.
Αυτό είναι το πνεύμα της ανθρωπότητάς μας που αξίζει να λέγεται έτσι.
Αυτό πίστευαν και έκαναν όλοι αυτοί, αυτό πρέπει να πιστεύουμε και να κάνουμε κι εμείς σε ό,τι πράττουμε, σε ό,τι συζητούμε και αναζητούμε, σε ό,τι διαβάζουμε και βλέπουμε, σε ό,τι δίδουμε και μεταδίδουμε, σε ό,τι μαθαίνουμε και σε ό,τι διδάσκουμε. Πρέπει να μπορέσουμε να σηκώσουμε στους ώμους μας την πλήρη ευθύνη και συνείδηση αυτής της μεγάλης πανανθρώπινης αποστολής, την οποία να την ακολουθούμε όπως μπορούμε, με πρόθεση καθαρή, με ελευθερία και ανεξαρτησία, με ονειροπόληση, με κατανόηση και περισυλλογή, με γενναιότητα και τόλμη, με αγάπη και αφοσίωση.
Δεν πρέπει να αποδεχθούμε ως ανυπέρβλητο εμπόδιο κανένα δόγμα, κανέναν εχθρό, καμία απογοήτευση, κανένα μικρόμυαλο συμφέρον, κανέναν χλευασμό, κανέναν δισταγμό ή φόβο, καμία αδυναμία ή άγνοια δική μας ή των άλλων, καμία σκοπιμότητα πέρα από τη δικαίωση των πανανθρώπινων πόθων μας και την εξασφάλιση της δυνατότητας να συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε, με όλο και περισσότερα και καλύτερα μέσα. Με όλο και περισσότερες ικανότητες και περισσότερους συνταξιδιώτες, σε αυτό το μεγάλο ταξίδι που ουσιαστικά είναι πολύ μοναχικό και πολύ μακρινό. Κάθε βήμα του, όμως, είναι πολύ κοντινό (είναι το επόμενο βήμα), και σε κάθε βήμα έχουμε και τουλάχιστον ακόμη έναν συνταξιδιώτη (αυτόν που ακολουθεί τα βήματά μας ή που εμείς ακολουθούμε τα δικά του).
Και ο καθένας πρέπει να το κάνει αυτό στον χρόνο και στον χώρο που του αντιστοιχεί. Κάνε το οπουδήποτε και οποτεδήποτε, με όποιον τρόπο μπορείς, με ό,τι ξέρεις, όπως θέλεις, στο μικρό ή στο μεγάλο, λίγο ή πολύ, κρυφά ή φανερά.
Μόλις το συνειδητοποιήσεις ότι το κάνεις, θα ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος σου ή μόνη σου, ότι συμμετέχεις με τον τρόπο σου σε αυτή τη σκυταλοδρομία, σε αυτήν την εξερεύνηση. Που ταυτόχρονα είναι και ένας πόλεμος. Κατά τη γνώμη μου, οι μάχες του είναι τα πιο σημαντικά συμβάντα του κόσμου, είτε γίνονται σε έναν κόκκο σκόνης είτε γίνονται στον γαλαξία, είτε γίνονται στη σκέψη είτε γίνονται στα λόγια είτε γίνονται στην πράξη. Αγωνίσου όπως μπορείς, σε ό,τι σου αντιστοιχεί.
Η εξερεύνηση του Αγνώστου εξαρτάται από τους ανθρώπους που τη διεξάγουν. Δεν υφίσταται από μόνη της. Ζει από τους ανθρώπους που ζουν με αυτήν και για αυτήν. Είναι άνθρωποι, συγκεκριμένοι άνθρωποι. Είναι χώρος και χρόνος. Έχει ιστορία. Έχει ήττες και νίκες, θλίψεις και χαρές, υπάρχουν ακόμη και χώροι και χρόνοι όπου δεν υφίσταται καθόλου. Γι’ αυτό και πρέπει να την υποστηρίζουμε όπως μπορούμε, στον χώρο και στον χρόνο που μας αντιστοιχεί, εκεί που μας έτυχε, πάντα με ελπίδα και με το καλύτερο δυνατό μέσο.
Η ανθρώπινη και πανανθρώπινη αποστολή της εξερεύνησης του Αγνώστου, της δικαίωσης των ονείρων και των οραμάτων των αδελφών μας που προηγήθηκαν από εμάς, της εξασφάλισης ότι τα παιδιά μας θα συνεχίσουν να προσπαθούν να κάνουν αληθινά τα όνειρα όλων μας, πρέπει πάντα να βρίσκεται στα χέρια των καλών ανθρώπων. Των σοφών ανθρώπων.
Αν δεν ξέρεις πώς να γίνεις καλός άνθρωπος ή πώς να ξεχωρίζεις τους καλούς ανθρώπους, ζήτησε ταπεινά να σε συμβουλεύσει κάποιος που εκτιμάς για το πώς να τα καταφέρεις. Κι έπειτα ζήτησε το από κάποιον άλλον, και μετά από κάποιον άλλον, μέχρι να πάρεις όλες τις συμβουλές που μπορεί να πάρει κανείς. Έπειτα ακολούθησε εκείνες που σου φαίνονται καλύτερες από όλες αυτές…

Αν είσαι ολομόναχος και δεν έχεις κάποιον για να σε συμβουλεύσει, θα το κάνω εγώ για σένα:

Μη δειλιάζεις να υπερασπιστείς το δίκαιο και να καταγγείλεις την αδικία, όπου βρεθείς μπροστά σε άλλους ανθρώπους.
Όμως, εσύ μέσα σου να ξέρεις πως δίκαιο δεν υπάρχει, ούτε άδικο υπάρχει, αυτά είναι πρόσημα που αλλάζουν από κεφάλι σε κεφάλι, δεν υπάρχει τίποτε παρόμοιο, υπάρχουν μόνο στενές και ανοικτές οπτικές. Έτσι, αρκεί να είσαι εναντίον της αυστηρότητας και να την πολεμάς όπου εμφανίζεται μπροστά σου.
Αλλά πρόσεξε, πολεμώντας την αυστηρότητα πρέπει να την πολεμάς και μέσα σου, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρέπει να είσαι αυστηρός με την αυστηρότητα.
Το μεγαλύτερο χάρισμα που είναι δυνατόν να έχει ένας άνθρωπος, είναι να μπορεί να βγαίνει από το σώμα του και να μπαίνει στο σώμα του άλλου, να μπορεί να αφήνει για λίγο τη θέση του και να μπαίνει στη θέση του άλλου. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να λειτουργεί όπως λειτουργούν οι άλλοι, ούτε πως πρέπει να αντιμετωπίζει λειτουργικά τα πάντα μ’ αυτόν τον τρόπο. Ας είναι μια πράξη μυστική, προσωπική, έτσι ώστε να μην αποκομίζεις θολές εικόνες από τις καταστάσεις, έτσι ώστε να γνωρίζεις τα ελατήρια των άλλων, έτσι ώστε να μπορείς να δείξεις κατανόηση όταν αυτή απαιτείται να ενεργοποιηθεί. Αυτό μπορεί να λειτουργεί και απλώς ως μια υπενθύμιση ότι εσύ δεν είσαι απλά εσύ, αλλά είσαι όλος ο κόσμος.
Εσύ είσαι ο κόσμος. Ο κόσμος είναι δικό σου κατασκεύασμα.
Όταν πολεμάς με τον κόσμο, πολεμάς με τον εαυτό σου. Ότι βλέπεις στον κόσμο, είναι δικό σου, γιατί το βλέπεις με τα δικά σου μάτια, και ο νους σου αναγνωρίζει μονάχα ό,τι γνωρίζει. Όταν διακρίνεις κάτι κακό μπροστά σου, στην ουσία διακρίνεις κάτι κακό μέσα σου. Όταν διακρίνεις κάτι καλό σε οτιδήποτε, είναι γιατί έχεις αυτό το καλό μέσα σου.
Δεν μπορείς να δεις τίποτε και να καταλάβεις τίποτα, αν δεν το έχεις ήδη μέσα σου.
Να μη διστάζεις να κάνεις το καλό, παντού και πάντα, αρκεί να θυμάσαι ότι κάτι που είναι καλό για σένα ίσως να μην είναι καλό για κάποιον άλλο. Οπότε, κάτι που «είναι καλό», είναι απλά καλό για τον εαυτό σου. Η λαϊκή ρήση «κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό», εννοεί ότι ο γιαλός θα το φέρει πίσω σε σένα, γιατί σου ανήκει, γιατί το κύμα φέρνει πίσω στο γιαλό ό,τι πετάξεις στο νερό από την παραλία. Αλλά, το κύμα φέρνει πίσω και το κακό.
Ό,τι σε κάνει να νιώθεις καλά, είναι «καλό».
Ό,τι σε κάνει να νιώθεις άσχημα, είναι «κακό».
Να παρατηρείς προσεκτικά όλους τους ανθρώπους, αλλά να συναναστρέφεσαι στενά μόνο με ανθρώπους που σου ταιριάζουν, με ανθρώπους που σου μοιάζουν, που είναι σαν κι εσένα. Αν δεν το κάνεις αυτό, θα έχεις πάντα προβλήματα με τους άλλους ανθρώπους. Αν αποτυχαίνεις σ’ αυτές σου τις επιλογές ανθρώπων, σημαίνει πως δεν ξέρεις καλά εσένα, άρα δεν ξέρεις και ποιοι είναι αυτοί που είναι σαν κι εσένα.
Όταν βρίσκεις τον εαυτό σου σε αδιέξοδο, όταν ανακαλύπτεις ότι έχεις πέσει σε παγίδα, το φταίξιμο δεν είναι της παγίδας, αλλά δικό σου, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν προσέχεις που βαδίζεις.
Ποτέ να μην νιώσεις αβοήθητος και ανυπεράσπιστος. Υπάρχει ένα άχραντο μυστήριο στον κόσμο, στ' αλήθεια υπάρχει, κάποιοι το ονομάζουν Θεό, κάποιοι το ονομάζουν όπως νομίζουν, σχεδόν κανείς δεν το έχει αντικρίσει, αλλά το μυστήριο αυτό θα σε βοηθήσει και θα σε υπερασπιστεί, αν αξίζεις για να το κάνει. Την αξία σου να την καταλαβαίνεις από το αν σε αγαπούν οι άλλοι άνθρωποι.
Ακολούθα την καρδιά σου.
Όπου σου δείχνει η καρδιά σου ότι πρέπει να πας, εκεί να πηγαίνεις.
Τα μεγαλύτερα εγκλήματα είναι εκείνα της καρδιάς. Το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορείς να κάνεις είναι να εγκληματήσεις εις βάρος της καρδιάς σου.
Αν ακούς τι σου λέει η καρδιά σου, ποτέ δεν θα κάνεις λάθος.
Αλλά πρέπει να απαλλάξεις την καρδιά σου από τις δαγκάνες της συνήθειας. Συχνά η καρδιά αγαπά αυτό που απλώς έχει συνηθίσει να αγαπά, κι ο χρόνος μπορεί να τη διαψεύσει.
Να μην αφήνεις την καρδιά σου να κρίνει. Το μυαλό σου είναι αυτό που πρέπει να κρίνει. Η καρδιά συμβουλεύει το μυαλό και όχι το μυαλό την καρδιά. Το μυαλό σκέφτεται, η καρδιά νιώθει. Έτσι, «ακολούθα την καρδιά σου» σημαίνει «ακολούθα αυτό που νιώθεις».
Να κοιτάς πολύ μακριά ή πολύ κοντά. Πολύ ψηλά ή πολύ χαμηλά. Πολύ βαθιά ή πολύ επιφανειακά. Πολύπλοκα ή απλά. Αλλά να τα κάνεις και τα δύο.
Να στέκεις μακριά από τη μετριότητα. Οι ενδιάμεσες καταστάσεις σχεδόν πάντα καταλήγουν σε κάτι πρόστυχο. Η λέξη «μετριοπάθεια» σημαίνει ότι κάποιος πάσχει από το μέτριο.
Κινήσου. Όταν κινείσαι, πράγματα συμβαίνουν. Τα Θαύματα ψάχνουν για να σε βρουν, και δεν θα σε βρουν αν είσαι αμπαρωμένος, πρέπει να κινηθείς προς το μέρος τους για να σε εντοπίσουν. Προς τα πού νιώθεις ότι είναι η κατεύθυνση των Θαυμάτων; Κινήσου προς τα εκεί. Δεν έχει σημασία η κατεύθυνση, σημασία έχει να κινηθείς.
Και λάθος να κάνεις, το λάθος δεν είναι παρά μια άστοχη ανόητη παρατήρηση, αργότερα θα ανακαλύψεις ότι ακόμη και το λάθος έγινε για καλό. Μην φοβάσαι. Ο μόνος ενεργός εχθρός είναι ο φόβος, γιατί είναι σύμμαχος της αδράνειας.
Μη φοβάσαι τίποτε.
Μη φοβάσαι μήπως κάνεις κάτι ανόητο. Θα σε κρίνουν άνθρωποι που θα κριθούν από την ίδια την ανοησία τους. Απλά κάνε το, ό,τι κι αν είναι αυτό που θεωρείς καλό. Όσο εσύ θα είσαι ανοιχτός, για να παίρνεις μαθήματα από τις πράξεις σου, καμιά σου πράξη δεν θα είναι ανόητη, γιατί θα έχει συμβάλλει στη σοφία…
Μη φοβάσαι την γνώμη των άλλων. Αν είναι καχύποπτοι θα σε υποψιαστούν ό,τι κι αν κάνεις, αν είναι είρωνες θα σε ειρωνευτούν ό,τι κι αν κάνεις, αν δεν συμφωνούν με αυτά που λες θα στραφούν εναντίον σου ότι κι αν τους πεις, δεν μπορείς να τους πείσεις. Πράξε αυτό που θέλεις, και μην στεναχωριέσαι, οι πράξεις μένουν, τα λόγια που τις κριτικάρουν χάνονται…
Μη φοβάσαι τον κίνδυνο. Τίποτε δεν κατακτήθηκε χωρίς ρίσκο, χωρίς τόλμη, χωρίς αβεβαιότητα και ανασφάλεια…
Μη φοβάσαι το Άγνωστο. Δεν είναι απαραίτητο να κρύβει κάτι τρομερό, μπορεί να κρύβει κάτι υπέροχο. Κι άλλωστε από το τρομερό τι έχεις να φοβηθείς; Την μηδαμινή εύθραυστη ζωούλα σου, που έτσι κι αλλιώς θα την χάσεις κάποτε; Σε κάθε στιγμή που περνά, ο ουρανός μπορεί να κατακρημνιστεί πάνω στα κεφάλια μας…
Ζήσε τη ζωή σου. Κάνε τα πράγματα που ονειρεύεσαι. Τώρα. Δεν έχει σημασία ο τρόπος. Απλά κάνε τα. Πρέπει να ξεγεννήσεις τις ιδέες σου, να τις τραβήξεις από τον κόσμο των ιδεών και των ονείρων, και να τις ξεγεννήσεις στην πραγματικότητα, στον φυσικό κόσμο. Το όνειρο του χθες είναι η αλήθεια του σήμερα. Πέτα όλα τα βέλη σου στον στόχο, μια - δυο -τρεις, κάποιο θα πέσει στο κέντρο. Μην απογοητεύεσαι ποτέ για τίποτε…
Μπορεί αύριο το πρωί, το Σύμπαν να σταματήσει την αέναη τροχιά του, και να μας στερήσει τα πάντα. Μονάχα ένα πράγμα δεν μπορεί να μας στερήσει κανείς: την Ελπίδα…
Να σέβεσαι τις αντιφάσεις. Ο κόσμος είναι φτιαγμένος απ’ αυτές. Η μεγαλύτερη ελευθερία που θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος, είναι αυτή που του επιτρέπει να είναι ελεύθερος να αντιφάσκει. Να υπερασπίζεις το δικαίωμά σου να αντιφάσκεις, και να αποδέχεσαι τις αντιφάσεις των άλλων. Όταν η ζωή δεν είναι παρά συνεχής κίνηση και αλλαγή, αναπόφευκτα εσύ που είσαι ζωντανός αλλάζεις από στιγμή σε στιγμή, οπότε το να αντιφάσκεις σημαίνει απλά ότι είσαι ζωντανός.
Να μετανιώνεις πάντοτε για οτιδήποτε κάνεις.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είσαι πάντοτε σε επαφή με τις διαφορετικές πιθανότητες που λειτουργούν στο Σύμπαν, να ξέρεις ότι η πραγματικότητα θα μπορούσε να ακολουθήσει οποιαδήποτε επιλογή, κι ότι κάπου, κάπως, το έχει κάνει, έστω κι αν την έχεις αφήσει πίσω σου.
Το παρελθόν δεν υπάρχει, ανήκει μόνο στη μνήμη και στη φαντασία σου.
Το μέλλον δεν υπάρχει, είναι αποκλειστικά φανταστική κατασκευή.
Το παρόν δεν υπάρχει, γιατί είναι μια τόσο απειροελάχιστη στιγμή που κανείς δεν μπορεί να τη διακρίνει, παρ’ όλο που όλοι μας στεκόμαστε πάνω της.
Μονάχα αυτή η απειροελάχιστη στιγμή υπάρχει.
Το να δεις ένα πράγμα δύο φορές, σημαίνει να δεις δύο διαφορετικά πράγματα.
Να είσαι ρευστός και ακέραιος.
Το νερό ρέει συνεχώς αλλά δεν παύει ποτέ να είναι νερό ή να επιστρέφει πάντα στο νερό. Να είσαι σαν το νερό.
Μόνο αν είσαι ρευστός και ακέραιος μπορείς να έχεις ελπίδα.
Να διδάσκεις ό,τι γνωρίζεις.
Βρεθήκαμε εδώ μέσα σε μία τραγωδία. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του τραγικός. Το μόνο που έχουμε αληθινά δικό μας είναι τα όνειρά μας και οι μνήμες μας. Αυτά που κάναμε και αυτά που θέλουμε να κάνουμε, αυτά που νιώσαμε και καταλάβαμε και αυτά που θέλουμε να νιώσουμε και να καταλάβουμε. Η υφή του κόσμου αποτελείται από όνειρα και μνήμη, γιατί ο άνθρωπος αποτελείται από όνειρα και μνήμη. Αν χάσεις τα όνειρα –δηλαδή την ελπίδα– και τη μνήμη, σημαίνει ότι έχασες τον κόσμο. Ότι έχασες τον άνθρωπο. Ότι έχασες τον εαυτό σου.
Τίποτε δεν είναι ψέματα και τίποτε δεν είναι αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να βγει έξω από τα πράγματα για να κρίνει αντικειμενικά τα πράγματα. Όλα είναι υποκειμενικά, γιατί όλοι είμαστε υποκείμενα. Αντικείμενα δεν υπάρχουν.
Όποιος δεν ελπίζει, δεν πρόκειται ποτέ να βρει το ανέλπιστο.
Κανείς δεν μπορεί να βρει κάτι που δεν έχει ήδη.
Να ονειρεύεσαι. Το όνειρο είναι το πρώτο στάδιο της ύπαρξης.
Το ξέρω, τα όνειρα δεν είναι τα πάντα. Όμως, είναι το πρώτο βήμα για τα πάντα.

«Προφήτες της φύσης εμείς, θα μιλήσουμε σ’ αυτούς για μια ατέλειωτη έμπνευση, αγιασμένη από μια μεγάλη αιτία, ευλογημένη από τη μοίρα. Αυτά που νιώσαμε κι άλλοι θα τα νιώσουν, κι εμείς θα τους διδάξουμε γιατί. Θα τους διδάξουμε πως ο νους του ανθρώπου μπορεί να γίνει χίλιες φορές πιο όμορφος από τη γη που αυτός βαδίζει. Πως μπορεί να υψωθεί πάνω από το ύψος και το σχήμα των πραγμάτων, εκείνο που όλες οι επαναστάσεις που έγιναν στο όνομα των ελπίδων και των φόβων του ανθρώπου δεν μπόρεσαν να το αλλάξουν. Θα τους μιλήσουμε για τη θεία ομορφιά και την αστείρευτη ποιότητα του θεϊκού οικοδομήματος: του ανθρώπου. Αυτά που αγαπήσαμε κι άλλοι θα τ’ αγαπήσουν, κι εμείς θα τους διδάξουμε το πως…»
(William Wordsworth)